Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η λαϊκή εξέγερση στο Χονκ Κονγκ το 1925

* Καταγράφηκε η μεγαλύτερη σε διάρκεια γενική απεργία στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος * Κεντρικό αίτημα των εξεγερμένων ήταν η αποχώρηση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν επιβάλει απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις που είχαν εγκαταστήσει

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Το Χονκ Κονγκ έχει μακρά ιστορία στις εξεγέρσεις και συνολικά η Κίνα μακρά παράδοση αντίστασης σε δυνάμεις επιβολής. Ήδη από τον 19ο αιώνα καταγράφονται σημαντικοί αγώνες και τολμηρές κινητοποιήσεις απέναντι σε ξένους και ντόπιους δυνάστες.

Από τον Αύγουστο του 1883, στο Χαγκτσέου, όταν έγιναν μεγάλες αντιβρετανικές ταραχές, μέχρι τον γαλλοκινεζικό πόλεμο του 1884-1885 όταν οι Κινέζοι εργάτες που δούλευαν στα ναυπηγεία του Χονγκ Κονγκ αρνήθηκαν να επισκευάσουν πολεμικά πλοία. Από τον Φεβρουάριο του 1889, όταν ο πληθυσμός του Τσεκιάγκ, αγανακτισμένος από τους ξένους μεγαλέμπορους και τους ιεραπόστολους, έκανε συντρίμμια το αγγλικό και το αμερικανικό προξενείο, μέχρι το 1891, όταν ξέσπασαν σε πολλά μέρη της χώρας καινούργιες εξεγέρσεις εναντίον των ιεραποστόλων, οι εργάτες, οι αγρότες, οι βιοτέχνες και οι μικρέμποροι τα βάζουν με τους ισχυρούς, αψηφώντας ακόμη και το τίμημα να χάσουν τη ζωή τους.

Η μάχη αυτή για την αξιοπρέπεια είναι αποφασιστική. Είναι όμως και αυθόρμητη, όπως σημειώνεται σε φύλλο του "Ριζοσπάστη" στις 24 Ιουλίου του 2005, όπου εντοπίζουμε σημαντικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να μη συνοδεύεται από επαρκή συντονισμό και οργάνωση και άρα να ηττάται.

«Θάνατος στους ξένους κατακτητές και τους πουλημένους υπαλλήλους»

Οι μεγάλες κινητοποιήσεις είχαν κοινή αφετηρία τους τη χρόνια καταπίεση. Ερμηνεύοντας τα συναισθήματα του κινεζικού λαού για τους Ευρωπαίους, ο Λένιν έγραφε σε άρθρο του, με αφορμή άλλη εξέγερση, μεγάλη σε δυναμική, των Μπόξερς, ότι «οι Κινέζοι πραγματικά μισούν τους Ευρωπαίους», και στη συνέχεια έθετε το ερώτημα: «Όμως ποιους Ευρωπαίους μισούν και γιατί;»

«Οι Κινέζοι δεν μισούν τους ευρωπαϊκούς λαούς, με αυτούς δεν ήρθαν σε σύγκρουση, αλλά τους Ευρωπαίους κεφαλαιοκράτες και τις πειθήνιες σ' αυτούς ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Πώς μπορούσαν οι Κινέζοι να μη μισούν τους ανθρώπους που ήρθαν στην Κίνα μόνο και μόνο για να θησαυρίσουν, που χρησιμοποίησαν τον παινεμένο πολιτισμό τους μόνο για απάτες, ληστείες και βιαιοπραγίες, που διεξήγαγαν πόλεμο ενάντια στην Κίνα για να αποκτήσουν το δικαίωμα να εμπορεύονται το όπιο που αποβλακώνει τον λαό..., που υποκριτικά συγκάλυπταν την πολιτική της ληστείας με τη διάδοση του χριστιανισμού;» σημείωνε ο Λένιν.

Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι στα τέλη του 19ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία είχε πολλαπλασιαστεί η καταπίεση από τους φεουδάρχες και τις ξένες δυνάμεις πάνω στον κινεζικό λαό με την αύξηση των φόρων και των χαρατσιών, το σύνθημα που ακουγόταν όλο και συχνότερα ήταν «θάνατος στους ξένους κατακτητές και τους πουλημένους υπαλλήλους».

Η δημιουργία Κ.Κ. και η πρώτη μεγάλη εργατική επιτυχία

Το 1921 δημιουργήθηκε το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ξεκινώντας από μια μικρή ομάδα διανοουμένων, με μια εξαιρετικά ωστόσο ετερογενή και συγκεχυμένη αντίληψη του μαρξισμού, μπόρεσε να επεκτείνει γρήγορα την προλεταριακή βάση της χάρη στην ανάπτυξη της πάλης των εργατικών τάξεων τα χρόνια μετά τη δημιουργία της.

Το 1922 οι ναυτικοί του Χονγκ Κονγκ διοργάνωσαν μια μεγάλη απεργία η οποία απέσπασε μεγάλες παραχωρήσεις από τους Βρετανούς και ήταν η πρώτη πραγματικά εντυπωσιακή εκδήλωση αντίδρασης από την κινεζική εργατική τάξη, αλλά και πετυχημένη.

Παράλληλα, μέσα στη δεκαετία του ξεκινά συντονισμένα η προσπάθεια να οργανωθούν συνδικάτα και σωματεία μέσα στα εργοστάσια.

Ωστόσο, όπως σημειώνει η αξιόπιστη ιστοσελίδα με ιστορικό περιεχόμενο libcom.org, όλες αυτές οι κινήσεις έρχονται καθυστερημένα. Όταν έχει αρχίσει ήδη σε άλλες χώρες, όπου οργανώθηκαν αντιστάσεις, να συντελούνται κρίσιμες υποχωρήσεις από τα αρχικά προτάγματα. Οι ρίζες αυτής της γενικής οπισθοχώρησης φτάνουν, σύμφωνα με τη διαδικτυακή ιστορική βιβλιοθήκη, στην αλλαγή πλεύσης από τη Σοβιετική Ένωση.

Όπως αναφέρει το άρθρο, "προσπαθώντας να επιβιώσουν σε έναν καπιταλιστικό κόσμο, το ρωσικό κράτος και το μπολσεβίκικο κόμμα γρήγορα μετατράπηκαν σε ένα από τα κύρια κέντρα της παγκόσμιας οπισθοχώρησης. Οι ανάγκες του κεφαλαίου οδήγησαν στη συντριβή της αντίστασης και της εργατικής τάξης στην Πετρούπολη και στην Κροστάνδη το 1921, στη δίωξη των διαφωνούντων κομμουνιστών και στην άγρια επιδίωξη της συσσώρευσης κεφαλαίου εις βάρος της εργατικής τάξης. Στην παγκόσμια σκηνή, οι ίδιες ανάγκες είχαν αποτέλεσμα την αυξανόμενη υποταγή της διεθνούς επανάστασης στην αναζήτηση από τις ρωσικές αρχές συμμαχιών και οικονομικής βοήθειας στον έξω κόσμο".

Στο ίδιο πνεύμα βρίσκεται και αναφορά της εποχής από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ (5 Μαρτίου 1871 - 15 Ιανουαρίου 1919), η οποία είχε σημειώσει ότι "ο ιμπεριαλισμός είναι ο τρόπος επιβίωσης κάθε εθνικού κράτους σε αυτήν την εποχή και, ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προθέσεις τους, οι μπολσεβίκοι δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στα αυξανόμενα ιμπεριαλιστικά αιτήματα του ρωσικού κράτους".

Ο ξεσηκωμός 250.000 εργατών και τα Σοβιέτ

Το 1925 ξέσπασε στη Σαγκάη το «κίνημα της 30ής Μαΐου». Η αστυνομία, που βρισκόταν στα χέρια των Βρετανών, έπνιξε την κινητοποίηση στο αίμα δολοφονώντας δώδεκα διαδηλωτές, χωρίς όμως να καταφέρει να κάμψει το ηθικό των εξεγερμένων. Αντιθέτως η απάντησή τους ήταν άμεση. Μέσα σε μερικές εβδομάδες η Σαγκάη, η Καντώνα και το Χονγκ Κονγκ παρέλυσαν από νέα γενική απεργία.

Στο Χονγκ Κονγκ, 250.000 εργάτες κατέβηκαν σε γενική απεργία διαμαρτυρόμενοι για το αιματοκύλισμα της Σαγκάης από τους ιμπεριαλιστές.

Στις 23 Ιουνίου, στην Καντώνα πραγματοποιήθηκε επίσης παλλαϊκή διαδήλωση με κύριο αίτημα την αποχώρηση των ιμπεριαλιστών από την Κίνα.

Βρετανοί και Γάλλοι αποβίβασαν ναυτικά αγήματα και χτύπησαν τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 52 και τον τραυματισμό 117 εξ αυτών. Η γενική απεργία στο Χονγκ Κονγκ και την Καντώνα κράτησε 16 μήνες και υπήρξε η μεγαλύτερη σε διάρκεια στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Σε Καντώνα και Χονγκ Κονγκ, μάλιστα, η οργάνωση της απεργίας αναλήφθηκε από ένα εμβρυικό σοβιέτ. Υποστηριζόταν από 250.000 απεργούς, οι οποίοι είχαν, ανά πενήντα, έναν εκλεγμένο αντιπρόσωπο. Το σοβιέτ λειτούργησε νοσοκομεία και σχολεία, ανέλαβε τη διοίκηση της δικαιοσύνης και μποϊκόταρε όλα τα βρετανικά προϊόντα.

Η εμπλοκή των εθνικιστών

Στην εξέγερση ενεπλάκη σε πρωταγωνιστικό ρόλο το εθνικιστικό κόμμα Κουομιντάνγκ. Μια βιαστική, ανομοιογενής και συγκυριακή συμμαχία βιομηχάνων, στρατιωτών, φοιτητών και ονειροπόλων μικροαστών. Τόσο το Κουομιντάνγκ όσο και το Κομμουνιστικό Κόμμα έκριναν πως ήταν απαραίτητο να συμμαχήσουν ώστε να ανατρέψουν τους ξένους ιμπεριαλιστές. Από το Κουομιντάνγκ εκτιμούσαν ότι οι κομμουνιστές μπορούσαν να κινητοποιήσουν τους προλετάριους και οι κομμουνιστές εκτιμούσαν πως σε συμμαχία με το Κουομιντάνγκ μπορούν να επιφέρουν τα αναγκαία πλήγματα σε αντίπαλες χώρες της Σοβιετικής Ένωσης.

Το υπόβαθρο της επανάστασης συνέθεταν η εντατικοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών και τοπικών αστικών αντιπαραθέσεων, η εκδήλωση τεράστιων αγροτικών εξεγέρσεων ενάντια στο αρχαϊκό σύστημα κατοχής γης και η εμφάνιση μιας άκρως μαχητικής εργατικής τάξης.

Οι εργάτες ήταν… καλοί όσο τα έβαζαν με τους ξένους

Αρχικά, όταν οι αγώνες των εργατών κατευθύνονταν σε ξένες επιχειρήσεις και στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία, η μητρική αστική τάξη ήταν έτοιμη να τους στηρίξει. Όταν όμως οι απεργίες άρχισαν να επεκτείνονται στις κινεζικές επιχειρήσεις, όπου οι συνθήκες εργασίας δεν ήταν λιγότερο αποτρόπαιες απ' ό,τι στις ξένες, η «εθνική μπουρζουαζία» ανακάλυψε ότι οι εργαζόμενοι προχωρούσαν σε «ανόητες υπερβολές». Ή, όπως έγραφε ο H. Isaacs στο βιβλίο του "Η τραγωδία της κινεζικής επανάστασης", «ήταν άλλο πράγμα να χρησιμοποιείς τους εργάτες και άλλο να τους αφήσεις να δαγκώνουν περισσότερο απ' ό,τι μπορούν να μασήσουν".

Πολύ γρήγορα οι Κινέζοι καπιταλιστές συνειδητοποίησαν ότι είχαν περισσότερα κοινά με τους «ξένους ιμπεριαλιστές» παρά με τους συμπατριώτες τους εργαζόμενους.

Το Κουομιντάνγκ είχε χωριστεί σε δεξιά και αριστερή πτέρυγα. Η δεξιά πτέρυγα αντιπροσώπευε τα συμφέροντα της μεγάλης μπουρζουαζίας που ήθελε να τερματίσει τον αγώνα των εργατών, να απαλλαγούν από τους κομμουνιστές και να έρθουν σε κάποιο συμβιβασμό με τους εδραιωμένους ιμπεριαλιστές. Η αριστερή πτέρυγα συμπεριελάμβανε κυρίως τους διανοούμενους και τις κατώτερες τάξεις του στρατού. Ο στόχος της ήταν να διατηρηθεί η συμμαχία με τη Ρωσία και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας.

Η Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής) από την πλευρά της, και ειδικότερα ο Στάλιν, έδωσε μεγάλη έμφαση στην αριστερή πτέρυγα θεωρώντας τη αποφασιστική αντίπαλο του ιμπεριαλισμού. Ως εκπρόσωπος της Αριστεράς αυτοπροσδιορίστηκε και επικράτησε ο Τσιανγκ Κάι Σεκ. Ήταν θαυμαστής του ηγέτη του Κουμιντάνγκ Σον Γιατ-Σεν, ο οποίος είχε οργανώσει την επανάσταση εναντίον της μοναρχίας των Μαντσού και αργότερα είχε στηρίξει τη συμμαχία με τους κομμουνιστές. Όταν πέθανε όμως ο Σον Γιατ-Σεν τον Μάρτιο του 1925, τη σκυτάλη στην ηγεσία πήρε ο Τσιανγκ Κάι Σεκ, ο οποίος δεν ακολούθησε την ίδια πολιτική και αποδείχτηκε σφόδρα αντικομμουνιστής.

Όπως υπογραμμίζει το libcom, στο πρόσωπό του συμβολιζόταν όλο το παιχνίδι της κινεζικής μπουρζουαζίας εκείνη την περίοδο. Από τη μία κολάκευε το σοβιετικό καθεστώς και πραγματοποιούσε ομιλίες για την παγκόσμια επανάσταση. Από την άλλη συνδιαλεγόταν και έκανε κάθε είδους συμφωνίες με τις δυνάμεις εξουσίας. Όπως αποδείχτηκε, προετοίμαζε σταθερά την πάταξη της αυτονομίας του εργατικού κινήματος και τη σύγκρουση με τους κομμουνιστές.

Ο "Ριζοσπάστης" γράφει ότι "πολύ γρήγορα ο Τσιανγκ Κάι Σεκ αναδείχτηκε σε ηγέτη ολόκληρης της αντιδραστικής Κίνας, στράφηκε κατά των προλεταριακών μαζών με αποκορύφωμα τη σφαγή των εργατών στην Καντώνα (Δεκέμβρης 1927), ενώ από τον Ιούλιο του 1927 το Κουομιντάνγκ διέκοψε και τυπικά τις σχέσεις του με το Κ.Κ. Κίνας".

Από το libcom υποστηρίζεται ότι μεγάλες ευθύνες για την αρνητική εξέλιξη σε βάρος των εργατών βαραίνουν την ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης, την Κομιντέρν και την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Κίνα. Η διφορούμενη στάση του Τσιανγκ φαινόταν από πολύ νωρίς, σημειώνεται.

Χαρακτηριστικά, τον Μάρτιο του 1926 ο Τσιανγκ έκανε την πρώτη του σημαντική κίνηση ενάντια στο προλεταριάτο. Οργάνωσε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στην Καντώνα που του εξασφάλισε απεριόριστο έλεγχο πάνω στο Κουομιντάνγκ. Κομμουνιστές και άλλοι μαχητές της εργατικής τάξης συνελήφθησαν και η έδρα της απεργιακής επιτροπής αλώθηκε. Η απεργία, που είχε διαρκέσει μήνες, τώρα είχε πολύ σύντομα διαλυθεί με χτυπήματα από το Κουμιτάνγκ.

Η αντίδραση της Διεθνούς σε αυτή την ξαφνική αλλαγή θέσης του Τσιανγκ ήταν σιωπή και άρνηση της πραγματικότητας. Επιπλέον η ηγεσία των Στάλιν - Μπουχάριν κατήγγειλε όποιον εξέφραζε μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα ή τη Διεθνή ανησυχία για τη συμμαχία.

Ενώ οι κομμουνιστικές ηγεσίες ήταν απασχολημένες με την αποτροπή των «υπερβολών» της ταξικής πάλης, ο Τσιανγκ συνέτριβε τις προλεταριακές και αγροτικές δυνάμεις που είχαν βοηθήσει τις νίκες του. Ο Τσιανγκ κατέστειλε το εργατικό κίνημα στην Καντώνα, στο Κιανγκσί και σε πολλές ακόμη πόλεις, ενώ στην επαρχία Κουανγκτούνγκ το αγροτικό κίνημα ενάντια στους ιδιοκτήτες διαλύθηκε με ωμή βία. Αποκορύφωμα όμως αποτέλεσε η σφαγή στη Σανγκάη.

Η Σανγκάη, με τα λιμάνια και τη βιομηχανία της, είχε στα σπλάχνα της τον ανθό του κινεζικού προλεταριάτου. Οι αγώνες τους ενάντια στην εξουσία περιγράφονταν από το Κουομιτάνγκ και το ΚΚΚ ως το προοίμιο του θριάμβου της εθνικής επανάστασης.

Καθώς το Κουομιτάνγκ προχωρούσε προς την πόλη, η Γενική Εργατική Ένωση του ΚΚΚ έκανε κάλεσμα για γενική απεργία για να υποστηρίξουν την εκστρατεία στα βόρεια και στον Τσιανκ Κάι Σεκ. Αυτή η αρχική προσπάθεια χτυπήθηκε άγρια μετά από σκληρές μάχες στον δρόμο. Οι αρχές της πόλης εξαπέλυσαν δριμεία επίθεση με σκοπό να τρομοκρατήσουν το πλήθος, χωρίς αποτέλεσμα. Στις 21 Μαρτίου του 1927 οι εργαζόμενοι επανήλθαν με 5.000 οπλισμένους άντρες και από 500.000 έως και 800.000 εργάτες που έπαιρναν μέρος στη γενική απεργία και την εξέγερση.

Η προδοσία από τους εθνικιστές

Όταν ο Τσιανγκ έφτασε στη Σανγκάη, βλέποντας την ενεργή ένοπλη εξέγερση της εργατικής τάξης, αποφάσισε να έρθει αμέσως σε επαφή με τους τοπικούς καπιταλιστές, τους ιμπεριαλιστές και τις εγκληματικές συμμορίες προκειμένου να προετοιμάσουν την καταστολή του εργατικού κινήματος. Όπως είχε κάνει και με όλες τις άλλες απελευθερωμένες πόλεις. Παρ' όλο που ήταν προφανείς οι προθέσεις του Τσιανγκ, η Διεθνής και το ΚΚΚ συνέχισαν να συμβουλεύουν τους εργάτες να εμπιστεύονται τον εθνικό στρατό και να καλωσορίζουν τον Τσιανγκ ως απελευθερωτή τους, σημειώνει το libcom.

Εκμεταλλευόμενος την ανοχή των κομμουνιστών, ο Τσιανγκ κατάφερε να προετοιμάσει προσεκτικά την αντεπίθεσή του. Στις 12 Απριλίου, όταν εξαπέλυσε τους μισθοφόρους και τις εγκληματικές ομάδες (πολλοί από τους οποίους ήταν ντυμένοι «εργαζόμενοι» των νεοσυσταθέντων «μετριοπαθών» συνδικάτων), οι εργαζόμενοι πιάστηκαν εξαπίνης. Παρά την έντονη αντίσταση από τους εργάτες, ο Τσιανγκ κατάφερε σύντομα να επανεγκαταστήσει την «τάξη» σε ένα όργιο αιματοχυσίας, όπου οι εργαζόμενοι αποκεφαλίζονταν στους δρόμους ή θάβονταν ζωντανοί σε μαζικούς τάφους μαζί με τους δολοφονημένους συντρόφους τους. Η σπονδυλική στήλη της κινεζικής εργατικής τάξης είχε γίνει θρύψαλα.

Λίγο καιρό μετά, ο Στάλιν και η υπόλοιπη ηγεσία παραδέχτηκαν ότι η επανάσταση είχε υποστεί πλήγμα. Ωστόσο επέμειναν πως η γραμμή του ΚΚΚ ήταν σωστή. Με νέο δεδομένο ότι ο Τσιανγκ και ολόκληρη η κινεζική αστική τάξη μεταπήδησαν στην αντεπανάσταση, αποφασίστηκε ότι ήταν απαραίτητο για τους εργάτες να οργανώσουν σοβιέτ. Η νέα γραμμή εφαρμόστηκε στην Κοινότητα της Καντώνας τον Δεκέμβριο του 1927. Αν και χιλιάδες εργάτες ανταποκρίθηκαν, δεν ήταν αρκετοί και δεν ήταν όλοι. Μεγάλο κομμάτι της τάξης τους ήταν ήδη τόσο απογοητευμένο από τις εξελίξεις που παρέμειναν αποστασιοποιημένοι από την εξέγερση, η οποία κατέληξε σε μία νέα φρικτή αιματοχυσία.

Δείτε όλα τα σχόλια