Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το μικρό μεγάλο άλμα

«Ξυπνάω και τα μάτια μου καίνε./ Η εφηβεία πέθανε μέσα στα γένια μου/ Που μεγάλωσαν καθώς κοιμόμουν». Αυτοί οι στίχοι του Παζολίνι, σε απόλυτη αναντιστοιχία όμως, ήρθαν στο μυαλό μου καθώς διάβαζα τη νουβέλα της Μαριαλένας Σπυροπούλου με τον τίτλο «Ρου». Η εφηβεία της Ρούλας πέθανε μια νύχτα, μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο, λίγο πριν τελειώσει την Α' Λυκείου, με τον πιο άγριο, βίαιο και αμετάκλητο τρόπο, μεταμορφώνοντας «το κορίτσι από ζάχαρη» που υπήρξε «σ’ ένα καραφλό μικρό καμένο χωράφι». Δίχως να καταλαβαίνει σε τι έφταιξε, βέβαιη πως δεν έκανε κάτι κακό, με τον πατέρα θωρακισμένο μέσα στην οργή του και τη μάνα σιωπηλή, αδύναμη συνένοχή του και μοναδική σύμμαχο την παιδική φίλη της Χριστίνα, η Ρούλα με ένα κόκκινο μαντήλι στο κεφάλι, διωγμένη, περνώντας όλη τη διαδρομή στο κατάστρωμα του πλοίου, βρίσκεται απ’ το νησί και την «ζεστή οικογενειακή απελπισία» -για να θυμηθώ πάλι τον Παζολίνι-, στην Αθήνα, στο σπίτι ενός συγγενή του πατέρα της.

Στην αρχή της νουβέλας, καθώς η συγγραφέας δεν ακολουθεί γραμμική χρονική αφήγηση, βρίσκουμε τη Ρούλα, που έχει μετονομαστεί σε Ρου, να σκουπίζει τρίχες στο κομμωτήριο της Μαίρης, δίνοντας «μια καθημερινή μάχη επιβίωσης». Εκεί τη συναντά η Βέρα, μια ηλικιωμένη ψυχαναλύτρια, που στο πρόσωπό της διαισθάνεται κάτι ξεχωριστό και, με πρόσχημα τη σχέση γιατρού και ασθενή, ξεκινά η πορεία της νεαρής προς το «μικρό μεγάλο άλμα στον μελλοντικό εαυτό της». Η Ρου, βρίσκοντας ένα πρόθυμο αυτί, θυμάται, εξιστορεί, προσπαθεί να καταλάβει και, λόγο τον λόγο, μεταμορφώνεται και γίνεται αυτό που ήδη ήταν. Όμως η σχέση είναι αμφίδρομη. Οι πορείες είναι παράλληλες. Οι απώλειες παράλληλες κι αυτές.

Η Σπυροπούλου, χρησιμοποιώντας διαλόγους, αφήγηση σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο, επιστολές, αναμνήσεις, συνειρμικές σκέψεις, μια μικτή αφηγηματική τεχνική δηλαδή που την ελέγχει απολύτως, θίγει πολλά και σημαντικά θέματα: η πρόωρη και βίαιη ενηλικίωση, η ενοχή, η σχέση με το σώμα και πώς αυτό μπορεί να γίνει φυλακή και απελευθέρωση μαζί, η χειραφέτηση μέσω της γνώσης, η φιλία, η επιθυμία, οι καθοριστικές οικογενειακές σχέσεις και κυρίως εκείνη η πιο δύσκολη απ’ όλες ανάμεσα στη μάνα και την κόρη. Συγχρόνως δουλεύει με μεγάλη μαεστρία και οξυδέρκεια όχι μόνο τον κεντρικό χαρακτήρα, αλλά και όλους τους δευτερεύοντες. Λέγοντας λίγα, αναδεικνύοντας όμως πολλά, όσα πρέπει θα έλεγα, μας δίνει ολοκληρωμένα πορτρέτα ανθρώπων, χωρίς ποτέ να γίνεται σχηματική. Η σκηνή με τις δύο έφηβες, τη Ρούλα και την Χριστίνα, να προσπαθούν να δουν χρησιμοποιώντας καθρεφτάκια το «πράμα» τους, δοσμένη με τόσο χιούμορ και ευαισθησία, καθώς εναλλάσσει τη σοβαρότητα με την εφηβική φαιδρότητα, είναι μια από τις ωραιότερες του βιβλίου και ένας ύμνος στη φιλία και τη συνενοχή.

Η Ρου, καθώς αλλάζει μέσα στον χρόνο, θύμα της βίας και του περιορισμένου οικογενειακού ορίζοντα, χωρίς θυμό και οργή, αλλά με ένα «βόμβο στο βάθος της ύπαρξης», βρίσκει τρόπο και χρόνο να σκύψει πάνω από τους άλλους. Αυτή ίσως είναι και η δύναμή της, το ότι βγαίνει κερδισμένη σε ανθρωπιά και διαθεσιμότητα, το ότι έχει τη δύναμη να ουρλιάξει «Δεν παραδίνομαι, ρε, δεν υποτάσσομαι, δεν λυγίζω, δεν σου ανήκω».

Η Σπυροπούλου, απόλυτα κυρίαρχη των εκφραστικών της μέσων, με γλώσσα ιδιαίτερα προσεγμένη, πυκνή και ακριβή, τραχιά και ωμή όπου χρειάζεται, κάνοντας βουτιά, θαρρείς, στην πιο σκληρή πραγματικότητα, και αλλού τρυφερή και γεμάτη συμπόνια, δίχως καμιά επιτήδευση, δίχως μελοδραματισμό εκεί που θα ήταν εύκολο να πέσεις στο μελό, ίσως γιατί την προστατεύει η «έφηβη» θέαση του κόσμου της Ρου, αποτυπώνει με συγκλονιστικό τρόπο τη δύσκολη πορεία της μετάβασης από το θαυμαστό κόσμο των δεκαπέντε χρόνων στην ενήλικη ζωή.

 

Μαριαλένα Σπυροπούλου, «Ρου»

Εκδ. Μεταίχμιο

136 σελ.

Τιμή: 9,90 ευρώ

Δείτε όλα τα σχόλια