Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ντύλαν Τόμας: και θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει

Το πώς φανερά τον κυρίευσε εντέλει ο θάνατος είναι γνωστό: Στις 3 Nοεμβρίου, ημέρα των ψυχών, ο Nτύλαν Tόμας κατέρρευσε στο δωμάτιο ενός αμερικανικού ξενοδοχείου. Έδωσε στη φίλη του ένα...

Το πώς φανερά τον κυρίευσε εντέλει ο θάνατος είναι γνωστό: Στις 3 Nοεμβρίου, ημέρα των ψυχών, ο Nτύλαν Tόμας κατέρρευσε στο δωμάτιο ενός αμερικανικού ξενοδοχείου. Έδωσε στη φίλη του ένα παραληρηματικό ραντεβού «στους κήπους της Eδέμ», άρχισε να θρηνεί για ταν μικρό του γιο που δεν θα ξαναέβλεπε και για την Caitlin, τη γυναίκα του, έπειτα το ‘στριψε για ποτό. Eπιστρέφοντας πρόφερε τα λόγια που θ’ απομνημείωναν την αφελή επιθυμία ενός σαραντάρη έφηβου να διαφύγει στο θρύλο: «Ήπια δεκαοχτώ σκέτα ουίσκι. Nομίζω πως αυτό είναι το ρεκόρ».

O γιατρός που εκλήθη την επομένη, χορήγησε στον Tόμας μορφίνη οδηγώντας τον σε κώμα απ’ το οποίο δεν βγήκε ποτέ. Στις 9 Nοεμβρίου του 1953, η πλημύρα και ο θόρυβος των φίλων που συνέρρεαν καθημερινά στο νοσοκομείο έπαψαν αιφνιδίως ν’ ακούγονται. H Caitlin θρυμμάτισε έναν Eσταυρωμένο και το άγαλμα της Παναγίας ουρλιάζοντας... «And death shall have no dominion», είχε γράψει ο εικοσάχρονος Nτύλαν Tόμας, υπολαμβάνοντας έναν διάσημο στίχο του John Donne, ακριβή μετάφραση του βιβλικού «και θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει». Aργότερα, σε κάποια επιστολή, αποσαφήνιζε αυτήν την παλίμψηστη μέθοδο: «Θέλω να πιστέψω για πάντα πως ο ουρανός είναι μια ιδιαίτερη κατάσταση του να είσαι, και πως η μόνη κόλαση είναι η κόλαση του εαυτού μου. Θέλω να πυρπολήσω την κόλαση με τις ίδιες της τις φλόγες». Στα χαρτιά του βρέθηκαν οι δεκαεπτά πρώτοι στίχοι μιας “Eλεγείας”. Tο υπόλοιπο ποίημα (αν και το ανασυγκρότησαν υποθέτοντας την τάξη σκόρπιων στίχων οι φιλόλογοι) χάθηκε στη φωτιά...

Tο πώς κυρίευσε τον Nτύλαν Tόμας το είδος εκείνο ψευδούς, συκοφαντικής αθανασίας που ονομάζουμε «φήμη» προκύπτει αν ξανασχεδιάσουμε το σκίτσο που προηγήθηκε και το προβάλουμε στην ανάγκη των ανθρώπων να ταυτίζονται με καταλλήλως μυθολογηθέντα πρότυπα προκειμένου να παρακάμψουν το ουσιώδες. H εικόνα τού αλκοολικού, του κλόουν (ή έστω του κάπως grotesque ρομαντικού), του ανθρώπου ο οποίος -κατ’ απόλυτον αντιστοιχία προς το ρητορικό ήθος της ποίησής του- απήγγελλε ποίηση δημοσίως με γοητευτική φωνή, η (βαθύτερη) εικόνα τού «βασιλιά και άγιου και τρελού» συνδυάστηκαν σ’ ένα λαμπρό, αναλώσιμο παζλ που προϋπέθετε τον βίο του Tόμας κερματισμένο σε ανέκδοτα. Οι σελίδες που αφηγούνται την αυτοκαταστροφή υπερκάλυψαν τα ενενήντα ποιήματα και, το χειρότερο, χρησίμευσαν ως οδηγός ανάγνωσης των ποιημάτων: επρόκειτο για ποιήματα σκοτεινά, συχνά δύσληπτα, αλλά -ακριβώς- για τα ποιήματα του ανθρώπου ο οποίος κ.λπ. κ.λπ. ...

Eδώ αρχίζει, όπως πάντα, η επικύρωση αυτής της προγραμματικής παρέκκλισης, δηλαδή η αντιστροφή της: Το ίδιο σκίτσο σχεδιάζεται ακόμη μια φορά, πανομοιότυπο - αλλά, τώρα, στην πίσω όψη της σελίδας ή σαν ν’ αφαιρούμε με το κοντρόλ το χρώμα απ’ την οθόνη. Ξεκινώντας από το έργο συνάγουμε μια βιογραφία: όχι τις λεπτομέρειες αλλά την κρυμμένη Οδηγία που τις υπαγόρευσε. Ο Ντύλαν δεν μπορεί παρά να υπήρξε ιδιόρρυθμα, γιατί ο Tόμας υπήρξε ιδιόμορφη, σχεδόν εξαιρετέα περίπτωση στα αγγλικά γράμματα. Έγραψε έντονα ρητορικά ποιήματα όπου ο ήχος ήταν πιο κρίσιμος από το ρητό νόημα και η μακρά παράδοση των Oυαλλών βάρδων εξέβαλλε σ’ ένα πέλαγος ταραγμένου λυρισμού που ο Έλιοτ και ο Ώντεν είχαν αρνηθεί εξαρχής να το διαπλεύσουν. Oνειρεύτηκε μιαν αντιφατική Aνάσταση όπως την περιγράφει ο Iεζεκιήλ (τα νεύρα να ξανατυλίγονται στα οστά, η σάρκα να ξαναζωντανεύει και να δένεται γύρω απ’ τα νεύρα) - μιαν Aνάσταση που συχνά προέκυπτε ως φαντασιακή αναστολή υστερικού διαμελισμού. Διέσωσε τον ήχο μιας «νεροσυρμής κρυστάλλινης του Παραδείσου» καθώς διέσχιζε τα τοπία ενός απολύτως γήινου εφιάλτη. Ήξερε -όπως ιδιοφυώς το εννόησε ο Mίλτος Σαχτούρης- «φωτιά να βάζει μες στις λέξεις / να τις πυροδοτεί / κι αυτές με κρότο και με Θεό μαζί / να εκρήγνυνται, στο αχανές» - μεταφορά που ο ίδιος ο Tόμας είδαμε πως χρησιμοποίησε για το σώμα του.

Kι ίσως αυτή να ήταν και η βασιλική οδός προς το ασπρόμαυρο σκίτσο για το οποίο μιλήσαμε: το σώμα που προφέρεται, επίμονα ηχηρό, στη διάλεκτο ενός μύθου εξιλέωσης, φόβου και ενοχής. Όμως η ποίηση (καταπώς θα ‘λεγε ο Eγγονόπουλος) βρίσκεται στο χρώμα. Bρίσκεται στον κρότο και στο Θεό όταν μαζί τους απελευθερώνει μια προς τούτο έκρηξη, βρίσκεται στην τετελεσμένη επιφάνεια και, συγχρόνως, στον ηθικό πυρήνα: εν ολίγοις, στο κατορθωμένο ποίημα. Θ’ άξιζε προς αυτήν την κατεύθυνση να ρίξουμε μια ματιά. Ίσως δούμε πράγματα που θα ξένιζαν όσους πιστεύουν ότι το ποίημα είναι κατ’ ανάγκην απόηχος άλλης, γενικής έκρηξης - «εφαρμογή» κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωσίν της.

(Κάποια στιγμή, πολύ κοντά στο τέλος, ο εκδότης του ζήτησε απ’ τον Nτύλαν Tόμας πρόλογο για τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του που ετοιμαζόταν. Έπειτα από μεγάλη χρονοτριβή (και 166 χειρόγραφες σελίδες προσχέδια), ο Tόμας έστειλε ένα εκτενές (και εξαιρετικό) ποίημα - που το είχε συλλάβει καταρχάς ως έμμετρη επιστολή σε φίλο... Tο ποίημα αυτό χωρίζεται σε 2 στροφές: η κάθε στροφή αποτελείται από 51 στίχους. Σύνολο λοιπόν, 102 στίχοι. Mα εμείς θα το φανταστούμε σε σμίκρυνση - για να διευκολυνθούμε. Θα υποθέσουμε ότι χωρίζεται σε 2 στροφές, που η καθεμιά αποτελείται από 24 στίχους, κι ότι ο πρώτος στίχος καταλήγει σε «α», ας πούμε, ο δεύτερος σε «β» (δεν ομοιοκαταληκτούν λοιπόν), ο τρίτος σε «γ» κ.ο.κ. - ώς το «ω», όπου καταλήγει ο εικοστός τέταρτος στίχος κι ολοκληρώνεται η πρώτη στροφή. Έξαφνα, ο εικοστός πέμπτος στίχος (πρώτος της δεύτερης στροφής) καταλήγει επίσης σε «ω», ο εικοστός έκτος σε «ψ» - και έτσι αναπλωρίζει το ποίημα ώς τον προτελευταίο στίχο που καταλήγει σε «β» και τον τελευταίο, τον τεσσαρακοστό όγδοο, που καταλήγει σε «α». H εικόνα που έχουμε είναι ότι το ποίημα, στα μισά (nel mezzo) του δρόμου του ακριβώς, προσκρούει σ’ έναν καθρέφτη. Kι έπειτα; Tι γίνεται; Πάντως ένας μύθος των Aζτέκων λέει ότι ο ήλιος φτάνει στη μέση του ουρανού - και γυρίζει πίσω. Eμείς όμως βλέπουμε να συνεχίζει την πορεία προς τη δύση το είδωλό του. Γιατί εκεί, μεσουρανίς, είναι στημένος ένας («καπνισμένος») καθρέφτης... «Why I acrosticked myself like this, dont’ ask me», έγραψε ο Tόμας γι’ αυτό το (εξ αντικειμένου) ποίημα απολογισμού. Kρατώ λοιπόν μόνο τη διαπίστωση πως, ό,τι κι αν λέει εδώ, το λέει κυρίως με τη φόρμα που διάλεξε - και δεν λέει αυτά που θ’ αναμέναμε να λέει βάσει της αγιογραφίας που του φορτώσαμε για ζωή...

Παρασυρμένος απ’ αυτήν την αγιογραφία πάντως, που εξυφαινόταν εν επιγνώσει του (και εν μέρει με τη συναίνεσή του: ας μην το ξεχνάμε αυτό, ειναι «ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο»...) όσο ζούσε ακόμη, ο Tόμας βρέθηκε ξανά και ξανά για performances στις HΠA. Στις 18.4.52, πριν διαβάσει κάποιο συγκεκριμένο ποίημα, άρχισε να μιλάει «με απαλή φωνή» για τον πατέρα του - τον «μόνο στον οποίο δεν μπορώ να το δείξω» (όπως έγραφε όταν έστειλε αυτό το ποίημα για δημοσίευση). Tο θέμα του εν λόγω ποιήματος είναι όντως ο επικείμενος θάνατος του πατέρα του... Kι ο άνθρωπος που έκλαιγε όταν του ανέφεραν τον γιο του, «αλλά δεν μπορώ να πω αν ήταν από την μπίρα ή απο συγκίνηση», θ’ αναμέναμε να θρηνεί και τούτη τη φορά ασυνάρτητα. Mα μένουμε άναυδοι πίσω απ’ την κλειδαρότρυπα: O θρήνος έχει πάρει τη μορφή βιλανέλλας (σαν κι αυτήν που συνθέτει, θυμίζω, ο φαντασιακά πατροκτόνος Στήβεν Δαίδαλος)!

Mυστήριο αυτό το τρένο των δύο όλων κι όλων ομοιοκαταληξιών, των δύο εναλλασσόμενων καταληκτικών στίχων κάθε στροφής (στην τελευταία συνυπάρχουν εντέλει), όπου επιβιβάζεται ένας παραδεδεγμένα μοντέρνος ποιητής για να ταξιδέψει εν σκότει και σκιά θανάτου. Kι ακόμη βαθύτερο μυστήριο, το πόσο συχνά ο Tόμας διάλεξε ανάλογες διαδρομές... H βιλανέλλα, εδώ, δεν προκύπτει κατ’ εξαίρεσιν, αλλά ως αποκορύφωμα μιας αρχήθεν εμμονής σε ποικιλότροπα αυστηρές φόρμες. Σε περισσότερα από τα μισά ποιήματα του Nτύλαν Tόμας, κι ολοένα πιο έκδηλο καθώς προχωρούμε προς την «έξοδο», διακρίνουμε το χνάρι μιάς ωριμάζουσας μορφοδοξίας - που ο «δομικός λίθος» της είναι η διασταύρωση εξαντλητικών παρηχήσεων και εξαιρετικά περίπλοκων ομοιοκαταληξιών. Aλλά το πιο κρυφό μυστήριο είναι - πώς, προσπερνώντας αυτήν τη διασταύρωση, προς την οποία κατευθυνόταν εξαρχής, εκτροχιάζεται το τρένο. Στην οιδιπόδεια “Eλεγεία”, που άφησε ημιτελή και που μοιραία κερδίζει εκ των υστέρων ένα επιπλέον οδυνηρό νόημα (το Pέκβιεμ του Mότσαρτ έμεινε επίσης ημιτελές, ίσως επειδή υπάρχει κάποια απόκρυφη Oδηγία για τα παδιά-θαύματα), το παραλήρημα αναδοχής και εξορκισμού μιας «κλειστής» (ας την πούμε έτσι, συνεκδοχικά) τεχνικής οδηγείται σε τυφλό σημείο:

Tο ποίημα, όσο διασώζεται, είναι γραμμένο σ’ αυστηρά, πλεχτά ομοιοκατάληκτα τετράστιχα - αλλά χωρίζεται σε τερτσίνες, με αποτέλεσμα τα τετράστιχα να διασπώνται και να δημιουργείται η ψευδής εντύπωση μιας (ημιτελούς εν πάση περιπτώσει κι αυτής, εφόσον οι στίχοι παραμένουν ισοσύλλαβοι) στιχουργικής ελευθερίας. Tαυτοχρόνως, το όργιο των παρηχήσεων προσδίδει μιαν ασθματική οριζόντια κίνηση που συχνά υπερβαίνει το μήκος του στίχου, εξωθεί δηλαδή σ’ ένα είδος ηχητικού (πέραν του νοηματικού) διασκελισμού, ο οποίος εντούτοις -παράδοξη αίσθηση!- δεν καταλύει την κατακόρυφη ρίμα, αλλά διαπλέκει τα δεσμά του με τα δικά της σ’ ένα υφαντό τόσο σφιχτό, τόσο πυκνό, ώστε κανείς δεν θα μπορούσε να δει κάτι πίσω απ’ αυτό, στο βάθος: ο κρότος στην επιφάνεια είναι εκκωφαντικός...

Kι όμως, αυτό το σκληρό, ηχηρό υφαντό είναι ταυτοχρόνως (από την πίσω, την αθέατη όψη ενός προσώπου που τ’ αποστρέφουν) «με το σφυρί πελεκητό στ’ αχνάρι του θανάτου» που έρχεται. Tα τετράστιχα διασπώνται, η μορφή του ποιήματος συγκροτείται ως παραπλανητική αναδοχή μιας επίφοβης ελευθερίας, συγκροτείται επομένως συμβατή προς το ρητά εξορκιστικό νόημα. H ρωγμή στις στροφές, η σκληρή κυριολεξία πελεκημένη από παρηχήσεις και αντιφάσεις. η επαναληπτική, στιγμιαία ένσταση σε μια τελεσίδικη ταύτιση (ποιος είναι εδώ ο τυφλός; ποιος δεν βλέπει για ποιον γράφεται κατά βάθος το ποίημα;), το νόημα που διαρκώς παραπέμπεται ώστε να μην επικυρωθεί - όλα τούτα είναι μια λάθος πόρτα, που ανοίγεται επίτηδες: για να περάσει από κει και αλλού να χτυπήσει ο θάνατος...

H ρωγμή, η εναγώνια παρήχηση, σαν να συγκρατείς έναν ήχο προορισμένον να χαθεί, είναι ο μόνος Θεός τον οποίον επικαλείται το ποίημα - σε μια γλώσσα που συνέχεται από τον τρόμο για το βέβαιο τέλος: όλα θα τελειώσουν (αλλά δεν τέλειωσαν ποτέ και μόνον έτσι παραπλανήθηκε ο θανατος) καθώς ο αναγνώστης νοερά θ’ ανασυγκολλά -οριστικά, αμετάκλητα- τα τετράστιχα, καθώς οι παρηχήσεις θα οργανώνονται σε μια μουσική ανάληψη εις τας αγκάλας του Πατρός. H «τεχνική», ένας ελιγμός επιφανείας, υπήρξε ανέκαθεν η κατ’ εικόνα παγίδα για να πιαστεί ο ασύλληπτος Θεός, ο καθ’ ομοίωσιν κρότος που θ’ αποσπούσε την προσοχή του, τοις ωσίν ηχηθέντος - εκείνου, του Θεού! Kι είναι γνωστό πως ο Nτύλαν Tόμας κατηγορήθηκε συχνά για υπερβάλλουσα δεξιοτεχνία...

 

 

Κι ο θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία...

 

Κι ο θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία.

Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού

Όταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν τ’ άσπρα κόκκαλα

Θα ’χουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι

Αν τρελάθηκαν η γνώση τους θα ξανάρθει,

Αν βουλιάξαν στο πέλαγος θ’ αναδυθούν

Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη

Κι ο θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θά ’χει πια εξουσία.

Όσους βαθιά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών

Δεν θ’ αφανίσει ανεμοστρόβιλος

Κι αν στρίβει η μέγγενη κι οι κλειδώσεις ξεφτίζουν

Στον τροχό αν τους παιδεύουν δεν θα τους συντρίψουν

Στα σπασμένα τα χέρια τους θα ’ναι η πίστη διπλή,

Κι οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί

Χίλια κομμάτια θρύψαλλα κι αράγιστοι θα μείνουν

Κι ο θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θά ’χει πια εξουσία.

Ας μην φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι

Ας μην σπάζει μ’ ορμή στο γιαλό τους το κύμα

Εκείθ που έν’ άνθι φούντωσε δεν έχει τώρα ανθό

Να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα

Τρελοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα δες,

Φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες

Ορμούν στον ήλιο ώσπου ο ήλιος να καταλυθεί,

Κι ο θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία.

μετάφραση: Λύντια Στεφάνου

 

Βιλανέλλα

 

Mη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη.

Aς καίνε, ας παραληρούν όταν τελειώνει η μέρα

τα γηρατειά κι ας μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

Σοφοί, που είδαν το δίκαιο σκοτάδι να προσμένει,

γιατί δεν χρησμοδότησαν με φλόγες στον αέρα

δεν στέργουν ήσυχα να παν σε νύχτα ευλογημένη.

Όσοι τρελοί τραγούδησαν τον ήλιο που μακραίνει

κι αργά πολύ κατάλαβαν πως τον θρηνούσαν, πέρα

δεν στέργουν ήσυχα να παν, σε νύχτα ευλογημένη.

Όσοι αυστηροί, που στα στερνά τους βλέπουν τυφλωμένοι

ότι μπορούν μάτια τυφλά ν’ αστράφτουν στον αιθέρα

και να γιορτάζουν, μαίνονται όταν το φως πεθαίνει.

Kι εσύ, πηγαίνοντας ψηλά στη θλίψη που συ υφαίνει,

κατάρα δώσε μου κι ευχή το δάκρυ σου, πατέρα.

Mη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη.

Nα μαίνεσαι, να μαίνεσαι, όταν το φως πεθαίνει.

μετάφραση: Διονύσης Kαψάλης

 

Ελεγεία

 

Περήφανος πολύ για να πεθάνει, συντριμμένος,

τυφλός πήγε σε θάνατο πιο μαύρο, δεν εστράφη,

ψυχρός, στην περηφάνια του με τόλμη εγκλωβισμένος,

μια μέρα, την πιο μαύρη. Ω, ανάλαφρα να ετάφη

στου λόφου επιτέλους το στερνό το σταυροδρόμι

και κάτω απ’ το χορτάρι χαϊδεμένος, ας μεστώνει

πιο νέος μες σε κοπάδια εκεί αδιάκοπα, κι ακόμη

τις μέρες που ο θάνατος μετρά και δεν τελειώνει

χαμένος ας μην κείται αν και σκόνη και γαλήνη

στης μάνας του το στήθος να ’βρει πόθησε, πιο μαύρη,

τυφλός, δίχως ευχή, στο χώμα να ’βρει δικαιοσύνη.

Πατέρες άλλοι ας τον βρουν, όχι ειρήνη να ’βρει

μονάχος, προσευχήθηκα, το δώμα έσκυβε, πλάι

η κλίνη του τυφλή, άλαλο σπίτι, μεσημέρι,

σε λίγο νύχτα, φως. Νεκρών ποτάμι εδώ κυλάει

η κάθε φλέβα, κι είδα, το φτωχό κρατώντας χέρι,

στα μάτια του που άδειαζαν, τις ρίζες της θαλάσσης. [...]

 

μετάφραση: Γ.Κ.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια