Live τώρα    
Ιράν / Ήταν τελικά η εξάντληση πυρομαχικών ο λόγος που ώθησε την Ουάσιγκτον σε διαπραγμάτευση;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ιράν / Ήταν τελικά η εξάντληση πυρομαχικών ο λόγος που ώθησε την Ουάσιγκτον σε διαπραγμάτευση;

Γυναίκα περνά μπροστά από τοιχογραφία με αντιαμερικανικό μήνυμα σε δρόμο της Τεχεράνης
EPA
ΑΝΑΛΥΣΗ

Αφότου ξέσπασε ο πόλεμος ΗΠΑ, Ισραήλ-Ιράν, το στοιχείο που κυριάρχησε ως εικόνα- πέρα από την ίδια την αιματηρή και καταστροφική πραγματικότητα του πολέμου- ήταν σίγουρα η ρητορική της υπερβολής και της καλλιέργειας εντυπώσεων, ειδικά από τη πλευρά της Ουάσιγκτον. 

Εντυπωσιακά πυραυλικά χτυπήματα, επιδείξεις στρατηγικών βομβαρδιστικών, απειλές αντιποίνων και τηλεοπτικές δηλώσεις αποφασιστικότητας από τον πρόεδρο Τραμπ και την ομάδα του στο Λευκό Οίκο και το Πεντάγωνο. Αλλά πίσω από το θέαμα και τα λόγια, η ψυχρή φύση των μαθηματικών επέβαλε τους δικούς της κανόνες στους πολεμικούς υπολογισμούς, και μάλιστα με πολύ πιο αποφασιστικό τρόπο απ’ ό,τι οποιαδήποτε άλλο μέσο ή οντότητα άσκησης πολιτικής πίεσης. 

Μ’ άλλα λόγια, δεν ήταν μόνο η διεθνής πίεση, οι οικονομικές και ενεργειακές επιπτώσεις του πολέμου ή οι φόβοι για περιφερειακή ανάφλεξη που μπορεί να ώθησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε διαπραγματεύσεις με το Ιράν μετά το αρχικό μπαράζ επιθέσεων. Ήταν και η… απλή αριθμητική.

Κάνοντας τον υπολογισμό

Πρόσφατη ανάλυση από το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS) προσφέρει μια αποκαλυπτική ματιά σε ένα στοιχείο που μέχρι πρότινος δεν αποτελούσε λόγο προσοχής και συνήθως παραβλέπονταν: Τους υλικούς περιορισμούς που διέπουν την προβολή ισχύος της Αμερικής. 

Σύμφωνα με την έκθεση, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν ήδη καθυστερήσεις ετών στην αναπλήρωση αρκετών κατηγοριών προηγμένων πυρομαχικών που καταναλώθηκαν γρήγορα και σε μεγάλες ποσότητες στη διάρκεια της σύγκρουσης με στο Ιράν, συμπεριλαμβανομένων πυραύλων Tomahawk, αναχαιτιστικών Patriot και συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας THAAD. Ορισμένα αποθέματα, όπως λέει η ίδια έκθεση, ενδέχεται να μην ανακάμψουν στα προπολεμικά επίπεδα τους μέχρι και το τέλος της δεκαετίας!

Πρόκειται όντως για μια σημαντική αποκάλυψη. Απ’ ότι φαίνεται, η ρητορική περί συντριπτικής αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής δεν υποστηρίζονταν από ανάλογη ικανότητα αναπλήρωσης των μέσων που την εξασφαλίζουν. Αν μη τι άλλο, η έκβαση των σύγχρονων πολέμων καθορίζεται όχι μόνο από τις ικανότητες στο πεδίο της μάχης αλλά και από εκείνες της ανθεκτικότητας, δηλαδή από την ικανότητα κατασκευής σύνθετων όπλων σε μεγάλη κλίμακα, διατήρησης της λειτουργικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού και βέβαια, διατήρησης του επιπέδου ασφαλείας των στρατηγικών αποθεμάτων.

Στην περίπτωση της Αμερικής, πίσω από κάθε υπολογισμό του Πενταγώνου υπάρχει πάντα μια μεγαλύτερη, πιο σύνθετη και πιο σταθερή παράμετρος που δεν γίνεται να αγνοηθεί: 

Η Κίνα.

Άβολο ερώτημα

Το άβολο ερώτημα που ανακύπτει για την Ουάσιγκτον είναι αν πραγματικά αναδιπλώθηκε από οποιοδήποτε πιθανό σχεδιασμό είχε κάνει για περαιτέρω κλιμάκωση με το Ιράν μόνο και μόνο επειδή ανακάλυψε, σε πραγματικό χρόνο, πως είχε ήδη εξαντλήσει τα όρια της δικής της στρατιωτικο-βιομηχανικής επάρκειας. Αν αυτό ισχύει, υποδηλώνει σοβαρή αδυναμία που δημιουργεί ρωγμές στο οικοδόμημα του αμερικανικού ηγεμονισμού. 

Η επίθεση στο Ιράν αποδείχθηκε εκ των υστέρων εξαιρετικά απαιτητική από επιμελητειακής άποψης. Οι αμερικανικές δυνάμεις φέρεται να εκτόξευσαν περισσότερους από 1.000 πυραύλους Tomahawk ενώ ταυτόχρονα ανέπτυξαν μεγάλο αριθμό αναχαιτιστικών συστημάτων Patriot και THAAD για να υπερασπιστούν τις βάσεις τους στη Μέση Ανατολή από τις ιρανικές αντεπιθέσεις με πυραύλους και “φτηνά” drones.

Επιχειρησιακά, τα αποτελέσματα των πληγμάτων κατά του Ιράν επιβεβαίωσαν την ικανότητα των ΗΠΑ στον αποκαλούμενο πόλεμο ακριβείας, όμως στρατηγικά αποκάλυψαν μια καίρια ευπάθεια που οι σχεδιαστές του Πενταγώνου γνωρίζουν εδώ και καιρό αλλά σπάνια μιλούν γι’ αυτή δημόσια.

Τα σύγχρονα όπλα ακριβείας είναι τεχνολογικά εξελιγμένα, εκπληκτικά κοστοβόρα, και το σημαντικότερο, χρειάζονται χρόνο για να παραχθούν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατασκευάζουν σήμερα λιγότερους από 200 Tomahawks ετησίως. Ακόμα και υπό συνθήκες πολέμου, οι εργολάβοι του Πενταγώνου χρειάζονται χρόνια για να αποκαταστήσουν τα εξαντλημένα αποθέματα. Η παραγωγή Patriot και THAAD αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα λόγω των εξειδικευμένων ηλεκτρονικών εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται, της περιορισμένης παραγωγικής ικανότητας των ΗΠΑ αλλά και των ασθενών δικτύων των υπεργολάβων που περιορίστηκαν σημαντικά ως αποτέλεσμα των περικοπών της μεταψυχροπολεμικής εποχής. 

«Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι τα χρήματα, είναι ο χρόνος», αποφαίνεται η έκθεση του CSIS. Αυτή η διαπίστωση αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας διότι αλλάζει όλη την θεώρηση των πραγμάτων.

Η Ουάσιγκτον μπορεί όντως χωρίς δισταγμούς να εγκρίνει αμυντικούς προϋπολογισμούς τρισεκατομμυρίων δολαρίων, να χρηματοδοτεί αφειδώς έρευνα και ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων και να επικαλείται επείγουσα ανάγκη σε καιρό πολέμου προκειμένου να διατηρεί την υπεροχή της, όμως όλα έχουν την οροφή τους. Η παραγωγή προηγμένων πυραύλων δεν μπορεί να επιταχυνθεί εν μία νυκτί. Τα πυρομαχικά υψηλής τεχνολογίας περιλαμβάνουν χιλιάδες εξαρτήματα ακριβείας, σπάνια υλικά και απαιτούν εξειδικευμένες ομάδες εργασίας, εν κατακλείδι ένα σύστημα που για να αυξήσει την παραγωγική ικανότητά του χρειάζεται ίσως και δεκαετίες.

Στην ουσία, η Αμερική ανακαλύπτει έντρομη ότι μπορεί να επιτεθεί όπου θέλει στον κόσμο γρήγορα και αποτελεσματικά αλλά η αναπλήρωση της ικανότητας της για εκ νέου επίθεση είναι μια πολύ πιο αργή διαδικασία. Αυτή η συνειδητοποίηση φαίνεται πως αναδιαμορφώνει τώρα τη στρατηγική σκέψη στα υψηλότερα κλιμάκια.

Δημόσια, η κυβέρνηση Τραμπ επιδεικνύει αυτοπεποίθηση. Ο αρχηγός του Πενταγώνου Πιτ Χέγκεθ επέμεινε πρόσφατα ότι η αύξηση του στρατιωτικού προϋπολογισμού θα επιτρέψει στους κατασκευαστές να «διπλασιάσουν ή και να τριπλασιάσουν» την παραγωγή τους. Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ δήλωσε ότι ο στρατός των ΗΠΑ διατηρεί «ένα μεγάλο οπλοστάσιο δυνατοτήτων».

Η ασυμμετρία του φόβου

Ωστόσο, κάτω από τις διαβεβαιώσεις κρύβεται μια… αγχωτική εσωτερική συζήτηση. Πρώην στρατιωτικοί αξιωματούχοι και στρατιωτικοί αναλυτές αναγνωρίζουν πως μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν κινδύνευε να δημιουργήσει αυτό που το CSIS αποκαλεί «παράθυρο ευπάθειας», δηλαδή μια κατάσταση υπό την οποία τα εξαντλημένα αμερικανικά αποθέματα κρίσιμων πυρομαχικών θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την αμερικανική πολεμική ικανότητα σε άλλα μέρη του κόσμου, π.χ. στον Ινδο-Ειρηνικό. Είναι εκεί που η ιστορία γίνεται μεγαλύτερη από το Ιράν…

Εδώ και χρόνια, η κεντρική στρατηγική εμμονή του Πενταγώνου είναι ο στρατιωτικός εκσυγχρονισμός της Κίνας και η πιθανότητα μιας μελλοντικής αντιπαράθεσης για τη Ταϊβάν. Τα αμερικανικά πολεμικά παιχνίδια, τα γυμνάσια και οι ασκήσεις, έχουν δείξει επανειλημμένα ότι οποιαδήποτε μεγάλη σύγκρουση στον Δυτικό Ειρηνικό θα καταναλώσει τεράστιες ποσότητες πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, αναχαιτιστικών αεράμυνας και πυρομαχικών ακριβείας μέσα σε λίγες μέρες.

Ορισμένες προσομοιώσεις φέρεται να καταλήγουν στην πρόβλεψη ότι τα αποθέματα κρίσιμων πυρομαχικών των ΗΠΑ θα μπορούσαν να εξαντληθούν σε λιγότερο από μία εβδομάδα! Αν δει κάποιος το συγκεκριμένο συμπέρασμα μέσα υπό το πρίσμα του πολέμου στο Ιράν, αντιλαμβάνεται ότι η σύγκρουση με την Τεχεράνη ήταν ουσιαστικά ένα απροσδόκητο τεστ αντοχής της ετοιμότητας της Αμερικής για πόλεμο μεγάλης κλίμακας. 

Και τα αποτελέσματά του ήταν απογοητευτικά.

Κατά τους ειδικούς, οι απαρχές της αμερικανικής αδυναμίας αναπλήρωσης κρίσιμων πυρομαχικών ανάγονται στην περίοδο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι Αμερικανοί επιτελείς υπέθεσαν πως οι μελλοντικοί πόλεμοι θα ήταν σύντομοι, τοπικοί και ότι η έκβασή τους θα κρίνονταν από την τεχνολογική υπεροχή. Έτσι, ο αμερικανικός στρατός βελτιστοποίησε τις τακτικές του με προσανατολισμό στις γρήγορες επεμβάσεις, όχι τους παρατεταμένους πολέμους. Οι γραμμές παραγωγής στρατιωτικού υλικού συρρικνώθηκαν, τα αποθέματα περιορίστηκαν και η αποτελεσματικότητα των συστημάτων υψηλής τεχνολογίας όπλων αντικατέστησε την υπεροπλία. Το μοντέλο αυτό φάνηκε να δικαιώνεται στη διάρκεια των επεμβάσεων στο Κόσοβο, το Ιράκ και τη Λιβύη όπου η αμερικανική αεροπορική ισχύ επικράτησε εύκολα έναντι ασθενέστερων αντιπάλων.

Αλλάζοντας την εξίσωση

Όμως ο πόλεμος στην Ουκρανία άλλαξε την εξίσωση.

Η σύγκρουση εκεί απέδειξε πως ο πόλεμος που βασίζεται στην ικανότητα αναπλήρωσης μέσων και δυνάμεων και στην ανθεκτικότητα της στρατιωτικής βιομηχανίας, δεν ήταν παρελθόν. Αντίθετα, είχε επιστρέψει σε μια νέα υβριδική εκδοχή του, τεχνολογικά προηγμένη αλλά απίστευτα αδηφάγα από πλευράς κατανάλωσης πόρων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντέδρασαν αυξάνοντας τη παραγωγή, ιδιαίτερα υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν, η οποία επένδυσε σημαντικά στην ανοικοδόμηση τμημάτων του αμερικανικού στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος ενώ παράλληλα προμήθευε την Ουκρανία με προηγμένα συστήματα. Όμως το πλάνο αυτό υλοποιείται με αργό ρυθμό, και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά μετά από δεκαετίες συρρίκνωσης.

Ο πόλεμος στο Ιράν ήρθε να επιβεβαιώσει τις ανησυχητικές διαπιστώσεις.

Για τους σχεδιαστές του Πενταγώνου, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα σε δύο εποχές διαφορετικών στρατηγικών προσανατολισμών. Δηλαδή, εξακολουθούν να είναι αρκετά ισχυρές για να διεξάγουν ένα πόλεμο ακριβείας οπουδήποτε στον κόσμο αλλά δεν είναι ακόμη προετοιμασμένες σε επίπεδο βιομηχανικής ανθεκτικότητας για πολλαπλές ταυτόχρονες συγκρούσεις υψηλής έντασης.

Αυτό το κενό αντιπροσωπεύει έναν νέο άγνωστο παράγοντα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Η αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής εξαρτάται όχι μόνο από τη στρατιωτική ικανότητα, αλλά και από τη βιωσιμότητα. Οι αντίπαλοι μελετούν όχι μόνο τι μπορεί να εκτοξεύσει σήμερα η Αμερική, αλλά και τι μπορεί να διατηρεί αύριο. Το Πεκίνο, η Μόσχα, η Τεχεράνη, η Πιονγιάνγκ κατανοούν ότι τα αποθέματα πυραύλων του Πενταγώνου δεν είναι ανεξάντλητα, ακολούθως κάνουν τους υπολογισμούς τους.

Οι γεωπολιτικές συνέπειες της εξάντλησης του οπλοστασίου των ΗΠΑ μπορεί να είναι τόσο ψυχολογικές όσο και επιχειρησιακές. Αν η Κίνα καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι Ηνωμένες Πολιτείες “έκαψαν” σημαντικά αποθέματα των κρίσιμων πυρομαχικών τους στη Μέση Ανατολή, το Πεκίνο μπορεί να θεωρήσει ότι εμφανίζεται μια προσωρινή “ευκαιρία” στον Ειρηνικό. Ακόμα κι αν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι αρνηθούν ότι υπάρχει “πρόβλημα”, οι αντίπαλοί τους δεν θα το εκλάβουν αυτό ως δεδομένο, μπορούν πάντα ν΄ αλλάξουν τους στρατηγικούς υπολογισμούς τους. Επομένως, η ανησυχία των Αμερικανών στρατηγιστών δεν είχε να κάνει με το ενδεχόμενο μιας ήττας στο Ιράν αλλά με τις συνέπειες μιας έκθεσης αλλού.

Στρατηγική παύση

Υπό αυτή την έννοια, οι διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη ίσως αντιπροσωπεύουν λιγότερο μια διπλωματική πρόοδο και περισσότερο μια στρατηγική παύση, μια προσπάθεια εξοικονόμησης μέσων και πόρων αποφεύγοντας παράλληλα έναν ευρύτερο πόλεμο του οποίου το μακροπρόθεσμο κόστος θα μπορούσε να υπερβεί τα άμεσα πολιτικά οφέλη. 

Προφανώς αυτή η λογική έχει ιστορικό προηγούμενο. Για τις μεγάλες βιομηχανικές δυνάμεις η πορεία των πολέμων στους οποίους εμπλέκονται δεν καθορίζεται από ηρωισμούς στο πεδίο της μάχης αλλά από την ανθέκτικότητά σε επίπεδο παραγωγικής ικανότητας.

Στη διάρκεια και των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, τα στατιστικά στοιχεία παραγωγής των εμπολέμων έγιναν εξίσου σημαντικά με τις κινήσεις των στρατευμάτων τους. Στο Β’ΠΠ, η βιομηχανική ικανότητα, η παραγωγή χάλυβα, η υλικοτεχνική αντοχή και οι οδοί της ναυσιπλοΐας καθόρισαν τελικά τη στρατηγική υπεροχή των Συμμάχων έναντι της ναζιστικής Γερμανίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες πέρασαν μεγάλο μέρος της μεταψυχροπολεμικής εποχής πιστεύοντας ότι είχαν ξεπεράσει αυτούς τους περιορισμούς μέσω της τεχνολογικής υπεροχής τους. Τα όπλα ακριβείας φάνηκαν να υπόσχονται συντομότερους πολέμους που θα απαιτούσαν λιγότερους πόρους.

Αλλά ο πόλεμος ακριβείας περιέχει το δικό του παράδοξο: Όσο πιο προηγμένο είναι ένα όπλο, τόσο πιο δύσκολο είναι να αντικατασταθεί. Στην πραγματικότητα, η στρατιωτική κυριαρχία της Αμερικής εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τέτοια όπλα που είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά αλλά εξαιρετικά δύσκολο να παραχθούν μαζικά.

Έτσι, η πραγματικότητα επιτάσσει τώρα “ενδοσκόπηση” και προτεραιοποίηση. 

Οι επικριτές της κυβέρνησης Τραμπ υποστηρίζουν πως η επίθεση στο Ιράν ήταν μια επικίνδυνη στρατηγική υπέρβαση των δυνατοτήτων των ΗΠΑ. Ορισμένοι Δημοκρατικοί έχουν κατηγορήσει τον Τραμπ ότι προχώρησε σε στρατιωτική δράση χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου ενώ ταυτόχρονα υπονόμευσε τη μακροπρόθεσμη πολεμική ετοιμότητα των ΗΠΑ. Άλλοι ρίχνουν ευθύνες στον Μπάιντεν και στον πακτωλό βοήθειας που έρρεε επί προεδρίας του προς την Ουκρανία, αν και οι αναλυτές σημειώνουν πως οι αμερικανικές αδυναμίες προηγούνταν πολύ των τρεχουσών κρίσεων.

Πιο αποκαλυπτική είναι η διακομματική συναίνεση που φαίνεται να διαμορφώνεται στο Κογκρέσο γύρω από ένα κεντρικό ζήτημα: Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια να υποθέτουν ότι διαθέτουν στρατιωτική ικανότητα που εκτείνεται στο άπειρο.

Για πολύ καιρό μετά τον Ψυχρό Πόλεμο η Ουάσιγκτον λειτουργούσε υπό τη λογική της συντριπτικής αφθονίας σε στρατιωτικό επίπεδο θεωρώντας ότι διέθετε ανυπέρβλητη ισχύ πυρός, ανεξάντλητους πόρους και πανίσχυρη στρατιωτική βιομηχανία. Θεωρούσε πως όλα αυτά συνδυαστικά της παρείχαν την ικανότητα αποτροπής πολλαπλών αντιπάλων ταυτόχρονα. Σήμερα, οι σχεδιαστές του Πενταγώνου έχουν αλλάξει τον τόνο, μιλούν όλο και περισσότερο τη γλώσσα της ιεράρχησης των προτεραιοτήτων και της διαχείρισης των πόρων.

Η ειρωνεία είναι ότι ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί τελικά να μείνει στη μνήμη όχι για τη ζημιά που προκάλεσε στην Τεχεράνη αλλά για την προειδοποίηση που έστειλε στην ίδια την Ουάσιγκτον...

(Πηγές: The Associated Press, CSIS)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0