Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μπαχ χωρίς δίχτυ ασφαλείας

Όντας οι πρώτοι που εισπράττουμε ευφρόσυνα την τυχόν διάψευση των φόβων μας, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι στατιστικά οι εκτιμήσεις μας, που αποδίδουν το οφειλόμενο δέος στα έργα, συνήθως δεν υποτιμούν την πραγματικότητα.

Μας είχε προβληματίσει -το θυμόμαστε καλά- ήδη κατά την καθυστερημένη παρουσίαση του καλλιτεχνικού προγραμματισμού του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών η σώρευση εκδηλώσεων «τσέπης» για τον Μπαχ, που συνοψίστηκαν σε έναν κύκλο υπό τον γενικώς ελκυστικό τίτλο «Τα πολλά πρόσωπα του Γιόχαν Σεμπάστιαν». Από τις 13 Φεβρουαρίου έως τις 5 Μαρτίου επιχειρήθηκε μια αναθηματική προσέγγιση χωρίς επετειακή ευκαιρία ή αφορμή και με αξιοποίηση εθνικών μουσικών εφεδρειών. Με ναυαρχίδα την παρουσίαση των 6 «Βραδεμβούργιων Κονσέρτων» από την Καμεράτα υπό τον Γιώργο Πέτρου, η προγραμματική ενότητα επικεντρώθηκε στην ενόργανη μουσική, δωματίου και... ναού, αλλά και σε διασκευές τζαζ ή απλά εξωτικής κατεύθυνσης. Αυτό όμως που εξαρχής είχε κρούσει για εμάς έναν κώδωνα κινδύνου ήταν η εξαγγελία 24ώρου, κατά το οποίο μαθητές ωδείων θα ανέκρουαν σε περίπου συνεχή ροή και σε διάφορους χώρους του ΟΜΜΑ μουσική αυτού του απατηλού μουσουργού. Υπήρχε άραγε νουνεχής που να θεωρούσε διαχειρίσιμο από μαθητές ωδείων αυτόν τον γιγάντιων απαιτήσεων συνθέτη; Και τι σήμαινε άραγε μια τέτοια -πολιτικά μελωδική για ανύποπτα ώτα- εξαγγελία για τη συνολική σοβαρότητα της σειράς των εκδηλώσεων;

Όντας οι πρώτοι που εισπράττουμε ευφρόσυνα την τυχόν διάψευση των φόβων μας, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι στατιστικά οι εκτιμήσεις μας, που αποδίδουν το οφειλόμενο δέος στα έργα, συνήθως δεν υποτιμούν την πραγματικότητα. Λίγες μόλις ώρες μάλιστα μετά την συμπτωματική παρακολούθηση ενός διεισδυτικού ντοκιμαντέρ γύρω από τον διεθνή διαγωνισμό πιάνου Van Cliburn του έτους 2013, αισθανόμαστε αναδρομικά ενισχυμένοι στις τότε επιφυλάξεις μας από το γεγονός ότι ο «χρυσός νικητής» του, ο Ουκρανός Vadym Cholodenko, βραβευμένος παρεμπιπτόντως ήδη στην Αθήνα με το Grand Prix Maria Callas 2004, ήταν -διόλου τυχαία υποθέτουμε- εκείνος από τους συνυποψηφίους του που αφιέρωνε καθημερινά και με διαφορά τις περισσότερες ώρες άσκησης (8) πάνω στο πληκτροφόρο!

Αυτό το μέτρο προετοιμασίας απουσίαζε στην εναρκτήρια συναυλία του Κύκλου, τουλάχιστον για τα "Βραδεμβούργια Κονσέρτα" αρ. 1, 3 και 4 που εν τέλει κατέλαβαν το πρώτο μέρος της συναυλίας, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, στην ούτως ή άλλως υπερμεγέθη για ολιγομελή σχηματισμό «αυθεντικών οργάνων» αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του ΟΜΜΑ. Η κύρια ένστασή μας, λοιπόν, επικεντρώνεται εν προκειμένω στο γεγονός ότι η συναυλία δεν μετατέθηκε χρονικά, ώστε να υπάρξει ο αναγκαίος αριθμός δοκιμών και να μην εκτεθούν ούτε οι εκλεκτοί μουσικοί ούτε ο ήδη διεθνούς αναγνώρισης αρχιμουσικός τους με το αποτέλεσμα που αντιμετωπίσαμε από πλευράς τονικής ακρίβειας και συγχρονισμού, ιδίως στο 1ο και 4ο κονσέρτο.

Με αυτό το προηγούμενο και προκειμένου να επανέλθουμε στον Κύκλο για τη συναυλία της 2ας Μαρτίου, απαιτήθηκε η έντονη περιέργεια για την απόδοση μουσικής του Μπαχ γραμμένης για το βιολοντσέλο της εποχής του από μια ειδικής κατασκευής τετράχορδη κρητική λύρα, αντί της οικείας τρίχορδης. Σε ένα μοναχικό ταξίδι 12 ετών, ο Γιώργος Καλούδης αξιοποίησε την ηρεμία και τη διάχυση του φωτός ενός γαλήνιου νησιωτικού τοπίου και επιχείρησε με υπομονή και οίστρο τον συνδυασμό των τριών μεγάλων ερώτων του, του τσέλου, του Μπαχ και της πάτριας λύρας. Το πρόγραμμα, ωστόσο, περιελάμβανε μία μόνον από τις 6 σουίτες για σόλο τσέλο του Κάντορα, την 1η. Επιλογή ευεξήγητη μετά και την από σκηνής παραδοχή του δεξιοτέχνη ότι η επικοινωνία του βιολοντσέλου με την «προγιαγιά του βιολιού», όπως χαρακτήρισε τη λύρα, έχει όρια. Όρια που προφανώς επέβαλαν την εκτέλεση μεμονωμένων μερών από τις άλλες σουίτες.

Ήμασταν προετοιμασμένοι για παρόμοιους περιορισμούς. Αυτό όμως που περισσότερο μας απογοήτευσε ήταν η επιστράτευση ηλεκτρικής ενίσχυσης για τη μεταποιημένη λύρα, ακόμη και σε μια αίθουσα προορισμένη για μονήρεις χρήσεις, όπως η ζεστής ακουστικής και ατμόσφαιρας «Δημήτρης Μητρόπουλος». Έτσι, από την παρακολούθηση της ιδιαίτερης συναυλίας δεν συναποκομίσαμε ίσως το σημαντικότερο, δηλαδή την ανεπιτήδευτη υποδοχή του φυσικού ήχου της τετράχορδης λύρας σε προσήκουσες συνθήκες παρουσίασης τέτοιας λόγιας μουσικής. Ούτε καν ως δειγματοληψία για την αιτιολόγηση υιοθέτησης της ενίσχυσης, που χωρίς αμφιβολία αλλοίωνε το παραγόμενο άκουσμα. Σε τελευταία ανάλυση πάντως κρατούμε στην ψυχή την αλλόκοσμη αίσθηση της Sarabande της προμνησθείσης 1ης σουίτας, χωρίς την αντήχηση της πλούσιας σονοριτέ του τσέλου που αναπληρώνει τα κενά ήχου μεταξύ των φράσεων, αναπόδραστη συνέπεια και της άλλης δομικής διαφοράς των δύο οργάνων, αφού η λύρα προϋποθέτει «πάτημα» με το νύχι. Συμπερασματικά, ένα ενδιαφέρον ταξίδι, που, χωρίς ίσως να μεταβάλλει την οργανική πεπατημένη μιας κορυφαίας μουσικής, αποδομεί όμως την επιχειρηματολογία όσων τη θεωρούν ξένη προς την καθ’ ημάς Ανατολή. Και αυτό μετράει πάνω απ’ όλα!

 

Δείτε όλα τα σχόλια