Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ένας Ηλιόπουλος για δέκα Μπακογιάννηδες

Του Δημήτρη Καραμάνη   - Ο Νάσος Ηλιόπουλος δεν είναι παράγωγο της πολιτικής βιομηχανίας των ελίτ και των κληρονόμων της εξουσίας. Είναι παράγωγο της πόλης που γεννήθηκε και της κοινωνίας στην οποία ζει. Μιας κοινωνίας ανισοτήτων, οι οποίες σε χιλιάδες νέους ανθρώπους γεννούν την ανάγκη στράτευσης στα κινήματα και στην Αριστερά

Του Δημήτρη Καραμάνη

 

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Η εκλογική μάχη της Αθήνας δεν είναι αυτοδιοικητική. Δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ.

Αν ήταν έτσι, ο -συμπαθής προς φίλους και αντιπάλους- απερχόμενος δήμαρχος Αθηναίων, με μεγαλύτερα παράσημά του τη διαχειριστική του επάρκεια και το νοικοκύρεμα των οικονομικών του δήμου, θα ήταν σήμερα μια πρωταγωνιστική φιγούρα για την πολιτική σκηνή του τόπου.

Η μάχη λοιπόν έχει αδιαμφισβήτητα πολιτική χροιά και όχι μόνο στο επίπεδο των συμβολισμών. Κυρίως γιατί οι αρχές πάνω στις οποίες θα οργανώσει την καθημερινότητά της η πρωτεύουσα είναι κομβικής σημασίας για το σύνολο μιας χώρας η οποία βγαίνει από την πολυετή μνημονιακή περιπέτεια.

Το ίδιο ισχύει φυσικά και για το πρόσωπο που θα ηγηθεί αυτής της νέας εποχής για την Αθήνα.

Είναι αλήθεια ότι η αθηναϊκή αναμέτρηση του glamour μας έχει αφήσει χρόνους. Η σχεδόν άκοπη -και αδιάκοπη πλην Τρίτση- από τα τέλη του ’80 κυριαρχία της Δεξιάς τού -γεωγραφικά- ιστορικού κέντρου και των -ταξικά- μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων, που μας χάρισε μια Μπακογιάννη, έναν Αβραμόπουλο, ένα Κακλαμάνη, έχει ιστορικά παρέλθει.

Οι εποχές που στην πρωτεόυουσα κέρδιζε το πιο ατσαλάκωτο κοστούμι των Βαλκανίων και το πιο ψηλό χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης τελείωσαν στην Αθήνα της κρίσης τη μέρα που οι χρυσαυγίτες μπήκαν στο δημοτικό συμβούλιο. Όχι με ντου, αλλά με χιλιάδες ψήφους από τα Πατήσια, τον Κολωνό, τα Σεπόλια, την Κυψέλη και άλλες λαϊκές περιοχές.

Η Αθήνα της οκταετίας 2010-2018 δεν είναι η πόλη που άφησε το στίγμα του ένας μετριοπαθής δήμαρχος. Είναι η περίοδος κατά την οποία η Ακροδεξιά κατάφερε να κάνει την ατζέντα της βάση για τον δημόσιο διάλογο όσον αφορά την πρωτεύουσα. Αθήνα σήμερα για πολλούς, σημαίνει -μετά τον οκταετή και πλέον επικοινωνιακό βομβαρδισμό φόβου και τρόμου- εγκληματικότητα, ναρκωτικά, συμμορίες, μπάχαλα, ανομία. Όταν οι νεοναζί έστηναν το αφήγημά τους πριν δέκα χρόνια πάνω σε αυτή τη βάση, δύσκολα θα φαντάζονταν ότι ακόμη και σήμερα τα σχετικά ρεπορτάζ θα αποτελούν κατ’ ελάχιστο ένα γενναίο μισάωρο σε όλα τα δελτία ειδήσεων σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση.

Τίθεται λοιπόν ένα ερώτημα: είναι όντως η Αθήνα το Μεντεγίν της Μεσογείου; Και αν όχι, μήπως τελικά είναι ακόμα μία ευρωπαϊκή μητρόπολη του 21ου αιώνα, η οποία αντιμετωπίζει ανάλογα προβλήματα -άλλα σε μεγαλύτερο, άλλα σε μικρότερο βαθμό- με τις υπόλοιπες;

Πάνω σε αυτά τα δύο ερωτήματα δομούνται σήμερα οι διαφορετικές -εκ διαμέτρου αντίθετες- στρατηγικές για την Αθήνα του 2020 και του 2030. Στρατηγικές που αποτυπώνονται καθαρά στα δύο πρόσωπα των υποψηφίων δημάρχων που στηρίζουν τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας.

Αποτέλεσμα κομματικής επετηρίδας

Αφενός, ο Κώστας Μπακογιάννης. Μια επιλογή η οποία δεν είναι απλά το αποτέλεσμα της κομματικής επετηρίδας ή η προσωποποίηση της οικογενειοκρατίας, αλλά κάτι παραπάνω. Είναι ένας πολιτικός εργαστηρίου. Με συγκρότηση και λόγο καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της μητέρας του και του θείου του. Πολιτικών, δηλαδή, της ίδιας κοπής. Ανθρώπων που αναδείχθηκαν στον πολιτικό ανταγωνισμό από μια οριοθετημένη και προστατευμένη διαδρομή. Από το προστατευμένο περιβάλλον των ιδιωτικών πανεπιστημίων του εξωτερικού, στο προστατευμένο περιβάλλον της κομματικής ανέλιξης by name, στο απολύτως φιλικό και επίσης προστατευμένο περιβάλλον των παραδοσιακών συμμάχων των ελίτ αυτής της χώρας, δηλαδή των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

Ο Κ. Μπακογιάννης είναι, ίσως, η πιο ώριμη και καλογυαλισμένη εκδοχή αυτής της γραμμής παραγωγής πολιτικών στελεχών. Με θητεία στους δύο βαθμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και με μαεστρική αυτοπροστασία από την ταύτιση με τη Ν.Δ. την οκταετία της κρίσης. Μια οκταετία η οποία, αντικειμενικά, αποτελεί τη μέχρι σήμερα χειρότερη περίοδο της μέχρι σήμερα ιστορίας της. Αφενός για την ακροδεξιά μετάλλαξή της, αφετέρου για τη συρρίκνωση της επιρροής της. Διότι μην ξεχνάμε ότι ακόμα κι όταν κατάφερε να γίνει κυβέρνηση το 2012, αυτό συνέβη με ένα ποσοστό το οποίο ήταν δέκα μονάδες κάτω ακόμα και από την επίδοση του Μιλτιάδη Έβερτ το 1996.

Η οριοθετημένη πορεία του πολιτικού παράγωγου του εργαστηρίου των ελίτ δεν μπορεί να παρεκκλίνει σπιθαμή από το πλάνο, ούτε φυσικά να μη διαθέτει ισχυρά αντισώματα έναντι της κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία πάντα στις προδιαγεγραμμένες πολιτικές καριέρες συνιστά απλά μια ενοχλητική λεπτομέρεια.

Ο Κ. Μπακογιάννης δεν χρειάστηκε παρά λίγες εβδομάδες για να αποδείξει του -παραπάνω- λόγου το αληθές. Με παρουσία δανεισμένη από τα προεκλογικά ράλι Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, με τους ΟΝΝΕΔίτες των σχολών του κέντρου της Αθήνας στο φόντο τού ομιλητή να αναβαπτίζονται εν ριπή οφθαλμού σε «νιάτα της πρωτεύουσας». Και φυσικά, με γραμμή και πολιτικό αφήγημα απευθείας από τα εγχειρίδια των σοφών της νέας Δεξιάς του 21ου αιώνα.

Ο Κώστας Μπακογιάννης είναι το πρώτο ατόφιο μοντέλο της παγκοσμίως διαδεδομένης πλέον alt-right στην Ελλάδα. Η καμπάνια του έχει ακριβώς τα χαρακτηριστικά πάνω στα οποία ο Στιβ Μπάνον, ο γκουρού του νέου διεθνούς δόγματος της Δεξιάς, έχει χτίσει την αυτοκρατορία του. Απλουστευτικός λόγος, στοχευμένα δίπολα, μπόλικη χρυσόσκονη celebrity, χάιδεμα στα ευήκοα ώτα των νοικοκυραίων. Όλα αυτά σε ένα σκηνικό ήδη έτοιμο από την ατζέντα που καλλιέργησαν με συνέπεια η Ακροδεξιά και τα ΜΜΕ για την Αθήνα του εγκλήματος και της παρακμής. Φυσικά και το αμπαλάζ παίζει ρόλο. Καθησυχάζει τον ακροατή-ψηφοφόρο που έχει δημοκρατικές ή ακόμα και προοδευτικές ευαισθησίες.

Αν σας ανατρίχιαζε το χρυσαυγίτικο «Αναρχικοί και μπολσεβίκοι, αυτή η γη δεν σας ανήκει», το οποίο ούρλιαζαν τα τάγματα εφόδου το 2010 στον Άγιο Παντελεήμονα, αν σας έμοιαζε με ρατσιστικό παραλήρημα το «Να επανακαταλάβουμε τις πόλεις μας» του Σαμαρά το 2012, τότε να βρούμε κάτι άλλο.

Πώς σας φαίνεται λοιπόν το «Η Αθήνα μας ανήκει»; Διότι ο υποψήφιος της alt-right δεν είναι κανένας παρακμιακός ακροδεξιός, αλλά ένα νέο παιδί, χαμογελαστό, μετριοπαθές. Το οποίο, βέβαια, υπόσχεται να διώξει τους εισβολείς και να πάρει πίσω την πόλη, να κόψει τις πορείες των αριστερών στο κέντρο της και παρεμπιπτόντως, όταν έχει καλό καιρό, θα κόψει και τις βόλτες του με τους αγανακτισμένους κατοίκους του Αγίου Παντελεήμονα.

Παράγωγο της πόλης που γεννήθηκε

Απέναντι στον Κ. Μπακογιάννη θα βρεθεί ένα υπόδειγμα ανθρώπου και πολιτικής διαδρομής το οποίο εχθρεύονται οι ελίτ. Ένας άνθρωπος ο οποίος δεν βλέπει στις γειτονιές της Αθήνας έναν σταθμό της φιλόδοξης πολιτικής του καριέρας, αλλά ένας άνθρωπος που γεννήθηκε, μεγάλωσε, σπούδασε, δούλεψε σε αυτές τις γειτονιές και από σταθμούς, ξέρει μόνο αυτούς του ΗΣΑΠ.

Ο Νάσος Ηλιόπουλος δεν είναι παράγωγο της πολιτικής βιομηχανίας των ελίτ και των κληρονόμων της εξουσίας. Είναι παράγωγο της πόλης που γεννήθηκε και της κοινωνίας στην οποία ζει. Μιας κοινωνίας ανισοτήτων, οι οποίες σε χιλιάδες νέους ανθρώπους γεννούν την ανάγκη στράτευσης στα κινήματα και στην Αριστερά.

Μια κοινωνία η οποία έχει λίγους τραμπούκους που κυνηγάνε μετανάστες, αλλά και πολλούς ανθρώπους οι οποίοι μεγάλωσαν πηγαίνοντας στα ίδια σχολεία και έπαιξαν μπάλα στις ίδιες πλατείες με τα παιδιά των μεταναστών.

Μια κοινωνία στην οποία ζουν οι λίγοι που θέλουν να ξηλώσουν τα πάρκα και τους ελεύθερους χώρους της πόλης για να κάνουν πάρκινγκ και πολυκαταστήματα, αλλά και οι πολλοί που ελπίζουν αυτή η πόλη να γίνει πιο πράσινη και βιώσιμη αντί να γκριζάρει κι άλλο από το τσιμέντο.

Μια κοινωνία η οποία έχει τους λίγους που, χωρίς να έχουν περάσει ούτε απέξω, νομίζουν ότι στο Πεδίο του Άρεως ζει το φάντασμα του Εσκομπάρ με τους δικούς του, αλλά έχει και τα δεκάδες πιτσιρίκια και τις οικογένειές τους, Έλληνες και μετανάστες, που απολαμβάνουν ξανά το πάρκο έπειτα από χρόνια εγκατάλειψης.

Μια κοινωνία της Αθήνας, η οποία έχει τους λίγους των νεοκλασικών στην Πλάκα, των ρετιρέ στο Λυκαβηττό και των loft στο Γκάζι, αλλά έχει και τους πολλούς που μένουν στα ισόγεια στα Πατήσια, που βγάζουν μεροκάματο στην Κυψέλη, που έχουν μαγαζιά στη Δυρραχίου, αυτούς που πάνε για μονάκια με τους Φιλιππινέζους γείτονες στα γηπεδάκια των Αμπελοκήπων, αυτούς που δουλεύουν στα μπαράκια του Μεταξουργείου, τους γείτονες που για δεκαετίες μαζεύονται κάθε Κυριακή στην Ακαδημία Πλάτωνα.

Αυτή η Αθήνα των πολλών δεν ανήκει σε κανέναν. Αυτή η Αθήνα είναι η συλλογική περιουσία καθενός και καθεμιάς που ζει και εργάζεται σε αυτή την πόλη και αυτοί ακριβώς είναι οι άνθρωποι που η Αριστερά θέλει να εκφράσει και να εκπροσωπήσει στις ερχόμενες εκλογές.

Για τον λόγο αυτό επιστρατεύει έναν άνθρωπο όχι μόνο δικό της αλλά και δικό τους.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Προοδευτικός πόλος: από την εξαγγελία στην πράξη

Η σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων είναι σήμερα το μεγάλο ζητούμενο για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Πόσο εύκολο όμως είναι να υλοποιηθεί ένα τέτοιο σχέδιο; Και ποιες είναι οι αντιφάσεις και τα προβλήματα που πρέπει να ξεπεραστούν;

Δειτε ολοκληρο το αρθρο