Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κείμενο 64 δεξιών «προοδευτικών»: νεοφιλελευθερισμός και αντιφάσεις

Του Δημήτρη Παπανικολόπουλου*

 

Θαυμαστή πραγματικά η προσπάθεια των 64 δεξιών ακαδημαϊκών και δημοσίων προσώπων να τετραγωνίσουν τον κύκλο: και να διασωθεί ο νεοφιλελευθερισμός, και να εξαφανιστούν οι καταστροφικές συνέπειές του για την κοινωνική πλειοψηφία, και να δυσφημιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ, παρόλο που, σε αντίθεση με τη ΝΔ, προστάτεψε τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα από τις επιπτώσεις τη κρίσης, και να θωρηθεί υπαίτιος για τα πάντα ο λαϊκισμός, χωρίς να θιγεί από αυτό η ακροδεξιά στροφή της ΝΔ. Έπειτα, αν δεν αναμασούσαν το πολιτικό αφήγημα της ΝΔ, σύμφωνα με το οποίο τα προβλήματα της χώρας δεν προέκυψαν κατά τα 40 χρόνια διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, ούτε από τη διαχείριση της κρίσης εκ μέρους τους, η οποία έκανε τη χώρα να μοιάζει ρημαγμένη από πόλεμο, αλλά από το «λαϊκισμό» που έφερε τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. στην εξουσία, θα νομίζαμε ότι τρολάρουν τη ΝΔ. θα δείτε στη συνέχεια γιατί.

Από τη μια, πράγματι, αποφεύγουν οποιαδήποτε νύξη στα βασικά μεγέθη της οικονομίας (ανάπτυξη, ανεργία, εξαγωγές, επιτόκιο δανεισμού) που αντιστρατεύεται το αφήγημά τους περί «γενικής παράλυσης», ενώ καταφεύγουν σε πασιφανείς ανακρίβειες σχετικά με την πορεία μεγεθών, όπως ιδιωτικές επενδύσεις, αδήλωτη εργασία, brain drain. Η αντι-επιστημονική μεροληψία που προδίδει η εν λόγω διαστρέβλωση γρήγορα δίνει τη θέση της στην αναλυτική δυστοκία, μιας και επιχειρείται η απόλυτη αντιστροφή αιτίου και αιτιατού. Θεωρούν πως «η γιγάντωση του λαϊκισμού» «όξυνε την κρίση εμπιστοσύνης προς τη δημοκρατία». Δεν ήταν, λοιπόν, η άνοδος των ανισοτήτων λόγω νεοφιλελευθερισμού, το έλλειμμα δημοκρατίας της ΕΕ, και η λιτότητα που επιβλήθηκε από μη εκλεγμένα θεσμικά όργανα, που γιγάντωσε την κρίση εμπιστοσύνης, και η οποία εκφράστηκε με την άνοδο του δεξιού και του αριστερού λαϊκισμού, αλλά προέκυψε από μόνος του ο λαϊκισμός και έφερε όλα τα υπόλοιπα. Για τους 64, ο νεοφιλελευθερισμός, οι ανισότητες, το έλλειμμα δημοκρατίας στην ΕΕ, και η λιτότητα, απλώς δεν αποτελούν προβλήματα. Γι αυτό και δεν τα αναφέρουν πουθενά. Οι συγγραφείς ενδιαφέρονται πρωτίστως για τη μεσαία τάξη, την ατομική πρωτοβουλία και την ατομική ευτυχία. Όλα αυτά εξασφαλίζονται από μια ανταγωνιστική αγορά. Οι λαϊκές τάξεις δεν έχουν τον ίδιο ρόλο με τη μεσαία τάξη. Άλλωστε το μοναδικό «λαϊκό αίτημα» που παρουσιάζεται στο κείμενο είναι αυτό της ασφάλειας. Φαίνεται πως δεν έχει άλλα αιτήματα ο λαϊκός άνθρωπος! Οι δε συλλογικοί αγώνες απουσιάζουν πλήρως από τα μέσα που μπορούν να οδηγήσουν σε ένα καλύτερο μέλλον.

Πρόκειται για νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία, που όμως δεν είναι το μόνο συνεκτικό στοιχείο του εν λόγω κειμένου. Πανταχού παρούσες είναι και οι αντιφάσεις στις οποίες υποπίπτουν οι συγγραφείς. Πρώτον, κρίνεται απαραίτητο ένα αποφασιστικό δίχτυ προστασίας για τους αδύναμους, την ίδια ώρα που βαφτίζεται το κοινωνικό κράτος «πελατειακό κράτος» και «αριστερίστικη ιδεοληψία» ό,τι βοηθάει τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Δεύτερον, επικροτείται η ευρωπαϊκή προοπτική και οι σχέσεις καλής γειτονίας με τις Βαλκανικές χώρες, καθώς και οι πολυμερείς συνεργασίες για την ανάπτυξη της οικονομίας και την ευημερία των πολιτών. Την ίδια στιγμή, καταλογίζεται «ψευδής ευρωπαϊσμός» στην κυβέρνηση που έλυσε το Μακεδονικό επικροτούμενη από την Ευρώπη, και όχι στη Ν.Δ. που υπαναχώρησε από την πάγια θέση της για ψηφοθηρικούς λόγους. Απορία, επίσης, δημιουργεί το γεγονός ότι η εξωτερική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, με την αναθέρμανση των σχέσεων με Ρωσία, Κίνα, ΗΠΑ, τη δημιουργία της 4μερούς στα Βαλκάνια, των 3μερών της Α. Μεσογείου, τη Σύνοδο του Νότου, τη συμμετοχή στην Πρωτοβουλία 16+1, και τη συμμαχία με τις ευρωομάδες των Σοσιαλδημοκρατών, των Πρασίνων, και των Αριστερών, φαίνεται να μην πληροί τις προδιαγραφές που θέτουν οι  συγγραφείς.

Τρίτον, οι τελευταίοι αντιλαμβάνονται το «σύγχρονο πατριωτισμό» ως «αναπόσπαστο συστατικό μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής ταυτότητας και προοπτικής». Αναρωτιέται στο σημείο αυτό κανείς σε ποιόν απευθύνεται η έμμεση κριτική: στο ΣΥΡΙΖΑ ή στη ΝΔ, της οποίας ο σκοταδισμός στο ζήτημα Εκκλησίας - Κράτους και ο επαρχιωτισμός και η αμορφωσιά στο ζήτημα του Μακεδονικού («η Μακεδονία είναι μία και ελληνική») ισοδυναμούν με έναν τυπικό εθνικισμό; Τέταρτον, ομνύουν υπέρ της δημόσιας παιδείας και υγείας. Και αναρωτιέται κανείς: πως είναι δυνατόν να αβαντάρουν τη Ν.Δ. που ομνύει υπέρ των ιδιωτικών συμφερόντων  στην παιδεία και την υγεία και όχι υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, που αναστήλωσε το ΕΣΥ (που είχαν γκρεμίζει οι μνημονιακές κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ.) και αύξησε τα κονδύλια για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα;  Πέμπτον, αντιστρατεύονται την ενοχοποίηση της επιχειρηματικότητας και την απαξίωση της εργασίας. Δεν μας εξηγούν όμως τι γίνεται όταν επιχειρηματίες και εργαζόμενοι έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα. Υποθέτουμε πάντως ότι είναι υπέρ της ανόδου του κατώτατου μισθού και της επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αλλά και υπέρ της... Ν.Δ.

Μιλούν, επίσης, για χειραγώγηση των ΜΜΕ εκ μέρους της κυβέρνησης που, σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες, πολεμάτε από το σύνολο των μεγάλων ιδιωτικών ΜΜΕ, τη στιγμή μάλιστα που ο Όμιλος Μαρινάκη κατέχει 7 εφημερίδες και το μοναδικό δίκτυο διανομής εφημερίδων. Μιλούν για «διχαστικό πολιτικό κλίμα» χωρίς να κάνουν λόγο για το ακατάσχετο υβρεολόγιο και τα τοξικά για το δημόσιο διάλογο fake news που έχει υιοθετήσει η κομματική ελίτ της Δεξιάς τόσα χρόνια. Τέλος, οι 64 δεν φαίνονται να ενοχλούνται από τα σκάνδαλα, τη διαφθορά και τις μίζες, παρά μόνο από τις «κυβερνητικές παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη».

Μιλάμε για πλήρη τορπιλισμό του επικοινωνιακού πεδίου, όπου κυριαρχούν τα δύο μέτρα και δύο σταθμά. Στο σημείο αυτό, τα fake news συναντούν τις fake αναλύσεις. Δυστυχώς για τους 64, όμως, η πειστικότητα ενός επιχειρήματος δεν στηρίζεται μόνο στην αξιοπιστία αυτού που το εκφέρει, αλλά και στη διασταύρωσή του με τα γεγονότα που υποτίθεται ότι το επιβεβαιώνουν. Και τέτοια γεγονότα δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο η εμμονή των επικοινωνιολόγων ότι οτιδήποτε ισχυριστούν τα κυρίαρχα μίντια ο κόσμος θα το χάψει. Όμως, στον κόσμο των fake news και της ακατάσχετης φλυαρίας, η αδιάψευστη απτή πραγματικότητα είναι αυτό που εμπιστευόμαστε περισσότερο.

 

* Δρ Πολιτικής Επιστήμης

 

Δείτε όλα τα σχόλια