Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ποίηση και... αντιποίηση

Σημείωμα αυτο-κριτικής

Του Γιάννη Ευθυμιάδη*

Στην ελάσσονα κλίμακα το ερώτημα είναι: γιατί, ενώ οι ποιητικές εκδόσεις έχουν αυξηθεί αριθμητικά τις τελευταίες δεκαετίες (και μάλιστα, κατά την ομολογία ανθρώπων σχετικών περί τα εκδοτικά, κατακόρυφα), οι αναγνώστες της ποίησης έχουν μειωθεί δραματικά; Στη μείζονα κλίμακα το ερώτημα είναι: γιατί η ποίηση έπαψε να κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη συνείδηση του λαού μας, να συνταράζει, να αφορά, να συγκινεί και να παρακινεί;

Ως προς την απάντηση του πρώτου ερωτήματος θα επιχειρήσω να μιλήσω για την ποιητική παραγωγή των τελευταίων δεκαετιών, από το '80 κι εδώ, και να αναφερθώ στους τρόπους, τα μέσα αλλά κυρίως στα κίνητρα που μετέρχονται οι ποιητές.

Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται αξιοθαύμαστες επιδόσεις στον ποιητικό λόγο, τόσο στην πρωτογενή παραγωγή όσο και στη μεταφραστική απόδοση ξένων, παλαιότερων αλλά και σύγχρονων ποιητών. Οι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές αναμετριούνται με τις δυνάμεις του ποιητικού λόγου και κονταροχτυπιούνται στον οριζόντιο άξονα με την συγχρονία του ποιητικού φαινομένου εκτός συνόρων αλλά και στον κατακόρυφο άξονα με την ελληνική ποιητική παράδοση του παρελθόντος.

Διαπιστώνει κανείς γενναίους πειραματισμούς, γλωσσικούς ακροβατισμούς, θεματικές πρωτοτυπίες (παρά την διαδεδομένη πεποίθηση που, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, με βρίσκει σύμφωνο, πως στον ποιητικό λόγο πάντα μιλούσαμε και πάντα θα μιλάμε για τα ίδια τρία-τέσσερα θέματα, τον έρωτα, τον θάνατο, τη φύση, τον θεό). Όμως δεν βρίσκω να είναι ευθύβολα τα ποιητικά εγχειρήματα, τουλάχιστον αν πρόθεση των δημιουργών είναι να φτάσουν και να ταράξουν τη δεκτικότητα των άλλων. Κι αναρωτιέμαι, αλήθεια, είναι ειλικρινής πρόθεση των ομοτέχνων μου, μα και δική μου μαζί τους, όταν γράφουμε ποίηση να επι-κοινωνήσουμε με τους άλλους; Νιώθουμε βαθιά μέσα μας να διατρανώνεται ο στίχος του Ανδρέα Εμπειρίκου “Πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου” ή απλώς βαυκαλιζόμαστε και αυτάρεσκα γράφουμε για να εδραιώσουμε μια αυτοαναφορικότητα που δεν είναι άλλο παρά προέκταση του μονήρους βίου που όλοι μας πάνω κάτω, ποιητές και μη, διάγουμε.

Είναι αλήθεια πως η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να αποτυπώνει με μεγαλύτερη διαύγεια τους παλμούς και τους πόθους της εποχής της. Μα κάνει μόνο τούτο; Η ποίηση, η τέχνη, δεν έχουν το υπέρτατο προνόμιο να κανοναρχούν και και αναπαρθενεύουν; Να ανοίγουν νέους ορίζοντες και να προεκτείνουν τα όρια μιας εποχής, κάθε εποχής; Δεν έχουν αποδείξει ότι μπορούν να διαμορφώνουν συνειδήσεις, να αναταράζουν και να συνταράζουν κοινωνίες και να πλάθουν, τέλος, έστω και από το σκοτεινό περιθώριο του παρόντος τους καμιά φορά, τον άνθρωπο και τον αναγνώστη του μέλλοντος;

Έχω την αίσθηση (που ολοένα δυναμώνει σε πεποίθηση) πως έχουμε όλοι κλειστεί στην αυτοαναφορική μας επικράτεια, αναμοχλεύουμε προσωπικά πάθη και συναισθήματα που, φευ, λίγες φορές έχουν καταφέρει να αρθούν στο ύψος του καθολικού. Οι ποιητικοί πειραματισμοί εξαντλούνται ως προς το “τι” της ποίησης στην ολοένα και σκοτεινότερη καταβύθιση στο εγώ μας κι ως προς το “πώς” σε επιφανειακούς κάποιες φορές εντυπωσιασμούς που μετά από μερικές αναγνώσεις μένουν προσκολλημένοι στο χαρτί. Και τι το μεμπτό έχει αυτό, θα πει κανείς; Η ποίηση δεν είναι λόγος συναισθηματικός, άρα απόλυτα προσωπικός; Δεν επαγγέλλεται την απόλυτη ελευθερία, την αποδεσμευμένη από τα συμβατικά μέτρα συνείδηση; Θα συμφωνήσω προσθέτοντας πως αυτός ο απόλυτα προσωπικός λόγος, η απόλυτα δική μου “λέξη”, θα πρέπει να μπορεί να γίνει “λέξη” του καθενός, όπου και όποτε κι αν ζει.

Τις προηγούμενες δεκαετίες υποστήκαμε τη λαίλαπα ενός νέου παγκοσμιοποιημένου προτύπου ιδεών, δημόσιου λόγου (κι ως τέτοιον αντιμετωπίζω και τον ποιητικό λόγο), γλώσσας. Θεμιτό, για να μην πω και ευκταίο ώς έναν βαθμό. Η αλληλεπίδραση των ανθρώπων και των λαών μόνο να προικίσει έχει τον ποιητικό λόγο. Με μια προϋπόθεση: η επιρροή να αφήνει τα υλικά του τόπου μας, του κάθε τόπου, να ανθίσουν και αλληλεπιδρώντας να αποκτήσουν μεγαλύτερο πλάτος και βάθος διατηρώντας ταυτόχρονα τη δική τους ποιότητα και λάμψη. Και στο σημείο αυτό πολύ φοβάμαι ότι οι ακροβατισμοί της πρόσφατης ποιητικής μας παραγωγής αποτελούν (όχι στο σύνολό τους ευτυχώς) μια πορεία μιμητικής ακολούθησης ξένων ποιητικών προτύπων που, παρά την αδιαμφισβήτητη συχνά αξία τους, είναι γεννημένα και ζυμωμένα σε μια άλλη συνειδητότητα, σε άλλες κοινωνικές και δημιουργικές συνθήκες ως και σε άλλη ποιότητα ήχου του λόγου (για να μην ξεχνάμε και τη δύναμη του ποιητικού παλμού, ρυθμού, γιατί όχι και μέτρου).

Τα πιο εύγλωττα παραδείγματα υψηλού ποιητικού αναστήματος στον τόπο μας (ξεκινώντας από τον Σολωμό και φτάνοντας ώς τη γενιά του '30 που μοιάζει να μην μπορεί να ξεπεραστεί, αν όχι σε ποιότητα, πάντως οπωσδήποτε σε ορμή και οπωσδήποτε σε μέγεθος επιρροής στην κοινωνία) μαρτυρούν ένα κυρίως πράγμα: οι ποιητές, αφομοιώνοντας τις όποιες παλιότερες ελληνικές ή τις σύγχρονές τους ξένες επιρροές αποδύθηκαν στον αγώνα να διαμορφώσουν ένα νέο ποιητικό σύμπαν, θεματικό και γλωσσικό, με βαθιά πεποίθηση στην ιδιαιτερότητα των εγγενών χαρακτηριστικών αυτού του τόπου, αλλά και έχοντας στο μυαλό τους την ιερότητα της επικοινωνιακής πράξης του ποιητικού λόγου, τη δύναμή τους να παίρνουν από το χέρι και τον πιο διπλοκλειδωμένο δέκτη και μαζί να “τραγουδούν” τους πόθους και τα πάθη του.

Είναι αλήθεια πως σε αυτό βοήθησαν και άλλες δημιουργικές μορφές τέχνης που επικουρικά ή επί ίσοις όροις -στις πιο ευλογημένες στιγμές- βοήθησαν το πλατύ κοινό να κοινωνήσει στα νάματα του ποιητικού λόγου δίχως να ζητούν καμιά άλλη προϋπόθεση από τον συν-άνθρωπο παρά μονάχα αυτή του την ιδιότητα του ανθρώπου, την ανοιχτωσιά της ψυχής και την ανάγκη για επι-κοινωνία.

Και κάπως έτσι φτάνουμε να απαντάμε και στο δεύτερο ερώτημα. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η ποίηση σήμερα δεν συνεγείρει τα πλήθη, ούτε καν ομάδες ανθρώπων. Όλοι όσοι λειτουργούμε με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο μέσα στα ποιητικά οράματα και θάματα και παροικούμε την ποιητική Ιερουσαλήμ γράφουμε και μοιραζόμαστε μεταξύ μας -λίγες εκατοντάδες μαραγκιασμένες ψυχές- την ψυχή μας, τα πιο ακριβά κατάβαθά της είναι αλήθεια, μονάχα που λησμονούμε να βρούμε τον τρόπο (κι είναι αυτό δική μας μεγάλη ευθύνη) να μιλήσουμε για όσα έχουν λυγίσει (όχι γονατίσει, εύχομαι) τον λαό και τον τόπο μας. Με έναν λόγο, καθαρό προβάλλει το αίτημα για ποίηση με κοινωνικό χαρακτήρα, για μια ποίηση που θα ξεπεράσει τις μιμητικές ή αυτοαναφορικές αγκυλώσεις και θα υψωθεί ελεύθερη και γενναία να κρατήσει στους ώμους της την ανάσα ενός ολόκληρου λαού και γιατί όχι, την πανανθρώπινη ανάγκη για “ουρανό”. Από ποια μύχια ολοκάθαρη πηγή άρδευσαν τα ποιητικά τους λόγια ο Ρίτσος κι ο Αναγνωστάκης. Πώς και γιατί κατάφεραν ο “εστέτ” Ελύτης, ο βαρύθυμος και εν πολλοίς συνδεδεμένος με το κράτος Σεφέρης να μιλήσουν -όπως κανείς στις μέρες μας- για τα οράματα και τις τύχες ενός ολόκληρου λαού; Κι αν κάποιος θα είχε να αντιτείνει το ισχυρό ερέθισμα των “παθών” του καιρού τους, που συντάραξε τους ίδιους και τους οδήγησε στον φωτισμένο δρόμο να μιλήσουν για τις “δύναμες και τις ορμές” της εποχής τους, ώς και να φτάσουν να τις ονοματίσουν ακόμη, οι πικρές μέρες που ζούμε τείνουν με τον πιο τραγικό τρόπο την πρόκληση στους σημερινούς ποιητές. Ως δαμόκλειος σπάθη επικρέμαται πάνω απ' τα κεφάλι μας η διερώτηση του Μανόλη Αναγνωστάκη “Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;

*Ο Γιάννης Ευθυμιάδης είναι ποιητής

Δείτε όλα τα σχόλια