Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σε κρίσιμο σταυροδρόμι ο ελληνικός κινηματογράφος

Η «μάχη» της ΑΕΚ με τη Σλάβια Πράγας στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στην ταινία «1968» του Τάσου Μπουλμέτη. Από τις 25 Ιανουαρίου στους κινηματογράφους

Εντάξει, «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» του Γιώργου Λάνθιμου φιγουράρει αυτή τη στιγμή σε πολλές από τις λίστες που καταρτίζονται σε όλο τον πλανήτη για τις καλύτερες ταινίες της...

Εντάξει, «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» του Γιώργου Λάνθιμου φιγουράρει αυτή τη στιγμή σε πολλές από τις λίστες που καταρτίζονται σε όλο τον πλανήτη για τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Πρόκειται όμως για μια διεθνή συμπαραγωγή, που, εκ των πραγμάτων, δεν εκπροσωπεί τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, έστω κι αν ο Λάνθιμος κράτησε και γι’ αυτή την ταινία τους βασικούς συνεργάτες του στο σενάριο (Ευθύμης Φιλίππου), στη διεύθυνση φωτογραφίας (Θύμιος Μπακατάκης), στο μοντάζ (Γιώργος Μαυροψαρίδης).

Παράλληλα, είδαμε προχθές στη βρετανική εφημερίδα «Guardian» σε μια άλλη λίστα με κινηματογραφικά «διαμάντια» που δεν είχαν την τύχη που τους άξιζε, ανάμεσα σε ταινίες από όλο τον κόσμο, το «Suntan» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου. Κι αν το «Suntan» σε ξεγελά με την αποτύπωση μιας εξαρχής υπονομευμένης ευδαιμονίας στο «ελληνικό καλοκαίρι» (σε συνδυασμό με το «νεγκατίφ» του καταθλιπτικού χειμώνα σε ένα νησί του Αιγαίου), στο «Wasted Youth» (2011) των Αργύρη Παπαδημητρόπουλου -Γιαν Φόγκελ, η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου ήταν η αφορμή για «έναν βίαιο, ακατέργαστο οδηγό της Αθήνας του σήμερα», όπως σωστά διέγνωσε ο διευθυντής του Φεστιβάλ του Ρότερνταμ που είχε επισημάνει την ταινία και την παρουσίασε σε παγκόσμια πρεμιέρα.

Άραγε δικαιούμαστε να ισχυριστούμε ότι το ελληνικό σινεμά προχωρά αυτή τη στιγμή σε σταθερό έδαφος, πέρα από τον εναγκαλισμό και την αποδοχή του στο «αυτονομημένο» διεθνές φεστιβαλικό κύκλωμα;

Μακάρι να ήταν τόσο απλά τα πράγματα... Το ελληνικό σινεμά βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: Είτε θα υποκύψει στην παγίδα της τυποποίησης του weird cinema, είτε θα επιδιώξει την υπέρβαση και θα αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της εποχής μας αλλά και την «ενοχλητική» ελληνική ιδιαιτερότητα...

Ο «πρωταθλητής» του ελληνικού «νέου κύματος» Γιώργος Λάνθιμος, που σήμερα πια ζει στο Λονδίνο και γυρίζει διεθνείς συμπαραγωγές, μιλώντας πρόσφατα στη γαλλική «Figaro», περιέγραψε με ανάλογο τρόπο την κατάσταση του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου: «Θα έλεγα ότι το ελληνικό σινεμά βρίσκεται σήμερα σε ένα καλό αλλά και συγχρόνως δύσκολο σημείο. Εξακολουθεί να μην υπάρχει η δομή... Αλλά, την ίδια στιγμή, είτε λόγω των ίδιων των ταινιών είτε λόγω της κατάστασης στην Ελλάδα, που συχνά φέρνει τη χώρα στο διεθνές επίκεντρο, υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για το σύγχρονο ελληνικό σινεμά. Επομένως, τουλάχιστον οι Έλληνες σκηνοθέτες έχουν την ευκαιρία να τους προσέξουν, κάτι που άνοιξε και τον δρόμο για διεθνείς συμπαραγωγές».

Αλλά ο Λάνθιμος δηλώνει ταυτόχρονα ότι ήταν υποχρεωμένος να εγκαταλείψει την Ελλάδα προκειμένου να εξελιχθεί στον κινηματογραφικό χώρο. Ένα άλλο ταλέντο του ελληνικού κινηματογράφου, ο Θάνος Αναστόπουλος, είναι εδώ και χρόνια μόνιμος κάτοικος Τεργέστης. Ακριβώς δέκα χρόνια πριν (2007) η ταινία του «διόρθωση» (με πεζό το δέλτα, μια «μικρή» διόρθωση) είχε εντυπωσιάσει με την «ευστοχία» της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αφήνοντας πολλές προσδοκίες για το μέλλον: Η ιστορία ενός δολοφόνου που αναζητεί εξιλέωση (καθοριστικός ο Γιώργος Συμεωνίδης στον ρόλο του δολοφόνου Σημαιοφορίδη, ενός «σημαιοφόρου» με κουρελιασμένη σημαία) έβαζε στην οθόνη το συγχρονικό αποτύπωμα της Αθήνας, τις βρόμικες υπόγειες διαβάσεις, τα φτηνά διαμερίσματα, εικόνες των σαλών και των αποκλεισμένων... Η «μάχη» της εθνικής του Ρεχάγκελ με την Αλβανία αλλά και οι Ελληναράδες εκκολαπτόμενοι χρυσαυγίτες που κυριαρχούν στους δρόμους και τιμωρούν τους παρακατιανούς που σήκωσαν κεφάλι... Αλλά ο Αναστόπουλος ενσωμάτωνε και ντοκιμαντερίστικα στοιχεία, με τον επιτάφιο της Αθήνας την άνοιξη του 2007 και το τελευταίο εθνικοπατριωτικό λογίδριο του Χριστόδουλου στο Σύνταγμα, προτού αρρωστήσει και εγκαταλείψει τον μάταιο αυτό κόσμο...

Και η οικονομική παράμετρος είναι ιδιαίτερα κρίσιμη: Παρά τα αλλεπάλληλα διεθνή βραβεία των τελευταίων χρόνων, ο ελληνικός κινηματογράφος δεν έχει ακόμα ξεπεράσει τη σοβαρή ύφεση των τελευταίων χρόνων, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τους δείκτες ανεργίας του κλάδου. Ο πολύπειρος Ροβήρος Μανθούλης μας υπενθυμίζει από το Παρίσι ότι ο «οριακός» κατώτατος προϋπολογισμός μιας μέσης γαλλικής ταινίας είναι 2.000.000 ευρώ, ποσό απλησίαστο για τα ελληνικά δεδομένα. Απαιτείται μια ολοκληρωμένη και πολυεπίπεδη στρατηγική ανάπτυξης, που θα αναγνωρίζει όχι μόνο την πολιτιστική εξαίρεση αλλά και την πολλαπλασιαστική οικονομική επίδραση της οπτικοακουστικής παραγωγής, ακόμα και σε ό,τι αφορά το διεθνές «πρόσωπο» της χώρας.

Μέσα στην επόμενη χρονιά αναμένουμε να δούμε (κάνει πρεμιέρα στις 25 Ιανουαρίου) τη νέα ταινία του Τάσου Μπουλμέτη «1968». Ο σκηνοθέτης της «Πολίτικης κουζίνας» και του «Νοτιά» κλείνει κατά κάποιο τρόπο μια «τριλογία της νοσταλγίας»: Εδώ, το έναυσμα για την αναδρομή στο παρελθόν είναι ο αγώνας μπάσκετ της ΑΕΚ με τη Σλάβια Πράγας στο Παναθηναϊκό Στάδιο το 1968, που έφερε έναν ευρωπαϊκό τίτλο στους κιτρινόμαυρους, με 80.000 θεατές στις κερκίδες (ρεκόρ Γκίνες) και εκατομμύρια ακροατές στο ραδιόφωνο. Η κιτρινόμαυρη «νοσταλγία» για εκείνη τη συγκυρία μας υποχρεώνει να υπενθυμίσουμε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε ο ελληνικός κινηματογράφος, στην περίοδο που τέμνεται από το ιστορικό ορόσημο της 21ης Απριλίου 1967. Ένας ξένος παρατηρητής, ο θεωρητικός του κινηματογράφου Gideon Bachmann, παρατηρούσε κατάπληκτος τότε πως «στη Δυτική Γερμανία, στην κινηματογραφική παραγωγή ενός χρόνου μία ταινία αντιστοιχεί σε 2.300.000 κατοίκους, ενώ στην Ελλάδα η αναλογία αυτή είναι 1 προς 65.000». Ήταν βέβαια ένας κινηματογράφος με υπερβάλλουσα έμφαση στον ηθοποιό-σταρ, στον διάλογο, στη στατική κινηματογράφηση, στο πλεόνασμα κοινοτοπίας, στη θεατρογενή δραματουργία... Ωστόσο, η ακμή του εκείνη ακριβώς την περίοδο συμπίπτει με την εμφάνιση μιας διακριτής «τάσης» σκηνοθετών με σαφέστατες καλλιτεχνικές - κοινωνικές αξιώσεις και επιρροές από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά ρεύματα, που αργότερα ονομάστηκε «νέος ελληνικός κινηματογράφος» (ΝΕΚ), σε αντιδιαστολή με τον «παλιό» (ΠΕΚ).

Μέσα στη σεζόν 1969-70 η ελληνική ταινία, ανεπηρέαστη από το «επαναστατικό καθεστώς», κατακτά μια διαχρονική κορύφωση, το υψηλότερο ποσοστό της στις αίθουσες από την εποχή που υφίστανται στοιχεία με κάποιο βαθμό αξιοπιστίας (1947): 31,78%, μεταφραζόμενο σε 3,3 εκατ. θεατές.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, με τη Μεταπολίτευση να σφραγίζει και τυπικά την κατάρρευση του παλιού συστήματος παραγωγής, ο ΝΕΚ διά του Θόδωρου Αγγελόπουλου εδραιώνεται, αντιστρέφοντας τα ποσοτικά μεγέθη που είχε αντιμετωπίσει αρχικά: «Ο θίασος» κατακτά τη δεύτερη θέση της σεζόν 1975-1976 (189.620 εισιτήρια), μετά τον «Θανάση στη χώρα της σφαλιάρας» (248.982).

Η κατάρρευση από πλευράς εισιτηρίων για την ελληνική ταινία εντοπίζεται στην περίοδο 1972-1973, όπου «εξαφανίζονται» τα δύο τρίτα του κοινού των προηγούμενων χρόνων...

Η απάντηση της εγχώριας «βιομηχανίας» ήταν, έπειτα από διαπραγματεύσεις με το καθεστώς, τη στιγμή που γενικεύεται η κρίση και αρχίζει η κατάρρευση του εμπορικού κινηματογράφου, η ίδρυση μιας θυγατρικής εταιρείας παραγωγής ταινιών της κρατικής Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ). Αρχικά με την επωνυμία «Γενική Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων», για να μετονομαστεί, κατά τη Μεταπολίτευση, σε Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Το 1980, έπειτα από πιέσεις των ανθρώπων του κινηματογράφου προς την τότε κυβέρνηση, οι αρμοδιότητες για τον κινηματογράφο μεταβιβάζονται από το υπουργείο Βιομηχανίας στο υπουργείο Πολιτισμού...

Ωστόσο, ακόμη και σήμερα παραμένει απολύτως επίκαιρη η φράση του Κώστα Γαβρά πως, για να έχει μια χώρα κινηματογράφο, χρειάζεται πρώτα και κύρια, πολιτική βούληση. Κυρίαρχο είναι το παράδειγμα της Γαλλίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου υπήρξε κεντρική απόφαση στήριξης του γαλλικού κινηματογράφου από την κυβέρνηση Ντε Γκολ, με τον Αντρέ Μαλρό να αναλαμβάνει την υλοποίηση... Στην Ελλάδα, ακόμη και σήμερα απουσιάζει ο στοιχειώδης συντονισμός και οι όποιες "πολιτικές" για τον κινηματογράφο είτε είναι συγκυριακές και αποσπασματικές είτε μένουν σε επίπεδο προθέσεων...

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Προοδευτικές συγκλίσεις: ποιοι και με ποιους

Η ανάγκη μιας εναλλακτικής πρότασης για την Ευρώπη αναδεικνύεται πλέον με ολοένα σαφέστερο πρόσωπο. Το παραδοσιακό σύστημα εξουσίας βαίνει προς εξαφάνιση. Δυνάμεις πανίσχυρες πριν λίγα χρόνια, όπως...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο