Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ναρκωτικά: Η κορυφή στο παγόβουνο των εξαρτήσεων

Από τους χασικλήδες του 1920 στις ψυχοτρόπες ουσίες του 21ου αιώνα - Μία συζήτηση με εργαζόμενους στους φορείς απεξάρτησης και ειδικούς επιστήμονες

ΕΡΕΥΝΑ - ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Μπάμπης Χριστακόπουλος

Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας θα πείσει ακόμα και τους πιο δύσπιστους για την ανάγκη να ανοίξει μία ουσιαστική συζήτηση για μία από τις σοβαρότερες πληγές της σύγχρονης κοινωνίας. Παρότι η συνήθεια είναι παλιά, παρότι κατά το παρελθόν αφορούσε στο περιθώριο της κοινωνίας, ενώ σήμερα αφορά στο περιθώριο του περιθωρίου της κοινωνίας αφού η ανθρωπογεωγραφία των χρηστών και των ουσιών έχει αλλάξει πολύ.

Από τους χασικλήδες της δεκαετίας του 1920 και του 1930, που η χρήση της ήταν νόμιμη αλλά όχι κοινωνικά αποδεκτή, τους μορφινομανής που υποκατέστησαν τη μορφίνη με τη «μη εθιστική» ηρωίνη -όπως διατείνονταν οι κατασκευαστές της- σε μία προσπάθεια απεξάρτησης, μέχρι τη μεθαδόνη σήμερα, τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, οι ψυχοτρόπες ουσίες, αποτελούν ένα σκληρό ταμπού για την κοινωνία μας και φυσικά αυτό δεν είναι μόνο ένα ελληνικό φαινόμενο.

Ελληνικό φαινόμενο επίσης δεν είναι και η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού, στη βάση της συνολικής επίλυσης του προβλήματος των εξαρτήσεων, διότι αυτή είναι η ομπρέλα κάτω από την οποία εντάσσονται όλες οι πολιτικές απεξάρτησης, όπως και οι πολιτικές μείωσης βλάβης που σχεδιάζονται. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι και το 2012 η γενική κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρα και των κρατών μελών της, επικεντρωνόταν στον περιορισμό της διάδοσης των ναρκωτικών ουσιών. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην σχετική μελέτη που δημοσιοποιήθηκε από το υπουργείο Υγείας το 2006, επί υπουργίας Δημήτρη Αβραμόπουλου:

«Βασικός οδηγός της Εθνικής Στρατηγικής για την αντιμετώπιση του προβλήματος των εξαρτησιογόνων ουσιών αποτελεί η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Ναρκωτικά (2005 - 2012) που στηρίζεται σε δύο πυλώνες, τη Μείωση της Ζήτησης και τη Μείωση της Προσφοράς».

Μιλώντας ωστόσο με τους ανθρώπους που εργάζονται στους φορείς απεξάρτησης και με ειδικούς επιστήμονες, πολύ γρήγορα, αυτή η φαινομενικά σωστή ευρωπαϊκή στρατηγική, αμφισβητείται κυρίως από την ίδια την πραγματικότητα αλλά οπωσδήποτε και επιστημονικά. Αφενός διότι η «εμπορική» δραστηριότητα που αφορά στις εξαρτησιογόνες ουσίες είναι ιδιαίτερα κερδοφόρα και άρα οι έμποροι και οι παραγωγοί ουσιών βρίσκουν πάντοτε τρόπο να μεταφέρουν και να πουλήσουν την πραμάτεια τους, αφετέρου φυσικά διότι η αντιμετώπιση των εξαρτήσεων δε μπορεί να έχει αποτέλεσμα με αστυνομικούς όρους παρά τις προσπάθειες των διωκτικών αρχών και παρά τις επιτυχίες τους σε αυτό το επίπεδο.

Σήμερα, είναι πλέον κοινή πεποίθηση και κατεκτημένη συλλογική γνώση ότι οι εξαρτήσεις, είτε αυτές αφορούν στα ναρκωτικά, είτε στο αλκοόλ, είτε στο διαδίκτυο (ακόμα - ακόμα και το τσιγάρο) είναι ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα που ξεκινά από τον πυρήνα της κοινωνίας που είναι το άτομο και τη συγκρότησή του μέσω των φορέων κοινωνικοποίησής του, δηλαδή την οικογένεια, το σχολείο, τις φιλικές συναναστροφές. Καθίσταται με αυτόν τον τρόπο δηλαδή μία απολύτως αμφίδρομη και αλληλεπιδρώσα διαδικασία.

Το Άτομο

Ο Γιώργος Νιανιούρης, υπήρξε στο παρελθόν χρήστης ουσιών, ενώ σήμερα είναι εργαζόμενος στο ΚΕΘΕΑ με την ειδικότητα του ειδικού θεραπευτή που έρχεται σε επαφή με τους εξαρτημένους προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες τους, όσο ακόμα βρίσκονται στη χρήση. Προερχόμενος ο ίδιος από οικογένεια χρηστών, ξεκίνησε σε μικρή ηλικία, αρχικά με την κάνναβη και στη συνέχεια με άλλες πιο σκληρές ουσίες. Κατέληξε στην ηρωίνη ενώ ταυτόχρονα έπαιρνε και χάπια, μέχρι που αποφάσισε να διακόψει αρχικά χωρίς βοήθεια. Μία επιλογή εξίσου επικίνδυνη με τη χρήση, αφού τα στερητικά σύνδρομα είναι επίπονα για τον ανθρώπινο οργανισμό. Μας λέει, ότι: «η πολυχρησία αφορά στο μεγαλύτερο ποσοστό των χρηστών και είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που καθιστούν την απεξάρτηση μια ιδιαίτερα δύσκολη αλλά και περίπλοκη διαδικασία, όχι μόνο για το ίδιο το άτομο - χρήστη, αλλά και για το εξειδικευμένο προσωπικό που θα ασχοληθεί μαζί του».

Η πολυχρησία, άλλωστε, είναι και ο λόγος που οι φορείς που υλοποιούν τα λεγόμενα «στεγνά» προγράμματα απεξάρτησης φαίνεται να διαφωνούν με τα προγράμματα υποκατάστασης και μείωσης βλάβης. Φυσικά αυτή η διαφωνία δεν είναι πραγματική. Τα προγράμματα μείωσης βλάβης, όπως υποστηρίζει ο Γιώργος, είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και ιδιαίτερα βοηθητικά υπό την προϋπόθεση ότι χρησιμοποιούνται ως προθάλαμος για την ένταξη των χρηστών στα προγράμματα απεξάρτησης. Η υποκατάσταση όμως έχει άλλον χαρακτήρα. Μειώνει τη βλάβη αλλά αναπαράγει την εξάρτηση.

Σήμερα, τα υποκατάστατα που δίνονται ουσιαστικά στοχεύουν στη μείωση χρήσης των οπιοειδών (βλέπε ηρωίνη) και δεν υποκαθιστούν τις υπόλοιπες ψυχοτρόπες ουσίες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το μόνο κέρδος από αυτή την προσπάθεια είναι η μείωση της χρήσης συγκεκριμένων παράνομων ουσιών και η αντικατάστασή τους με τα νόμιμα υποκατάστατα που δίνονται δωρεάν στους χρήστες από το κράτος.

Έτσι, υλοποιείται ο εθνικός σχεδιασμός καταπολέμησης των ναρκωτικών για τη μείωση της διακίνησης συγκεκριμένων ουσιών, αλλά δεν αντιμετωπίζεται το βασικό πρόβλημα της εξάρτησης. Είναι δηλαδή σαν να προσπαθείς να μειώσεις την εξάρτηση από το Facebook, ανοίγοντας λογαριασμό στο Twitter!

Η μεγάλη διαφορά του σήμερα σε σχέση με το παρελθόν σημειώνει εμφατικά ο Γιώργος Νιανιούρης, είναι ότι πλέον οι θεραπείες είναι πιο εξατομικευμένες, ώστε να ταιριάζουν στον απεξαρτώμενο και έτσι να είναι μεγαλύτερα τα ποσοστά επιτυχίας. Αυτό, στον αντίποδα της γενικής εικόνας που έρχεται από το παρελθόν και που έδειχνε τους ανθρώπους να μπαίνουν, να βγαίνουν και να ξαναμπαίνουν σε προγράμματα και κοινότητες. Έτσι, τα προγράμματα απεξάρτησης έχουν ανάγκη από ενίσχυση.

Μια σχέση που αναπαράγεται

Η μείωση της βλάβης από τις υπηρεσίες υγείας των κρατών, όπως και η αύξηση των ποσοτήτων ψυχοτρόπων ουσιών που απομακρύνουν από τις «αγορές» οι διωκτικές αρχές, είναι οπωσδήποτε μια σημαντική μάχη κατά των ναρκωτικών. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αντιμετωπίζεται το ένα από τα προβλήματα ενός μεγαλύτερου προβλήματος και οπωσδήποτε όχι το αίτιο ή τα αίτια που οδηγούν στις εξαρτήσεις και που είναι η σημαντική μάχη που πρέπει να δοθεί.

Όπως μας λέει ο ακαδημαϊκός κ. Γεράσιμος Παπαναστασάτος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και υπεύθυνος του τομέα έρευνας του ΚΕΘΕΑ, τα αίτια της εξάρτησης θα τα βρεί κάποιος αναζητώντας τα τραύματα που έχουν προκληθεί στους ανθρώπους στις μικρές τους ηλικίες: Οι κοινωνικοί αποκλεισμοί, η απόρριψη από το περιβάλλον τους, οι τραυματικές εμπειρίες που ίσως έχουν βιώσει στο παρελθόν. Η μη απασχόληση και η έλλειψη προοπτικής, η μεγάλη ανεργία των νέων, το ελληνικό παράδοξο της αναντιστοιχίας του χρόνου εκπαίδευσης των νέων με τις απολαβές τους στην αγορά εργασίας, είναι κάποιοι από τους σημαντικούς παράγοντες που οδηγούν τους ανθρώπους στην εξάρτηση από τις ουσίες.

Μία λογική παραδοχή

Μέσα από αυτό το πρίσμα είναι πιθανά πιο εύκολο για όλους εμάς να οδηγηθούμε σε μία λογική παραδοχή. Αφού το πρόβλημα της εξάρτησης έρχεται να απαλύνει τις συνέπειες ενός ψυχολογικού τραύματος ως «φάρμακο», τότε και η επίλυση της έκφανσης του προβλήματος των ουσιών βρίσκεται στη θεραπεία του τραύματος και άρα δεν μπορεί παρά να προκύψει μέσα από μία ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Από μία διαδικασία δηλαδή που να αφορά εξίσου στο σύνολο της κοινωνίας που αλληλεπιδρά και στα μέλη της που βρίσκονται πληγωμένα. Με τους ίδιους τους χρήστες μέσα από μία ψυχοθεραπευτική διαδικασία σε κάποια κοινότητα, αλλά και την εκπαίδευση των μελών της κοινωνίας.

Ο Γιώργος Νιανιούρης που ο ίδιος έχει δει την ιστορία και από τις δύο πλευρές θεωρεί ότι το κλειδί για την επίλυση του προβλήματος των εξαρτήσεων βρίσκεται στην ψυχοκοινωνική εκπαίδευση μέσα στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον που αφενός θα θωρακίσει τα παιδιά και αφετέρου, θα δημιουργήσει προϋποθέσεις ανεκτικότητας και αλληλεγγύης στην κοινωνία, η οποία θα στηρίξει τους εξαρτημένους προκειμένου να επουλωθούν τα τραύματα που δημιουργήθηκαν είτε από ένα κακοποιητικό περιβάλλον, είτε εξαιτίας φυσικής ή συναισθηματικής απώλειας που έζησαν οι χρήστες ως παιδιά στο οικογενειακό τους ή άλλο περιβάλλον. Στη σημερινή πραγματικότητα όμως η κατάσταση δεν είναι καθόλου αυτή.

Ο φαύλος κύκλος

Σήμερα αυτό που αναπαράγεται συστηματικά είναι η σχέση απόρριψης και μη αποδοχής των εξαρτημένων, ανακυκλώνοντας το τραύμα τους και διευρύνοντας το σε κλίμακα. Αυτός που νιώθει ότι έχει απορριφθεί, επαναλαμβάνει συμπεριφορές που θα κάνουν ένα άλλο περιβάλλον να τον απορρίψει ώστε να παραμένει καθηλωμένος στη χρήση που τον καθηλώνει στην απόρριψη.

Με αυτόν τον τρόπο και τα δύο μέρη αυτής της ιδιότυπης σχέσης αναπαράγουν έναν φαύλο κύκλο που με αδρές γραμμές περιγράφεται από την εικόνα του εξαρτημένου που επαιτεί, που διαπράττει μικροκλοπές, που κυκλοφορεί άπλυτος και βρώμικος, που εν τέλει «βαράει» μια ένεση στα σκαλιά κάποιας πολυκατοικίας, στο παγκάκι μίας πλατείας, σε ένα κακοφωτισμένο αλσύλλιο κάπου στην Αθήνα ή αλλού. Η άλλη πλευρά της ίδιας εικόνας είναι ο κάτοικος, ο περαστικός που αποστρέφει το βλέμμα του, που νιώθει ότι απειλείται από τις ασθένειες που «κουβαλάει» ο χρήστης, που νιώθει οργή ή θλίψη για τον άνθρωπο απέναντί του, την ίδια ώρα μάλιστα που αποδέχεται τον χρήστη κοκαΐνης ή τον αλκοολικό γιατί απλά είναι λειτουργικότερος και δεν «φαίνεται».

Αυτή ακριβώς η αναπαραγόμενη εικόνα είναι και αυτή που ακούγαμε στο παρελθόν από το γνωστό τραγούδι των αδερφών Κατσιμίχα με τον Φάνη πριν από σχεδόν 30 χρόνια και έτσι φαίνεται ότι η ελληνική κοινωνία δεν έκανε κανένα βήμα προς τα μπροστά. Αντίθετα, μετά την οικονομική κρίση του τέλους της δεκαετίας του 2000-2010, τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα.

Ο κ. Παπαναστασάτος σημειώνει ότι το τελευταίο ανάχωμα ώστε να μπορέσουν οι μη λειτουργικοί εξαρτημένοι να μην περιθωριοποιηθούν, ήταν η οικογένεια. Αυτό όμως έπαψε να ισχύει στην περίοδο της κρίσης. Οι οικογένειες θα έπρεπε να προσπαθήσουν να ανταπεξέλθουν στη νέα οικονομική συγκυρία κι έτσι: η μη υλοποίηση του συνθήματος «ένας εργαζόμενος σε κάθε σπίτι» οδήγησε τις οικογένειες να ζουν -πολλές φορές- με τη σύνταξη ενός παππού, που δεν μπορούσε να υποστηρίζει τις ανάγκες του εξαρτώμενου και της οικογένειας ταυτόχρονα και κατά συνέπεια στην επιλογή απομάκρυνσης του εξαρτημένου από το οικογενειακό περιβάλλον. Αυτή η δύσκολη επιλογή είτε έγινε από την οικογένεια είτε και από τον ίδιο τον εξαρτημένο που από φιλότιμο, όπως σημειώνει ο Γιώργος, εγκατάλειψε την οικιακή εστία, οδήγησε στην αύξηση των εξαρτημένων που βρέθηκαν στον δρόμο, και τους ώθησε κατά συνέπεια σε πιο επικίνδυνες επιλογές, τόσο στις ουσίες όσο και στον τρόπο χρήσης.

Η λύση

Η λύση του προβλήματος των εξαρτήσεων από τα ναρκωτικά, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο είναι μία πολυσύνθετη διαδικασία που απαιτεί περισσότερες απο μία ενέργειες και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ο Γιώργος υποστηρίζει ότι ακόμα και αν τους «μαζέψουμε», τους πάμε κάπου και τους κρατήσουμε για έξι μήνες, ακόμα κι αν κάνουμε τα στραβά μάτια στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην αντισυνταγματικότητα αυτής της επιλογής, ακόμα και αν τους εξασφαλίσουμε τις καλύτερες συνθήκες, όταν βγουν θα πάνε πάλι να «πιούνε» γιατί το πιο σημαντικό είναι να καταλάβει ο ίδιος ο εξαρτημένος ότι πρέπει να απεξαρτηθεί. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να επιβληθεί. «Σήμερα όμως, οι νέες ουσίες που κυκλοφορούν -και που μπορεί κάποιος να τις παρασκευάσει στην κουζίνα του σπιτιού του- αυτό που επιτυγχάνουν είναι να στερούν στον εξαρτημένο τη δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον του και έτσι δυσκολεύει πολύ και η δική μας δουλειά, αφού το μόνο όπλο που έχουμε στη μάχη αυτή είναι η πειθώ».

Από την άλλη πλευρά, είναι οι ευθύνες της πολιτείας. Όπως επισημαίνει ο κ. Παπαναστασάτος, στηn προσπάθειά του να καταδείξει την αδυναμία του ελληνικού κράτους να καταστρώσει και να εκπονήσει ένα σαφές σχέδιο σημειώνει ότι όσες πειραματικές θεραπείες και προγράμματα έχουν δοκιμαστεί, βασίζονται σε ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις οι οποίες έχουν ημερομηνίες λήξης, οι οποίες μάλιστα προηγούνται του αναγκαίου χρόνου που απαιτείται. «Τα κοινοτικά προγράμματα είναι ιδανικά για να χρηματοδοτήσουν την ολοκλήρωση ενός δρόμου που έχει χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο όμως για τις εξαρτήσεις ή για τη σχιζοφρένεια».

Από τα πρώτα προγράμματα απεξάρτησης στα μέσα του προηγούμενου αιώνα μέχρι και σήμερα, το μόνο που έχει κατακτηθεί είναι η βεβαιότητα ότι η διεθνής κοινότητα αδυνατεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ουσιαστικούς όρους. Οι αιτίες του προβλήματος είναι οπωσδήποτε κοινωνικές, όμως οι κοινωνίες απομονώνουν τους εξαρτημένους και έτσι το πρόβλημα γίνεται ατομικό.

Μέχρι σήμερα, κανένα κράτος, όσο οργανωμένο κι αν είναι, δεν έχει καταφέρει να περιορίσει την διακίνηση και την εμπορία των εξαρτισιογόνων και των ψυχοδραστικών ουσιών. Αν η DEA των ΗΠΑ αδυνατεί, γιατί να μπορούμε εμείς; Απεναντίας, μια κοινωνία που θα ήταν περισσότερο ανεκτική και υποστηρικτική, με περισσότερη αλληλεγγύη και κατανόηση πιθανότατα θα καλούνταν να αντιμετωπίσει λιγότερες εξαρτήσεις και εξαρτημένους. Αυτό άλλωστε είναι ένα μοντέλο που δεν δοκιμάσαμε.

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Πλασιέ ιδιωτικών συμφερόντων στην Παιδεία

Η τροπολογία με την οποία δίνεται η δυνατότητα στους αποφοίτους ιδιωτικών κολεγίων να συμμετέχουν στη διαδικασία του ΑΣΕΠ για τον διορισμό δασκάλων και καθηγητών ισότιμα με τους πτυχιούχους των δημόσιων πανεπιστημίων κατατέθηκε σχεδόν εν κρυπτώ

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις