Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Λαϊκιστικός ο ΣΚΑΪ με τη σφραγίδα του Ινστιτούτου Reuters

Η ΕΡΤ είναι η λιγότερο «λαϊκιστική» δημόσια τηλεόραση στην Ευρώπη σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε με στοιχεία της περιόδου Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2019

Μπορεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να κατηγορήθηκε για «λαϊκισμό» από την τότε αντιπολίτευση, όμως ακριβώς το αντίθετο εμφανίζει η διαχείριση της ΕΡΤ στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ. Η δημόσια τηλεόραση δηλαδή, που κατά τεκμήριο αποτυπώνει το ύφος της πολιτικής της κυβέρνησης. Η ΕΡΤ είναι η λιγότερο «λαϊκιστική» δημόσια τηλεόραση στην Ευρώπη! Και ο ΣΚΑΪ της αριστείας, προσελκύει τα όλο και περισσότερο λαϊκιστικά κοινά.

Τα συμπεράσματα αυτά περιλαμβάνονται σε Έκθεση του Ινστιτούτου Reuters για τη Δημοσιογραφία, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, που πραγματοποιήθηκε με στοιχεία της περιόδου Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2019.

Η Έκθεση με τίτλο «Γερασμένο, μορφωμένο και πολιτικά διαφοροποιημένο το κοινό των δημόσιων μέσων ενημέρωσης» διερευνά το κοινό των δημοσίων τηλεοράσεων σε οκτώ χώρες της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα: Μ. Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Φινλανδία και Τσεχία. Η βασική διαπίστωση είναι ότι τα δημόσια μέσα ενημέρωσης αυτών των χωρών αγωνίζονται να προσεγγίσουν τα νεότερα και λιγότερο μορφωμένα ακροατήρια και κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την παρακμή και τελικά την έλλειψη σημασίας.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η Έκθεση, αφού λάβει υπόψη πέντε παραμέτρους που αφορούν το κοινό Δημόσιων και Ιδιωτικών ΜΜΕ στις οκτώ χώρες: α) το εύρος του κοινού σε όλα τα μέσα online και offline, β) το εύρος του κοινού στις νεαρές ηλικίες, γ) το εύρος του κοινού σε κοινά χαμηλότερης εκπαιδευτικής βαθμίδας, δ) την προσέλκυση ανθρώπων με διαφορετικές ιδεολογίες, ε) την προσέλκυση ανθρώπων με λαϊκιστική οπτική.

Σε αυτό το τελευταίο, η ΕΡΤ διαφοροποιείται εντελώς σε σχέση με όλα τα Δημόσια συστήματα ΜΜΕ των υπόλοιπων χωρών: βρίσκεται εντελώς εκτός του λαϊκιστικού προτύπου. Αντίθετα, ο ΣΚΑΪ της αριστείας τοποθετείται στην πλευρά των σταθμών που προσελκύουν περισσότερο λαϊκιστικά ακροατήρια. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στην Έκθεση: «Τα περισσότερα δημόσια ΜΜΕ που περιλαμβάνει η Έκθεση προσελκύουν ανθρώπους με και χωρίς λαϊκιστικές νοοτροπίες σε ίσους βαθμούς. Η μόνη εξαίρεση σε αυτό το μοτίβο είναι η Ελλάδα, όπου ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ΕΡΤ δεν προσεγγίζει τα άτομα με λαϊκιστικές συμπεριφορές. Οι ιδιωτικοί ανταγωνιστές της εκπομπής φαίνεται να είναι καλύτεροι στην τροφοδοσία των λαϊκιστών».

Η Anne Schulz, βασική ερευνήτρια της Έκθεσης, σημείωσε: «Τα δημόσια ΜΜΕ φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν προβλήματα με την εμπιστοσύνη των λαϊκιστικών ακροατηρίων. Τα λαϊκιστικά ακροατήρια δεν έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούν τα δημόσια μέσα αλλά τα εμπιστεύονται λιγότερο». Η δρ Schulz πρόσθεσε: «Αν οι επιδόσεις της online ειδησεογραφίας δεν βελτιωθούν, τα δημόσια μέσα ΜΜΕ κινδυνεύουν να συνεχίσουν να παρακμάζουν και τελικά να μην έχουν σημασία για μεγάλο μέρος του κοινού». Ο Rasmus Kleis Nielsen, συν-συγγραφέας της έκθεσης, σημείωσε: τα δημόσια ΜΜΕ είναι μεγαλύτερα, πολύ μεγαλύτερα από ό,τι συνήθως αναγνωρίζεται. Εάν δεν βρουν πιο συναρπαστικούς και “δεσμευτικούς” τρόπους παροχής ειδήσεων στο διαδίκτυο, ειδικά σε νέους και άτομα με περιορισμένη επίσημη εκπαίδευση, τελικά δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στην αποστολή δημόσιας υπηρεσίας τους, ούτε θα δικαιολογήσουν τη δημόσια χρηματοδότηση που λαμβάνουν».

Σε σχέση με την ιδεολογική τοποθέτηση του ακροατηρίου, η Έκθεση διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονται περισσότερο προς στην Αριστερά, σε γενικές γραμμές, εμπιστεύονται περισσότερο τα Δημόσια Μέσα Ενημέρωσης. Αυτό ισχύει κυρίως στην Ελλάδα (ΕΡΤ), στη Γερμανία (ARD - ZDF) και στη Φινλανδία (Yle). Στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, τα δημόσια μέσα κερδίζουν τα υψηλότερα ποσοστά εμπιστοσύνης μεταξύ εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται στο πολιτικό Κέντρο. Εξαίρεση αποτελεί η Δημοκρατία της Τσεχίας.

Η Έκθεση διερευνά τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα δημόσια συστήματα ενημέρωσης στην Ευρώπη (online και offline) μέσα από δείγμα οκτώ χωρών, σε ένα νέο περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από α) πολύ έντονο ανταγωνισμό, λόγω της δυνατότητας πολλαπλών επιλογών και β) τις ψηφιακές πλατφόρμες ενημέρωσης - που κυμαίνονται από μηχανές αναζήτησης έως τα social media και τις εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων- που προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στην ειδησεογραφία. Η ανάλυση δείχνει ότι τα δημόσια μέσα, παρά την εμβέλεια και τη χρηματοδότηση τους, αδυνατούν να προσεγγίσουν τα νεότερα και λιγότερο μορφωμένα ακροατήρια και ότι αυτό το πρόβλημα θα γίνει όλο και πιο έντονο, καθώς συνεχίζεται η μετάβαση σε ένα περιβάλλον πολυμέσων, κινητών και πλατφόρμων που κυριαρχούν.

«Ενώ η ικανότητά τους να εξυπηρετούν ακροατήρια σε όλο το πολιτικό φάσμα και σε διαφορετικές συμπεριφορές αποτελεί πολύτιμο πλεονέκτημα, η συνεχιζόμενη παρακμή της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου ως πηγές ειδήσεων υπογραμμίζει το επείγον μιας ενδελεχούς επανεξέτασης της προσφοράς ειδήσεων δημόσιων υπηρεσιών για ένα ψηφιακό μέσο», σημειώνει η Έκθεση.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ιστορικό λάθος

Το μόνο που έλειπε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μια ακόμη κρίση αξιοπιστίας. Αλλά κι αυτό το κατάφερε σ’ αυτή τη σύνοδο κορυφής κάνοντας το ιστορικό λάθος

Δειτε ολοκληρο το αρθρο