Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αποζημίωση... με Λιστ και Μπερλιόζ

Μαίρη Έλεν Νέζη, Δημήτρης Γιάκας©Χάρης Ακριβιάδης

Μαίρη Έλεν Νέζη και Δημήτρης Γιάκας

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Ήταν δύσκολος από πλευράς ιώσεων του αναπνευστικού ο εφετινός χειμώνας, όχι μόνον για το κοινό, αλλά και για τους καλλιτέχνες. Είτε υπαρκτή πάντως είτε διπλωματική ήταν η ασθένεια της ανερχόμενης υψιφώνου Julia Lezhneva (*1989), η ακύρωση της συναυλίας με σολίστ την ίδια, κυριολεκτικώς την τελευταία στιγμή και με ήδη μετρίως πλήθουσα την αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης», κατάφερε πλήγμα στον κατ’ ανάγκην ισχνό προγραμματισμό διεθνών μετακλήσεων του αθηναϊκού Μεγάρου. Ο οικείος χώρος της αίθουσας «Δημήτρης Μητρόπουλος» αποζημίωσε ωστόσο τους φίλους της ανθρώπινης φωνής στις 27 Φεβρουαρίου για την απογοήτευση των «ειδών» του μήνα. Στο πλαίσιο λοιπόν τριμερούς Κύκλου Franz Liszt, η 2η συναυλία φώτισε επιδόσεις αυτού του πολύπλευρου και επινοητικού δεξιοτέχνη, αρχιμουσικού και συνθέτη στο πεδίο της έντεχνης μελωδίας και σε δημιουργική αντιπαράστασή του με άλλον, αντιστοίχως εμβληματικό, εκπρόσωπο του Ρομαντισμού, τον Γάλλο Hector Berlioz.

Ο προγραμματικός συνδυασμός δεν ήταν αυθαίρετος, αλλά αντιπροσωπευτικός της επί 3,5 δεκαετίες εντατικής επικοινωνίας των δύο ανδρών και της -εκπεφρασμένης σε επιστολή του τελευταίου- αναγνώρισης της εξαιρετικότητας του Αυστρο-Ούγγρου δημιουργού. Και αυτήν ακριβώς την καλλιτεχνική συνοδοιπορία παρουσίασαν στο κοινό, με σεμνή αλλά διακριτή επίγνωση, η διεθνούς φήμης μεσόφωνος Μαίρη Έλεν Νέζη και ο διαπρεπής στην υποστήριξη του ληντ πιανίστας Δημήτρης Γιάκας. Ευρύτερα γνωστή για τις επιδόσεις της στο προκλασικό λυρικό ρεπερτόριο, η Νέζη πιστοποίησε με το ρεσιτάλ αυτό τη δόκιμη ευρύτητα ενδιαφερόντων που διακονεί ανέκαθεν τολμηρά και από την πρώτη της καλλιτεχνική νεότητα.

Τη βραδιά εγκαινίασε το πιο οικείο ως το 3ο από τα «Όνειρα αγάπης» για πιάνο σόλο του Λιστ. Η ώριμη, στιβαρή, ομοιογενής φωνή απλώθηκε στην κατάλληλης ακουστικής αίθουσα, χωρίς ο χείμαρρος της τονικής πλησμονής να συσκοτίζει την υψηλή ευκρίνεια της άρθρωσης του κειμένου και με τη μουσική ευαισθησία της καλλιτέχνιδας σε αδιάλειπτη κοινωνία με εκείνη του Γιάκα, που δεν κλήθηκε απλώς να υποστηρίξει την αδόμενη ποίηση, αλλά και το συχνά ανεπτυγμένο και γενναιόδωρο μέρος του πιάνου. «Οι τρεις τσιγγάνοι» που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τη Νέζη, πέρα από πληθωρική μονωδό, και ως εξαίρετη αφηγήτρια, κυρία της παραστατικής μουσικής απαγγελίας μεγάλων ποιητών που αξιοποίησε ο Λιστ, από τον Γκαίτε και τον Χάινε ώς τον Λενάου και τον Ουγκώ. Το συναίσθημά της, απέριττο και άμεσο, υπηρέτησε ιδανικά την «Die Lorelei» (ποίηση Χάινε), φιλοτεχνώντας ερμηνευτική μινιατούρα τρυφερής εσωτερικότητας, με νοσταλγική ηχόχρωση της επίκλησης στη γοργόνα του θρύλου και ολόθερμη συνοδεία του πιάνου. Ανατριχιαστικά εξομολογητικό και το έτερο μελωδικό αειθαλές, το στρατηγικά τοποθετημένο -καθότι γαλλόφωνο- λίγο πριν το διάλειμμα, «Oh! Quand je dors» (ποίηση Ουγκώ), με σαρκώδη γεμίσματα και εκστατικές ημιφωνίες.

Το επίσημο πρόγραμμα του 2ου μέρους της εκδηλώσεως μονοπώλησε ο κύκλος «Les nuits d'été », έργ. 7 (1856), που ο Μπερλιόζ συνέθεσε και ενορχήστρωσε ως εξαμερή ακολουθία ποιημάτων του Théophile Gautier (1811-1872), εν προκειμένω στη σπανιότερα αναβιούσα αρχική εκδοχή για φωνή και πιάνο. Η αίσθηση κάποιας απώλειας σε σχέση με την ορχηστρική συνοδεία διασκεδάσθηκε ήδη στο «Φάσμα του Ρόδου» χάρη σε μιαν απόδοση αριστοτεχνικά μετουσιωμένης μουσικής ενσυναίσθησης για τις φυσικές αλληγορίες που επικαλείται ο ποιητής. Σολίστ και πιανίστας διαχειρίστηκαν τις «Νύχτες Καλοκαιριού» με αθροιστική ερμηνευτική ένταση, συγκροτώντας μουσική ενότητα από τα ποιήματα με όπλο λυρική και οργανική έκφραση καταλυτικής ουσίας και οικονομίας, όπως, αντί άλλων, με τον ενδόμυχο σπαραγμό της ερωτικής απώλειας στην «Απουσία». Bravi!

Δείτε όλα τα σχόλια