Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αριστείδης Αραγεώργης (1961-2018): Υπηρετώντας τη Φιλοσοφία της Φυσικής με τον ιδανικότερο τρόπο

Της Μαρίας Παναγιωτάτου

 

Στις 8 Αυγούστου έφυγε από κοντά μας, στα 57 του χρόνια, ο Άρις Αραγεώργης, αφήνοντας δυσαναπλήρωτο κενό στη φιλοσοφική κοινότητα της χώρας μας και βυθίζοντας σε θλίψη την οικογένειά του και όσους και όσες τον γνώρισαν. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα από τα πολλά που πρόκειται να γραφτούν για το ήθος του και τη συνεισφορά του στη Φιλοσοφία από ανθρώπους που τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του.

Στην ελληνική βιβλιογραφία, αν επιθυμεί κάποιος ή κάποια να ενημερωθεί για το ακριβές αντικείμενο της Φιλοσοφίας της Φυσικής και τα στοιχεία που το διαφοροποιούν από τον κλάδο της γενικής Φιλοσοφίας της Επιστήμης (αλλά και της επιστήμης της Φυσικής) δεν έχει παρά να αναζητήσει το κείμενο του Αριστείδη Αραγεώργη «Φιλοσοφία και σύγχρονη Φυσική» (Δευκαλίων 23/2, 2005). Εκεί, ο συγγραφέας, αφού περιγράψει μια μακρά φιλοσοφική παράδοση -από τον Πλάτωνα μέχρι τους Λογικούς Θετικιστές του 20ού αιώνα- γόνιμης αλληλεπίδρασης μεταξύ Φιλοσοφίας και Φυσικής, συγκροτεί βήμα-βήμα το αντικείμενο της Φιλοσοφίας της Φυσικής ως ανεξάρτητου κλάδου της Φιλοσοφίας, που η διαπλοκή του, όμως, με παραδοσιακά φιλοσοφικά προγράμματα, όπως η μεταφυσική, είναι έντονη και καθοριστικής σημασίας. Το εγχείρημα της οντολογικής-μεταφυσικής ερμηνείας μιας φυσικής θεωρίας, το οποίο κατά πρώτο λόγο περιλαμβάνει τη «διασάφηση των εννοιολογικών δομών με τις οποίες η θεωρία αποπειράται να αναπαραστήσει τη φυσική πραγματικότητα» και κατά δεύτερο λόγο την «περιγραφή των κόσμων που είναι φυσικώς δυνατοί σύμφωνα με τη θεωρία», καθιστά τους ρόλους Φυσικής και Φιλοσοφίας σταθερά αλληλένδετους και την άσκησή τους σε αυτό το θεμελιώδες επίπεδο ιδιαιτέρως δύσκολη και για τον φυσικό, και για τον φιλόσοφο.

Ο Άρις Αραγεώργης υπηρετούσε τη Φιλοσοφία της Φυσικής με τον ιδανικότερο τρόπο, όντας βαθύς γνώστης όλων των φιλοσοφικών παραδόσεων και με μια κατανόηση της Φυσικής επιστήμης και των Μαθηματικών σε δύσκολες ερευνητικές περιοχές που θα τη ζήλευαν ακόμα και θεωρητικοί φυσικοί. Ήταν επίκουρος καθηγητής του Τομέα Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Επιστημών και Δικαίου της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Υπήρξε απόφοιτος μετ’ επαίνου του Κολεγίου Αθηνών (1980) και διπλωματούχος Χημικός Μηχανικός του ΕΜΠ (1986). Το 1987 έγινε δεκτός ως μεταπτυχιακός υπότροφος στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Επιστημών του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ και το 1991 χρίστηκε υποψήφιος διδάκτορας σε αυτό με ερευνητικό αντικείμενο τη Φιλοσοφία της Φυσικής. Παράλληλα με τις σπουδές του στην Ιστορία και τη Φιλοσοφία των Επιστημών, παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα του Τμήματος Μαθηματικών και Στατιστικής του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ από το οποίο απέκτησε το 1993 Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στα Μαθηματικά. Τον Δεκέμβριο του 1995 υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Πεδία, σωματίδια και καμπυλότητα: Θεμέλια και φιλοσοφικές όψεις της κβαντικής θεωρίας πεδίου σε καμπύλο χωρόχρονο» και επιβλέποντα τον διακεκριμένο καθηγητή Φιλοσοφίας της Φυσικής John Earman.

Στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονταν πολλές περιοχές της Φιλοσοφίας, γεγονός που προδίδει και ο πλούτος των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων που δίδαξε. Η εξειδίκευσή του εκτεινόταν από τη Φιλοσοφία και την Ιστορία των Επιστημών, τη Λογική και τη Φιλοσοφία των Μαθηματικών, έως τη μεταφυσική και τη γνωσιολογία. Αν και υπήρξε μάλλον ολιγογράφος για φιλόσοφος της επιστήμης (όχι όμως και για φιλόσοφος της Φυσικής του διαμετρήματός του), είναι δύσκολο να περιγραφεί στο δοθέν πλαίσιο η πολύτιμη συνεισφορά του σε όλα τα ερευνητικά πεδία με τα οποία ασχολήθηκε. Ως εκ τούτου, η αναφορά μου θα περιοριστεί στο έργο του στη Φιλοσοφία της Φυσικής και πιο συγκεκριμένα στο τμήμα εκείνο που σχετίζεται με τις προσπάθειες συγκρότησης μιας θεωρίας κβαντικής βαρύτητας.

Ήδη με τη διδακτορική του διατριβή καταπιάνεται με θέματα αιχμής της θεωρητικής Φυσικής και αχαρτογράφητες περιοχές όσον αφορά τις φιλοσοφικές τους διαστάσεις και συνέπειες. Η Κβαντική Θεωρία Πεδίου (ΚΘΠ) πρωτοδιατυπώθηκε από τον Paul Dirac, έναν από τους θεμελιωτές της Κβαντικής Μηχανικής, ο οποίος ενοποίησε τη μη σχετικιστική Κβαντική Μηχανική με την ειδική σχετικότητα. Η προοπτική που εγκαινιάστηκε με τη νέα θεωρία του Dirac αναπτύχθηκε περαιτέρω από τους θεωρητικούς φυσικούς στα τέλη της δεκαετίας του 1940, οδηγώντας στη δημιουργία της πρώτης και πιο επιτυχημένης ΚΘΠ, της Κβαντικής Ηλεκτροδυναμικής. Η σπουδαία αρχή είχε γίνει, οπότε τη δεκαετία του 1960 έχουμε την ενοποίηση των ηλεκτρομαγνητικών και των ασθενών (πυρηνικών) αλληλεπιδράσεων στη Θεωρία Βαθμίδας Πεδίου της Ηλεκτρασθενούς Αλληλεπίδρασης, η οποία ενσωμάτωνε και την Κβαντική Ηλεκτροδυναμική. Το επόμενο βήμα ήταν η συνένωση της ισχυρής αλληλεπίδρασης (και της θεωρίας που την περιγράφει, δηλαδή της Kβαντικής Xρωμοδυναμικής) με την ηλεκτρασθενή αλληλεπίδραση και τη διατύπωση του «καθιερωμένου μοντέλου» για την περιγραφή όλων των αλληλεπιδράσεων μεταξύ σωματιδίων πλην της βαρυτικής αλληλεπίδρασης. Συνεπώς, η ΚΘΠ αποδείχθηκε ένα ιδιαιτέρως επιτυχημένο πλαίσιο για μια ενοποιημένη περιγραφή των τριών από τις τέσσερις θεμελιώδεις αλληλεπιδράσεις του φυσικού κόσμου, με την περίπτωση όμως της βαρύτητας ακόμα να αντιστέκεται. Η αναζήτηση μιας θεωρίας κβαντικής βαρύτητας με την οποία θα επιτυγχάνεται η ενοποίηση και των τεσσάρων θεμελιωδών αλληλεπιδράσεων στη φύση αποτελεί ακόμα ζητούμενο. Το θεωρητικό κενό που αφήνει η έλλειψη μιας ικανοποιητικής θεωρίας κβαντικής βαρύτητας επιτρέπει τη διατύπωση “ημικλασικών” προσεγγίσεων, οι οποίες αποσκοπούν στη διερεύνηση της αλληλεπίδρασης της κβαντωμένης ύλης με ένα κλασικώς περιγραφόμενο πεδίο βαρύτητας. Τα θεμέλια και τις φιλοσοφικές συνέπειες μιας τέτοιας ημικλασικής θεωρίας, της ΚΘΠ σε καμπύλο χωρόχρονο, εξέτασε ο Άρις Αραγεώργης στο διδακτορικό του και στα δύο άρθρα που δημοσίευσε το 2002 και 2003 μαζί με τον καθηγητή του John Earman και τη συνάδελφό του στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ Laura Ruetsche. Φιλοσοφικές συνέπειες που, όπως γράφουν, είναι ανεξάρτητες από εκείνες που έχουν προκύψει από τη συνήθη Κβαντική Μηχανική και έχουν απασχολήσει υπερβολικά τους φιλοσόφους της Φυσικής.

Ειδικότερα, στο άρθρο του 2002, οι συγγραφείς εργαζόμενοι στην ΚΘΠ σε καμπύλο χωρόχρονο αναδεικνύουν το εξής δίλημμα όσον αφορά τη δυναμική εξέλιξη: «Είτε δεν υπάρχει δυναμική για αυτό το κβαντικό πεδίο», δηλαδή δεν υπάρχει θεωρία που να περιγράφει τη δυναμική του εξέλιξη, «είτε υπάρχει δυναμική η οποία δεν είναι δυνατόν να παρασταθεί με μοναδιακό τρόπο (unitarily implementable)», με άλλα λόγια η δυναμική του εξέλιξη δεν μπορεί να αναπαρασταθεί μέσω ενός μοναδιακού μετασχηματισμού σε χώρο Hilbert. Κατά τη γνώμη μου, η πιο ενδιαφέρουσα φιλοσοφικά συνέπεια προκύπτει από την υιοθέτηση του δεύτερου σκέλους του διλήμματος (το οποίο είναι και το λιγότερο ριζοσπαστικό από τα δύο) και σχετίζεται με το οντολογικό καθεστώς των σωματιδίων στην ΚΘΠ. Η εν λόγω συνέπεια μάλιστα υπονομεύει ακόμα περισσότερο την ήδη επισφαλή έννοια του σωματιδίου στη θεωρία. Συγκεκριμένα, εξετάζοντας «τη δυνατότητα να εφαρμοστεί κάτι άξιο του ονόματος ‘έννοια σωματιδίου’», επισημαίνουν την ακόλουθη «αναγκαία συνθήκη» για αυτό: «Η έννοια του σωματιδίου με την οποία ξεκινά κανείς πρέπει να είναι σύμμετρη με την έννοια του σωματιδίου την οποία αποκτά μέσω της δυναμικής εξέλιξης». Όμως, «σε περιπτώσεις όπου ισχύουν τα αποτελέσματα που απαγορεύουν μια μοναδιακή παράσταση της δυναμικής, η ίδια η δυναμική του κβαντικού πεδίου ακυρώνει αυτή τη δυνατότητα». Το θέμα της έννοιας του σωματιδίου απασχόλησε τους συγγραφείς και στο άρθρο του 2003, όπου υποστήριξαν πως συγκεκριμένα επιχειρήματα που οδηγούν στην υπονόμευση της έννοιας του σωματιδίου δεν είναι αρκετά πειστικά. Αν και γενικώς οι ίδιοι δηλώνουν πιο ανοιχτοί στην ιδέα ότι «η ΚΘΠ είναι κατά βάση μια θεωρία για τοπικά πεδία παρά για σωματίδια».

Το φιλοσοφικό έργο του Άρι Αραγεώργη συνέχισε να είναι σταθερά στραμμένο στη διερεύνηση οντολογικών-μεταφυσικών ερωτημάτων υπό το πρίσμα σύγχρονων φυσικών θεωριών και γι’ αυτό φάνταζε πάντοτε ιδιαίτερα «τεχνικό», όπως και ήταν στο μεγαλύτερο μέρος του. Ωστόσο, το «τεχνικό» στοιχείο είναι πλέον αδιάσπαστο κομμάτι των σύγχρονων θεωριών μας και, είτε δεχόμαστε ότι αυτές περιγράφουν αληθώς τον κόσμο είτε όχι, οφείλουμε να το κατανοήσουμε και να το αξιολογήσουμε αναλόγως, κάθε φορά που οι θεωρίες εγείρουν κρίσιμα φιλοσοφικά ερωτήματα. Ο Άρις αναγνώριζε ότι η αναζήτηση απαντήσεων έπρεπε να περνά μέσα από τις μαθηματικές «τεχνικότητες», τη «γλώσσα του βιβλίου της Φύσης». Όσοι και όσες τον γνωρίσαμε, συνεργαστήκαμε και διδαχτήκαμε από αυτόν θα θυμόμαστε με δέος πώς χειριζόταν τις μαθηματικές «τεχνικότητες» για να διατυπώσει και να απαντήσει ερωτήματα. Όπως θα θυμόμαστε την επιστημονική του ακεραιότητα, την επαγγελματική του ευσυνειδησία, την ευγένεια και το διεισδυτικό του χιούμορ, τη γενναιοδωρία του.

 

Μαρία Παναγιωτάτου είναι Φυσικός και Διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Επιστήμης

Δείτε όλα τα σχόλια