Live τώρα    
Μέση Ανατολή / Πόλεμοι χωρίς τέλος, συμφωνίες χωρίς κατάληξη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μέση Ανατολή / Πόλεμοι χωρίς τέλος, συμφωνίες χωρίς κατάληξη

135696830.jpg

Η Μέση Ανατολή ζει τις τελευταίες εβδομάδες μέσα σε μια παράξενη αντίφαση. Ποτέ άλλοτε τους τελευταίους μήνες δεν υπήρξαν τόσες συζητήσεις για ειρήνη, εκεχειρίες, συμφωνίες και περιφερειακές διευθετήσεις. Και ποτέ άλλοτε δεν έμοιαζαν τόσο αβέβαιες οι ίδιες οι προοπτικές σταθερότητας που υποτίθεται ότι αυτές οι πρωτοβουλίες υπόσχονται να δημιουργήσουν.

Άλλωστε, για τους κατοίκους της Γάζας και του Λιβάνου η ειρήνη παραμένει μόνο μια λέξη που επαναλαμβάνεται σε ανακοινωθέντα και διπλωματικές συναντήσεις. Στον Νότιο Λίβανο, οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν πλέον περάσει τον ποταμό Λιτάνι ενισχύοντας τις εκτιμήσεις ότι το Ισραήλ επιχειρεί να διαμορφώσει μια νέα και βαθύτερη ζώνη ασφαλείας στο λιβανικό έδαφος. Στη Γάζα, η μεταπολεμική ανοικοδόμηση που διαφημίστηκε ως επόμενη φάση και «αλλαγή σελίδας» για την περιοχή παραμένει στα χαρτιά.

Η αντίφαση αποτυπώνεται και στο μέτωπο που σήμερα μονοπωλεί τη διεθνή προσοχή. Οι συνομιλίες ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν συνεχίζονται, όμως κανείς δεν εμφανίζεται βέβαιος για την κατάληξή τους. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς παραδέχτηκε την Παρασκευή ότι υπάρχουν ακόμα κρίσιμα «σημεία τριβής» και ότι είναι ακόμη αδύνατο να προβλεφθεί «πότε ή αν» οι δύο πλευρές θα φτάσουν σε τελική συμφωνία.

Αμερικανοί αξιωματούχοι μιλούν για ένα προκαταρκτικό πλαίσιο που θα παρέτεινε την εκεχειρία για 60 ημέρες και θα άνοιγε νέο κύκλο διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα. Η Τεχεράνη απαντά ότι δεν υπάρχει κανένα οριστικό κείμενο και διαψεύδει ότι έχει επιτευχθεί τελική συμφωνία.

Η αβεβαιότητα αυτή διαμορφώνει και τη γενικότερη εικόνα. Τρεις μήνες μετά την έναρξη του πολέμου που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν, η Ουάσιγκτον βρίσκεται πολύ μακριά από τις βεβαιότητες που συνόδευαν την αρχική στρατηγική της.

Τότε ο Λευκός Οίκος μιλούσε για αποφασιστική αναμέτρηση που θα άλλαζε τους περιφερειακούς συσχετισμούς. Σήμερα προσπαθεί να παρουσιάσει ως επιτυχία μια συμφωνία που οι επικριτές της θεωρούν επιστροφή στο σημείο όπου βρίσκονταν τα πράγματα πριν από τον πόλεμο.

Επιστροφή στο σημείο μηδέν

Η κριτική δεν περιορίζεται πλέον στους συνήθεις πολιτικούς αντιπάλους του Τραμπ. Στην Ουάσιγκτον διαμορφώνεται ένα ασυνήθιστα ευρύ μέτωπο αμφισβήτησης που εκτείνεται από Δημοκρατικούς γερουσιαστές μέχρι υποστηρικτές μιας πολύ πιο επιθετικής πολιτικής απέναντι στο Ιράν.

Κοινός παρονομαστής είναι το ερώτημα τι ακριβώς απέδωσε ένας πόλεμος που κόστισε στις ΗΠΑ δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, αποξένωσε συμμάχους, προκάλεσε αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και κατέληξε να επαναφέρει στο τραπέζι διαπραγματεύσεις για ζητήματα που βρίσκονταν ήδη υπό συζήτηση πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών.

Γι’ αυτό και η συζήτηση στις ΗΠΑ έχει μετατοπιστεί από το αν θα υπάρξει συμφωνία στο τι πέτυχε ο πόλεμος. Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Κόρι Μπούκερ δήλωσε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος «εξαπατήθηκε» από την Τεχεράνη και ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον σε χειρότερη θέση από πριν.

Ο γερουσιαστής Κρις Βαν Χόλεν χαρακτήρισε τη συμφωνία «γκάφα», παρατηρώντας ότι το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ απλώς επαναφέρει μια κατάσταση που υπήρχε ήδη πριν από την έναρξη των συγκρούσεων. Από την άλλη πλευρά, ο Ρεπουμπλικανός Ρότζερ Γουίκερ προειδοποίησε ότι μια τέτοια συμφωνία θα μετέτρεπε σε «καταστροφή» όσα υποτίθεται ότι είχε πετύχει η αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση.

Οι επικρίσεις μοιάζουν να αντανακλούν ένα ευρύτερο πρόβλημα. Το Ιράν δεν κατέρρευσε. Η αλλαγή καθεστώτος δεν πραγματοποιήθηκε. Το πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης και όχι στρατιωτικής επίλυσης. Ακόμη και το ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου -που βρισκόταν στον πυρήνα της σύγκρουσης- εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αντιπαράθεσης στις συνομιλίες.

Η διάβαση του Λιτάνι

Την ίδια στιγμή όμως, οι πολεμικές εξελίξεις τρέχουν πολύ πιο γρήγορα από τις διπλωματικές προσπάθειες. Στον Λίβανο, η διάβαση του Λιτάνι αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη στρατιωτική εξέλιξη των τελευταίων εβδομάδων.

Για δεκαετίες ο ποταμός λειτουργούσε ως βασικό σημείο αναφοράς σε κάθε συζήτηση για τις ισραηλινές επιχειρήσεις στον Νότο και για τις λεγόμενες ζώνες ασφαλείας. Το γεγονός ότι οι ισραηλινές δυνάμεις επιχειρούν πλέον βορειότερα ενισχύει τις ανησυχίες ότι η σημερινή εκστρατεία δεν περιορίζεται στην αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ αλλά συνδέεται με μια ευρύτερη προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της γεωγραφίας ασφαλείας στην περιοχή.

Οι δηλώσεις της ισραηλινής ηγεσίας ενισχύουν αυτή την εικόνα. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου ανακοίνωσε ότι ο στρατός «καταλαμβάνει κυρίαρχο έδαφος» και «ενισχύει τη ζώνη ασφαλείας», ενώ Ισραηλινοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι μιλούν πλέον ανοιχτά για επιχειρήσεις πέρα από τη λεγόμενη «Γραμμή Άμυνας» στον Νότιο Λίβανο. Ο υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς δήλωσε ότι για κάθε drone της Χεζμπολάχ εναντίον του Ισραήλ «δέκα κτήρια στη Βηρυτό πρέπει να καταρρέουν».

Οι αριθμοί αποτυπώνουν το μέγεθος της καταστροφής. Το λιβανικό υπουργείο Υγείας υπολογίζει ότι από την επανέναρξη των επιχειρήσεων τον Μάρτιο περισσότεροι από 3.200 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και σχεδόν 10.000 έχουν τραυματιστεί. 

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας καταγράφει εκατοντάδες νεκρούς - ακόμη και μετά την εκεχειρία του Απριλίου. Η Ναμπατίγια, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Νότιου Λιβάνου, έλαβε εντολή μαζικής εκκένωσης, ενώ αντίστοιχες εντολές δόθηκαν σε δεκάδες ακόμη πόλεις και χωριά.

Η Γάζα εκτός κάδρου

Η σχεδόν πλήρης μετατόπιση της διεθνούς προσοχής προς το Ιράν έχει δημιουργήσει ένα παράδοξο αποτέλεσμα. Η Γάζα, από όπου ξεκίνησε η σημερινή περιφερειακή ανάφλεξη, αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο σαν δευτερεύον ζήτημα της κρίσης.

Κι όμως, η καταστροφή παραμένει τεράστια. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν σε αυτοσχέδιους προσφυγικούς καταυλισμούς με ελάχιστη τροφή, νερό και καύσιμα, μεγάλο μέρος των υποδομών παραμένει κατεστραμμένο και οι διεθνείς οργανισμοί συνεχίζουν να προειδοποιούν για την προοπτική δραματικής επιδείνωσης της ανθρωπιστικής κρίσης.

Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για το ποιος θα κυβερνήσει τη Γάζα μετά τον πόλεμο παραμένει άλυτη. Τα σχέδια για μια μεταπολεμική διοίκηση χωρίς τη Χαμάς συγκρούονται με τη σημερινή πραγματικότητα, ενώ η ίδια η ανοικοδόμηση μοιάζει να απομακρύνεται αντί να πλησιάζει.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» που παρουσίασε ο Τραμπ στο Νταβός. Η πρωτοβουλία προβλήθηκε ως βάση μιας μεγάλης μεταπολεμικής προσπάθειας ανοικοδόμησης, με δεσμεύσεις που υποτίθεται ότι θα έφταναν τα 17 δισ. δολάρια. Ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος μίλησε τότε για μια νέα εποχή σταθερότητας και ανάπτυξης.

Μήνες αργότερα, σύμφωνα με πληροφορίες των Financial Times, το διεθνές ταμείο που δημιουργήθηκε με τη στήριξη της Παγκόσμιας Τράπεζας παραμένει άδειο. Οι περισσότερες υποσχέσεις χρηματοδότησης δεν έχουν μετατραπεί σε πραγματικές εκταμιεύσεις και τα έργα που θα σηματοδοτούσαν την έναρξη της ανοικοδόμησης δεν έχουν προχωρήσει.

Επικοινωνιακή διπλωματία

Η εικόνα γίνεται σαφέστερη αν συνδυαστεί με τη νέα προσπάθεια του Τραμπ να επαναφέρει στο προσκήνιο τις Συμφωνίες του Αβραάμ. Ο Αμερικανός Πρόεδρος γνωρίζει ότι η εξομάλυνση σχέσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και στη Σαουδική Αραβία ή στο Πακιστάν είναι σήμερα πιο μακριά απ’ ό,τι ήταν πριν από τον πόλεμο στη Γάζα.

Γνωρίζει επίσης ότι καμία αραβική κυβέρνηση δεν επιθυμεί να εμφανιστεί να αγνοεί την παλαιστινιακή υπόθεση, την ώρα που η Γάζα παραμένει «έρημη χώρα» και ο Λίβανος βομβαρδίζεται ανελέητα. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να προβάλλει τη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ ως κεντρικό στόχο. Όχι επειδή κάτι τέτοιο βρίσκεται προ των πυλών, αλλά επειδή προσφέρει μια ελκυστική εικόνα διπλωματικής επιτυχίας, την ώρα που όλα τα μέτωπα παραμένουν ανοιχτά.

Κάπως έτσι, η Μέση Ανατολή παραμένει παγιδευμένη ανάμεσα σε πολέμους που δεν τελειώνουν και συμφωνίες που δεν ολοκληρώνονται. Οι ηγέτες μιλούν για την επόμενη ημέρα, αλλά τα προβλήματα που υποτίθεται ότι θα άφηναν πίσω τους παραμένουν άλυτα.

Οι διπλωμάτες συζητούν για ειρήνη, αλλά τα μέτωπα συνεχίζουν να μετακινούνται. Το δράμα των κατοίκων της Γάζας συνεχίζεται. Ο Λίβανος δεν ηρέμησε επειδή ξεκίνησαν συνομιλίες για το Ορμούζ. Και τίποτα δεν εγγυάται ότι μια προσωρινή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν θα αποτρέψει την εμφάνιση της επόμενης κρίσης.

Στη σημερινή Μέση Ανατολή οι συγκρούσεις δεν διαδέχονται η μία την άλλη. Συνυπάρχουν, αλληλοτροφοδοτούνται και μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή. Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα υπογραφεί μια συμφωνία ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, αλλά αν υπάρχει πλέον κάποιος μηχανισμός ικανός να σταματήσει αυτή τη διαρκή μετατόπιση των σημείων ανάφλεξης.

Η περιοχή παραμένει παγιδευμένη ανάμεσα σε πολέμους που δεν τελειώνουν και συμφωνίες που δεν ολοκληρώνονται. Οι διπλωμάτες συζητούν για ειρήνη, αλλά οι κρίσεις μεταπηδούν από τη Γάζα στον Λίβανο και από τον Λίβανο στο Ιράν. Και όσο οι παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου παραμένουν αναπάντητες και ο νόμος της ζούγκλας των Τραμπ-Νετανιάχου επικρατεί, κάθε εκεχειρία κινδυνεύει να αποδειχθεί απλώς μια μικρή ανάπαυλα πριν την επόμενη κρίση.

Τι διαπραγματεύονται πραγματικά ΗΠΑ και Ιράν

Το Στενό του Ορμούζ, το επενδυτικό ταμείο για οικονομική αποζημίωση της Τεχεράνης, το ουράνιο και τα δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια

 

Από τη μία πλευρά οι διαρροές περί προόδου, από την άλλη οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες, οι ανοιχτές διαφωνίες και η απροθυμία ακόμη και των ίδιων των συμμετεχόντων να μιλήσουν για οριστική κατάληξη. Οι συνομιλίες ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη συνεχίζουν να κινούνται σε μια εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία, όπου η προοπτική συμφωνίας συνυπάρχει με το ενδεχόμενο νέας ανάφλεξης.

Η πρώτη και πιο άμεση πτυχή αφορά την ίδια την εκεχειρία. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει από τους διαμεσολαβητές, το υπό συζήτηση κείμενο προβλέπει μια περίοδο περίπου 60 ημερών κατά την οποία θα παγώσουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και θα συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις.

Ωστόσο, ακόμη και εδώ υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες. Αμερικανοί αξιωματούχοι μιλούν για  προσωρινή αναστολή των συγκρούσεων, ενώ η ιρανική πλευρά επιμένει ότι στόχος είναι μια συνολικότερη «δήλωση τερματισμού του πολέμου» για όσο διαρκούν οι συνομιλίες.

Το δεύτερο μεγάλο αγκάθι είναι το Στενό του Ορμούζ. Εδώ οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν ακόμη και για τα βασικά. Η Ουάσιγκτον θέλει άμεση επαναφορά της ναυσιπλοΐας και σταδιακή μόνο χαλάρωση των περιορισμών που έχει επιβάλει.

Η Τεχεράνη ζητά σαφές χρονοδιάγραμμα άρσης του αποκλεισμού και επιμένει ότι το Ιράν και το Ομάν έχουν δικαίωμα να συζητήσουν ακόμη και την επιβολή τελών διέλευσης στο μέλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ορμούζ παραμένει το πιο πιθανό σημείο νέας ανάφλεξης, αν οι συνομιλίες καταρρεύσουν.

Διεθνές ταμείο για το Ιράν 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια λιγότερο προβεβλημένη πτυχή των διαπραγματεύσεων. Στα προσχέδια που συζητούνται περιλαμβάνεται η δημιουργία ενός διεθνούς επενδυτικού ταμείου για το Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει, το ύψος του θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 300 δισ. δολάρια σε βάθος χρόνου.

Η Τεχεράνη το αντιμετωπίζει ως οικονομική αποζημίωση για τις καταστροφές που προκάλεσαν οι αμερικανικοί και ισραηλινοί βομβαρδισμοί, ενώ η Ουάσιγκτον προτιμά να το παρουσιάζει ως μελλοντικό επενδυτικό πρόγραμμα που θα ενεργοποιηθεί μόνο εφόσον επιτευχθεί συνολική συμφωνία.

Πίσω από την ιδέα φαίνεται να βρίσκονται παλαιότερες προτάσεις του ειδικού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ και του Τζάρεντ Κούσνερ, οι οποίοι είχαν εισηγηθεί μεγάλης κλίμακας επενδυτικά σχέδια και κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες στο Ιράν.

Το δυσκολότερο ζήτημα παραμένει αναμφίβολα το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Παρά το γεγονός ότι το πρόγραμμα αποτέλεσε την επίσημη δικαιολογία για τις αμερικανο-ισραηλινές επιθέσεις, οι δύο πλευρές δεν επιχειρούν να το λύσουν άμεσα. Αντίθετα, συμφωνούν να μεταθέσουν τη συζήτηση σε δεύτερη φάση.

Το βασικό ερώτημα αφορά περίπου 440 κιλά ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού που διαθέτει σήμερα το Ιράν, καθώς και αρκετούς ακόμη τόνους υλικού χαμηλότερου εμπλουτισμού. Η Ουάσιγκτον ζητούσε αρχικά την απομάκρυνση των αποθεμάτων από τη χώρα.

Η Τεχεράνη προτείνει μέρος του υλικού να αραιωθεί υπό διεθνή επιτήρηση και μέρος να μεταφερθεί σε τρίτη χώρα. Ο ίδιος ο Τραμπ εμφανίστηκε τις τελευταίες ημέρες πιο ευέλικτος, αν και απέκλεισε ανοιχτά το ενδεχόμενο να αναλάβουν τη φύλαξη του υλικού η Ρωσία ή η Κίνα.

Τέλος, υπάρχει το ζήτημα των κυρώσεων και των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων. Το Ιράν διαθέτει περίπου 24 δισ. δολάρια δεσμευμένα σε τράπεζες του εξωτερικού και ζητά πρόσβαση σε τουλάχιστον 20 δισεκατομμύρια ως προϋπόθεση για κάθε σοβαρή συμφωνία. Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει λύσεις μέσω τρίτων χωρών, κυρίως του Κατάρ, ώστε να αποφύγει την εικόνα άμεσης αμερικανικής χρηματοδότησης προς την Τεχεράνη.

Όλα αυτά δείχνουν ότι η σημερινή διαπραγμάτευση δεν αφορά την τελική ειρήνευση. Αφορά, κυρίως, τη δημιουργία ενός αρκετά σταθερού πλαισίου ώστε οι δύο πλευρές να μπορέσουν μελλοντικά να συζητήσουν τα πραγματικά δύσκολα ζητήματα χωρίς να επιστρέψουν στη σύγκρουση. Και αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί κάθε ένδειξη προόδου συνοδεύεται σχεδόν αμέσως από νέες αμφισβητήσεις, διαψεύσεις και στρατιωτικές εντάσεις.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0