Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η γυμνή Σιμόν με τα βαμμένα νύχια

Στην αρχή του αυτοβιογραφικού κειμένου «Οι αναμνήσεις μίας καθωσπρέπει κόρης», το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μίας τετραλογίας ημερολογίων της Μπωβουάρ, η ίδια αναφέρει ότι η μοναδική συγκεχυμένη εντύπωση που κουβαλά από τα πρώτα χρόνια της ζωής της είναι αυτή του «του κόκκινου, του μαύρου...»

ΤΗΣ ΣΙΛΒΙ ΤΙΣΣΟ*

Η καλή ανατροφή απέναντι στην πρόκληση της κοινωνικής χειραφέτησης

Στην αρχή του αυτοβιογραφικού κειμένου «Οι αναμνήσεις μίας καθωσπρέπει κόρης»,1 το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μίας τετραλογίας ημερολογίων της Μπωβουάρ, η ίδια αναφέρει ότι η μοναδική συγκεχυμένη εντύπωση που κουβαλά από τα πρώτα χρόνια της ζωής της είναι αυτή του «του κόκκινου, του μαύρου και του ζεστού». Στο σπίτι λοιπόν της οδού Ρασπάιγ, με τα λακαρισμένα λευκά έπιπλα, το κόκκινο χαλί και τις κόκκινες βελούδινες κουρτίνες η Σιμόν ντε Μπωβουάρ έκανε τα πρώτα της βήματα ως η πρωτότοκη κόρη μιας μάλλον μεσοαστικής οικογένειας. Μέσα στην οικογενειακή θαλπωρή, χωρίς μεγάλες στερήσεις και με οδηγό την γκουβερνάντα της Λουίζ η νεαρή Σιμόν διαμόρφωσε τις πρώτες αντιλήψεις της για τον κόσμο. Πολύ νωρίς έδειξε την ευφυΐα της και τη συνθετική της σκέψη και ενθαρρυμένη από το προοδευτικό οικογενειακό της περιβάλλον έδωσε έμφαση στα μαθηματικά και στη φιλοσοφία. Η οικογενειακή μετακόμιση σε ένα μικρότερο και λιγότερο πολυτελές διαμέρισμα στην οδό Ρεν, εξαιτίας της χρεωκοπίας του παππού της, δεν ανέκοψε τη φόρα των σχολικών της επιδόσεων. Όπως ομολογούσε η ίδια, δεν είχε ακόμη συμπληρώσει τα 15 της χρόνια όταν αποφάσισε ότι θα αφοσιώσει τη ζωή της στον διανοητικό στοχασμό και τη συγγραφή. Αφού αρίστευσε στο Μπακαλορεά της, συνέχισε τις σπουδές στα μαθηματικά στο Καθολικό Ινστιτούτο του Παρισιού και φιλολογία στο Ινστιτούτο Αγία Μαρία του Νεϊγί, ενώ συνέχισε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στη φιλοσοφία στη Σορβόννη, όπου και έγραψε τη διατριβή της αναφορικά με τον Λαίμπνιτζ.

Μαζί με τους Μερλώ - Ποντί καθώς και τον Λεβί Στρως εργάστηκαν στα ίδια ιδρύματα δευτερόβαθμιας εκπαίδευσης συμπληρώνοντας τις προαπαιτούμενες ώρες της πρακτικής τους άσκησης στη διδασκαλία. Λίγο αργότερα παρακολούθησε μαθήματα και στην περίφημη Ecole Normale του Παρισιού, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της για τις απαιτητικές εξετάσεις (agrégation) που θα της έδιναν το δικαίωμα να διδάσκει φιλοσοφία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας της εκεί γνωρίστηκε με τους Ζαν Πολ Σαρτρ, Πολ Νιζάν και Ρενέ Μαχώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα 21 χρόνια της έγινε το νεότερο άτομο που είχε ποτέ κατορθώσει να περάσει και να αριστεύσει σ' αυτό το τόσο απαιτητικό σύστημα εξέτασης.

Αναμφίβολα, η αντισυμβατική συντροφική σχέση που διατήρησε τον Ζαν Πολ Σαρτρ μέχρι το τέλος της ζωής και των δύο υπήρξε καταλυτική για τις φιλοσοφικές τους αναζητήσεις ενώ συνεισέφερε σημαντικά στη δημιουργία και στη διατήρηση μιας ανήσυχης συντροφιάς διανοούμενων, οι εργασίες των οποίων ανανέωσαν τη φιλοσοφία, την πολιτική επιστήμη, την κοινωνιολογία και την ψυχανάλυση οδηγώντας τους σε ριζοσπαστικές τοποθετήσεις αναφορικά με τα πιο επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα της περιόδου. Μάλιστα, από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου κι έπειτα η Μπωβουαρ επέκρινε με σφοδρότητα τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις, ενώ είχε εκφράσει ανοιχτά την υποστήριξή της στη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα.

Η λογοτεχνία ως προθάλαμος του φιλοσοφικού της στοχασμού

Τα πρώτα της έργα από το "L' invitee", το οποίο στα αγγλικά μεταφράστηκε ως "She came to stay" (1943), αλλά και τα επόμενα, μεταξύ των οποίων το «Αίμα των άλλων» (1945) και το «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί», (1946) είχαν τη μορφή μυθοπλασίας, αν και δεν υστερούσαν σε φιλοσοφικές αναφορές. Επιπλέον, η Μπωβουάρ ποτέ δεν αρνήθηκε τη χρησιμότητα της προσωπικής της κοινωνικής εμπειρίας ως πηγής έμπνευσης για τον φιλοσοφικό στοχασμό και τη συγγραφή. Υπό αυτή την έννοια κάποια από αυτά τα κείμενα περιείχαν και αυτοβιογραφικά στοιχεία, ή τέλος πάντων είχαν την αφετηρία τους εκεί.

Tαυτόχρονα δούλευε αμιγώς φιλοσοφικά κείμενα και σύντομα αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους του γαλλικού ρεύματος του υπαρξισμού (βλ. κείμενα όπως το Pour une morale de l'ambiguïté του 1947). Αναμφίβολα, την στοχαστική της οξύνοια τροφοδότησε η από κοινού με τους Σαρτρ, Μερλώ - Ποντί κι άλλους ίδρυση του αριστερού πολιτικού περιοδικού «Μοντέρνοι Καιροί», στην αρχισυνταξία του οποίου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της.

Γι' αυτό που δεν γεννιέται, αλλά γίνεται...

Η θορυβώδης δημοσίευση του Δεύτερου Φύλου (1949) προαναγγέλθηκε μέσα από δημοσιεύσεις αποσπασμάτων του βιβλίου στους «Μοντέρνους Καιρούς». Αρχικά, παρά τις επιφυλάξεις, το κείμενο αναγνωρίστηκε ως μία καλά τεκμηριωμένη φεμινιστική προσέγγιση του γαλλικού υπαρξισμού, ωστόσο η εμφάνισή του στις προθήκες των γαλλικών βιβλιοπωλείων τον Ιούνιο του 1949 δεν προμήνυε την πολλαπλότητα των κοινωνικών ανατροπών που θα υποκινούσε, ούτε την εμβέλεια αλλά και τον εντυπωσιακό διαχρονικό του αντίκτυπο ως θεωρητικού κειμένου. Το βιβλίο γρήγορα μεταφράστηκε στα αγγλικά, αλλά δεν ευτύχησε να δει πραγματικά πιστή μετάφραση πριν από τη συμπλήρωση των εξήντα χρόνων από την πρώτη έκδοσή του.

Συνεπής προς τις θεμελιακές αρχές του υπαρξισμού και της φαινομενολογίας ως φιλοσοφικών ρευμάτων από τα οποία προερχόταν η Μπωβουάρ και ταυτόχρονα αναστοχαστική αναφορικά με την υπόθεση του υπαρξιακού υποκειμένου, θέτοντας πάντα τη διαδικασία της συγκρότησης έμφυλης ταυτότητας μέσα στο πλαίσιο των ιστορικών, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών διεργασιών. Με την εγελιανή διαλεκτική στο φόντο στο επίκεντρο του προβληματισμού που ανέπτυξε αναδεικνυόταν η διαδικασία του ορισμού της γυναίκας/γυναικείας ταυτότητας ως Άλλου/αυτού που δεν είναι άνδρας, ο οποίος τελικά ορίζεται ως Εαυτός. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο ο άνδρας - Εαυτός ως πλήρης και «συνεκτικός» εκπαιδεύεται να απολαμβάνει τα προνόμια της διανοητικής ζωής, ενώ ο Άλλος, δηλαδή αυτό που αντιπροσωπεύει την Εμμένεια (γυναίκα) καθηλώνεται στη σωματικότητα και στις βιολογικές ανάγκες. Με άλλα λόγια, το περίφημο «γίνεται, δεν γεννιέται» αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο του κυρίαρχου πατριαρχικού πολιτισμού νομιμοποιώντας τη γυναικεία υποτέλεια μέσα από την επίκληση στη φυσική της προδιαγραφή.

Αναπόφευκτα το Δεύτερο φύλο διαμόρφωσε το πεδίο για πολύ έντονες και γόνιμες συζητήσεις στο φεμινιστικό κίνημα, θέτοντας το ζήτημα της συγκρότησης της γυναικείας υποκειμενικότητας ως τέτοιας μέσα στο πλαίσιο των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων και κατά συνέπεια έβαλε τις βάσεις για τη διατύπωση της εξαιρετικά κρίσιμης έννοιας της κοινωνικής κατασκευής του φύλου.

Ο κοινωνικός αντίκτυπος...

Δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι το κείμενο αυτό όχι μόνο εισήγαγε το δεύτερο ριζοσπαστικό κύμα του φεμινισμού, αλλά και συνέβαλε με την ενίσχυση του κλίματος αμφισβήτησης του κυρίαρχου κοινωνικού και έμφυλου καταμερισμού στην «εκπυρσοκρότηση» μια σειράς πολιτικών αγώνων και κοινωνικών εξεγέρσεων. Οι φεμινιστικοί αγώνες των δεκαετιών '60 και '70 στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ μέσα στην ετερογένειά τους και δεδομένων των διαφορετικών ιστορικών και κοινωνικών συμφραζόμενων με τα οποία περιβλήθηκαν αντλούσαν την έμπνευση αλλά και τη δυναμική από το καταστατικό θεμέλιο της αμφισβήτησης της ουσιοκρατίας του «φυσικού» φύλου. Η διεύρυνση της απήχησης της έννοιας του φεμινισμού αλλά και η ρητή ταύτισή της με συλλογικούς αγώνες για κοινωνική και πολιτική χειραφέτηση, επανανοηματοδότησε το περιεχόμενο πλαταίνοντας ολοένα και περισσότερα τα όριά της και ταυτίζοντας την τύχη της φεμινιστικής υπόθεσης με εκείνη του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος.

Ο κινηματογράφος και η Σιμόν ντε Μπωβουάρ

Λογοτεχνικά κείμενα της Σιμόν ντε Μπωβουάρ έχουν μέχρι στιγμής τροφοδοτήσει τη δημιουργία κινηματογραφικών ταινιών, όπως «Το αίμα των άλλων», βιβλίο του 1945, το οποίο μετέφερε στη μεγάλη οθόνη ο Κλοντ Σαμπρόλ το 1984, ή το «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί», βιβλίο του 1946, το οποίο το 1995 ενέπνευσε το σενάριο του φιλμ «Όλοι οι άντρες είναι θνητοί» του Έιτ ντε Γιονγκ. Επίσης το 2006 γυρίστηκε η ενδιαφέρουσα τηλεταινία με τίτλο «Οι εραστές του Φλορ»2 ("Les amants du Flore") σε σκηνοθεσία του Ιλαν Ντουράν Κοέν, με τη Γαλλίδα ηθοποιό Άννα Μουγκλαλίς να υποδύεται τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Ένα χρόνο αργότερα γυρίστηκε ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή της Σιμόν ντε Μπωβουάρ σε σκηνοθεσία Ντομινίκ Γκρος ("Simon de Beauvoir, Une femme actuelle", Arte). Aκόμη αναφορές στην προσωπικότητα και τη σκέψη της υπάρχουν σε δύο ταινίες που προβλήθηκαν στις αίθουσες το 2013: «Ο αφρός των ημερών» ("L' ecume de Jours") του Μισέλ Γκοντρί καθώς και το φιλμ "Violette" του Μαρτίν Προβόστ, το οποίο δεν βρήκε διανομή στις ελληνικές αίθουσες.

 

1 "Simone de Beauvoir. La scandaleuse", Le Nouvel Observateur, Παρίσι, 3-9 Ιανουαρίου 2008.

 

2 Ο τίτλος αναφέρεται στο καφέ Café de Flore, το οποίο βρίσκεται στην λεωφόρο Σαιν Ζερμαίν στην αριστερή όχθη της πόλης του Παρισιού. Από την ίδρυση το 1865 μέχρι και σήμερα αποτελεί τόπο συνάντησης συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοουμένων. Ειδικότερα, κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια έγινε χώρος φιλοξενίας της πλούσιας και ανήσυχης και ριζοσπαστικής πνευματικής ζωής της Γαλλίας. Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ και ο Ζαν Πολ Σαρτρ ήταν μεταξύ αυτών των διανοουμένων που επέλεγαν το Café de Flore ως τόπο συνάντησης με αυτούς κι αυτές με τους οποίους συμμερίζονταν τις ίδιες φιλοσοφικές και κοινωνικές ανησυχίες.

 

* Το άρθρο της Σιλβί Τισσό αναδημοσιεύτηκε μεταφρασμένο στα ελληνικά στο Rednotebook

 

Αναφορές

Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, Οι αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης: Ημερολόγια 1, μτφρ: Λέανδρος Πολενάκης, Αθήνα, Γλάρος, 1979, (επιμ.) Αθηνά Αθανασίου

Φεμινιστική θεωρία και Πολιτισμική κριτική, μτφρ: Πελαγία Μαρκέτου, Μαργαρίτα Μηλιώρη, Αιμίλιος Τσέκενης, Αθήνα, Νήσος, 2006

Δείτε όλα τα σχόλια