Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αναζητώντας τη λαϊκότητα του 21ου αιώνα...

Ποιο μπορεί να είναι το αληθινό ελληνικό λαϊκό τραγούδι σήμερα, όταν η εποχή κατά την οποία άκμασε το ρεμπέτικο δεν είναι μόνον παρελθόν, αλλά και αυτή μιας χώρας που ελάχιστη σχέση έχει με τη σημερινή Ελλάδα;

Δύο πρόσφατοι δίσκοι, ο ένας του κατά τεκμήριο κορυφαίου Έλληνα ερμηνευτή της μεταπολιτευτικής περιόδου, με τραγούδια ενός εξαίρετου αν και δυστυχώς παραγνωρισμένου σε μεγάλο βαθμό συνθέτη, και ο άλλος μιας πρωτοεμφανιζόμενης δημιουργού και ερμηνεύτριας, θέτουν εκ νέου το ερώτημα που γνωρίζουμε ότι απασχολεί πολλούς δημιουργούς και μουσικούς σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους:

Ποιο μπορεί να είναι το αληθινό ελληνικό λαϊκό τραγούδι σήμερα, στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα, όταν η εποχή κατά την οποία άκμασε το ρεμπέτικο δεν είναι μόνον παρελθόν αλλά και αυτή μιας χώρας που ελάχιστη σχέση έχει με την σημερινή Ελλάδα και για πάρα πολλούς πλέον μουσικούς ακόμα και ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις αποτελούν τμήματα της παράδοσής τους και όχι βιωματικά ακούσματα τους; Από ποια υλικά μπορεί να φτιαχτεί και πώς θα εκφραστεί αυτό το επιτακτικά σύγχρονο χωρίς να πάψει να είναι λαϊκό τραγούδι του σήμερα;

Δεν είναι διόλου συγκυριακό, αλλά αντίθετα πολύ σημαντικό, τηρουμένων των αναλογιών ακόμα και... σημαδιακό, το ότι ο Γιώργος Νταλάρας και ο Γιώργος Καζαντζής γνωρίστηκαν στην κηδεία του Σταύρου Κουγιουμτζή το 2005. Ο Σταύρος Κουγιουμτζής -που δυστυχώς έφυγε ενώ είχε ακόμα αρκετά να προσφέρει, στα εβδομήντα τρία του- ήταν μια διαφορετική από τις περισσότερες άλλες περίπτωση συνθέτη της χρυσής εποχής του ελληνικού τραγουδιού.

Μουσικός με κλασικές σπουδές, σολίστ του πιάνου, που ήταν μάλιστα και η ιδιότητα με την οποία βιοποριζόταν για πολλά χρόνια, μπήκε μεν στον επαγγελματικό χώρο της μουσικής σε πολύ νεαρή ηλικία, αλλά άρχισε να γράφει τραγούδια σχετικά αργά. Στην πραγματικότητα μάλιστα δεν αφοσιώθηκε στη σύνθεση παρά μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν πλέον πλησίαζε τα σαράντα και μετοίκησε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στην Αθήνα μην ξεχνώντας όμως ποτέ την αγαπημένη του γενέτειρα Θεσσαλονίκη, στην οποία εν τέλει επέστρεψε.

Το ανανεωτικό παρελθόν

Τότε ακριβώς όμως ήταν που άρχισε να γράφει μια σειρά από πολλά, πάρα πολλά θαυμάσια λαϊκά τραγούδια (αρκετά από αυτά μάλιστα σε δικούς του στίχους, καθώς είχε και αυτό το χάρισμα, αν και συνεργάστηκε με πολλούς σημαντικούς στιχουργούς), τα οποία, με την ίδια σεμνότητα που τον διέκρινε και ως άνθρωπο, ανανέωσαν διακριτικά μεν αλλά καίρια το λαϊκό τραγούδι της εποχής.

Τα τραγούδια του Στ. Κουγιουμτζή δεν «πατούσαν» μόνο στους μελωδικούς δρόμους του ρεμπέτικου, εκκινούσαν τόσο από αυτό όσο και από τη βυζαντινή μουσική, την οποία όχι μόνο αγαπούσε, αλλά και κατείχε, και εμπλουτίζονταν με αρμονίες δυτικής προέλευσης, απόρροια της κλασικής παιδείας του, που ήταν επίσης φανερή και στις γεμάτες από ποικιλία ηχοχρωμάτων πολλών οργάνων ενορχηστρώσεις του.

Στη συντριπτική πλειονότητα των δίσκων που κυκλοφόρησε ο συνθέτης στην διάρκεια της δεκαετίας του 1970 ερμηνευτής ήταν ένας πολύ νέος ακόμα και, στις αρχές τουλάχιστον, όχι γνωστός λαϊκός τραγουδιστής, που διαμέσου ακριβώς αυτών των δίσκων καταξιώθηκε πολύ σύντομα στη συνείδηση ενός πολύ μεγάλου μέρους του κοινού της εποχής και φυσικά δεν ήταν άλλος από τον Γιώργο Νταλάρα.

Στην κηδεία λοιπόν αυτού του σημαντικότατου δημιουργού ο Γ. Νταλάρας γνώρισε έναν άλλο Θεσσαλονικέα συνθέτη, ο οποίος έχει πολλά ακόμα κοινά με τον Στ. Κουγιουμτζή. Ο Γιώργος Καζαντζής έχει επίσης κλασική παιδεία, είναι και αυτός πιανίστας, που μάλιστα παίζει πάντα ο ίδιος όχι μόνο στις ηχογραφήσεις των δίσκων του, αλλά και στις συναυλίες του και, ως νεότερος, είναι πολύ πιο εξοικειωμένος με τη μουσική και ηχητική τεχνολογία.

Από πολύ νωρίς έφτιαξε το δικό του πλήρως επαγγελματικό στούντιο, το Polytropon, από το οποίο διαχειριζόταν και την ομώνυμη προσωπική του δισκογραφική εταιρεία, την οποία διατηρούσε επί πολλά χρόνια. Οι διαφορές του από τον Στ. Κουγιουμτζή είναι ότι ποτέ δεν εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και, αντίθετα με εκείνον, δεν γράφει στίχους. Έτσι όχι μόνον έχει συνεργαστεί με πολλούς στιχουργούς, αλλά και έχει μελοποιήσει ποιητές ή έχει προσεγγίσει μουσικά με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο τον λόγο ποιητών, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την εργασία του στα ποιήματα της Κικής Δημουλά σε απαγγελία της ιδίας.

Το δημιουργικό παρόν

Αναπόφευκτα λοιπόν ο Γιώργος Καζαντζής όχι μόνον γνώριζε τον συντοπίτη του Στ. Κουγιουμτζή, αλλά και έχει επηρεαστεί πολύ από έναν όχι απλά ομοειδή, αλλά κυριολεκτικά «συγγενή» του δημιουργό. Κατά συνέπεια ήταν σχεδόν νομοτελειακό, όταν γνωρίστηκε με τον εμβληματικό ερμηνευτή του τελευταίου, τον Γιώργο Νταλάρα, να δώσουν αμοιβαία υπόσχεση συνεργασίας. Μια υπόσχεση που, έστω δεκατρία χρόνια αργότερα, τηρήθηκε με την κυκλοφορία πριν από λίγο καιρό του «Έρωτας ή τίποτα», ενός δίσκου που, ας το υπογραμμίσουμε εξ αρχής, είναι αντικειμενικά ο καλύτερος από τους όχι λίγους τους οποίους έχει κυκλοφορήσει ο Γ. Νταλάρας τα τελευταία χρόνια.

Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι οι πολυσυλλεκτικοί δίσκοι ολοφάνερα δεν του ταιριάζουν, αποδίδει πολύ καλύτερα σε εργασίες ενός και μόνον δημιουργού, ο οποίος γράφει έναν κύκλο τραγουδιών ειδικά για εκείνον και του τον εμπιστεύεται εξ ολοκλήρου, όπως αυτές που έκανε με τον Στ. Κουγιουμτζή και η εν λόγω.

Όμως δεν βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1970, αλλά στο 2018. Μπορεί λοιπόν οι μελωδίες του Γιώργου Καζαντζή να είναι σαφέστατα, με συνείδηση και γνώση, λαϊκές, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται είναι καθ’ όλα λόγιο. Το μπουζούκι είναι βέβαια παρόν, αλλά ελάχιστες στιγμές κυριαρχεί. Τη φωνή του Γ. Νταλάρα συνοδεύει μια μικρή μεν αλλά σοφά σχηματισμένη ορχήστρα ακουστικών οργάνων με μιαν ιδανική ισορροπία, αν και το πιάνο του συνθέτη έχει συνήθως τον πρώτο λόγο, όχι βέβαια για λόγους εκτελεστικής ματαιοδοξίας του, αλλά απλούστατα επειδή βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο της γραφής του.

Η μεγαλύτερη όμως διαφορά είναι οι στίχοι. Στην τραυματισμένη από την χούντα Ελλάδα, αλλά και στα -ως συνέπεια- δύσκολα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, ακόμα και τα ερωτικά, πόσο μάλλον όλα τα υπόλοιπα, τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή απέπνεαν μια νοσταλγία για ένα καλύτερο παρελθόν, όχι στείρα και αδιέξοδη, αλλά λελογισμένη και ως εφαλτήριο για ένα πιο φωτεινό μέλλον.

Στην πολύ πιο χαλεπή εποχή μας όμως δεν υπάρχει η πολυτέλεια ούτε και ο χρόνος για ψευδαισθήσεις. Ο μόνος τρόπος για να επανέλθει η ελπίδα είναι το αντικρίσεις ξεκάθαρα τα προβλήματα και να τα αντιμετωπίσεις, δηλαδή να αναμετρηθείς μαζί τους, και αυτό ακριβώς κάνουν όλοι οι στιχουργοί με τους οποίους επέλεξε να συνεργαστεί σε αυτή την περίπτωση ο Γιώργος Καζαντζής. Η Ναντίνα Κυριαζή και η Ελένη Φωτάκη το πράττουν αυτό για τις δυσλειτουργικές σημερινές ερωτικές σχέσεις, η δεύτερη μάλιστα πηγαίνοντας με χειρουργική ακρίβεια στον πυρήνα τους, όπως το συνηθίζει.

Τα δύο τραγούδια του Ιωάννη Πανουτσόπουλου όμως -και ιδιαίτερα το «Δεσμός»- μιλούν για την ανάγκη να επανεξετάσουμε το συλλογικό παρελθόν μας. Ο σπουδαίος Μάνος Ελευθερίου γίνεται απρόσμενα σύγχρονος μα και αιχμηρός στο «Περίοπτο», ενώ τέλος ο συνθέτης (επίσης Βορειοελλαδίτης, στενός φίλος και σε αρκετά μεγάλο βαθμό ομοειδής του Γ. Καζαντζή, και γι’ αυτό συνεργάζονται τακτικά σε κοινές ζωντανές εμφανίσεις) Γιώργος Ανδρέου υπογράφει στιχουργικά το πλέον πολιτικό τραγούδι του δίσκου, το «Από την αρχή», το οποίο τονίζει ακριβώς την αναγκαιότητα της επανεκκίνησης.

Απομένει το τρίτο τραγούδι του Ιωάννη Πανουτσόπουλου, το «Ένα γράμμα», που δεν είναι τίποτε άλλο από μία έμμετρη... βιογραφία του Γ. Νταλάρα. Για εύλογους λόγους σεμνότητας και συναισθηματικής φόρτισης εκείνος προτίμησε να μην το ερμηνεύσει, τη δύσκολη ομολογουμένως αποστολή ανέλαβε η Φωτεινή Βελεσιώτου, η οποία το απέδωσε περισσότερο και από άψογα. Σε όλα όμως τα υπόλοιπα το αληθινά πολύ υψηλό επίπεδό τους ωθεί τον Γ. Νταλάρα, στην απόλυτη ωριμότητά του πλέον, σε μερικές από τις καλύτερες από κάθε πλευρά ερμηνείες της πολύχρονης διαδρομής του.

Το υποσχόμενο μέλλον

Σχεδόν ταυτόχρονα όμως με το «Έρωτας ή τίποτα» κυκλοφόρησε και το δισκογραφικό ντεμπούτο της Δόξας Καγιούλη «Αγαλιανά». Η Δόξα Καγιούλη γράφει η ίδια τη μουσική και τους στίχους των τραγουδιών της, τα οποία ερμηνεύει με τη δροσερή αλλά και αισθαντική φωνή της.

Ο δίσκος της λειτουργεί μάλλον ως σύσταση μίας νέας και αξιοπρόσεκτης δημιουργού, καθώς περιλαμβάνει μόνο πέντε τραγούδια και ένα ορχηστρικό θέμα. Τα τρία από αυτά τα τραγούδια τα ερμηνεύει η ίδια, το ένα σε ντουέτο με τον Ηλία Βαμβακούση και από ένα εμπιστεύεται στη Μάρθα Φριντζήλα και τον Βασίλη Γισδάκη, άπαντες οι τρεις συμμετέχοντες από τις πολύ «διαφορετικές» φωνές και συνολικά παρουσίες του σημερινού ελληνικού τραγουδιού -και η επιλογή αυτή της Δ. Καγιούλη σημαίνει πολλά.

Στο σημείωμά της αναφέρει για τον τίτλο «Αγαλιανά» ότι «θα πει σιγά και τρυφερά. Κάπως έτσι γράφτηκαν τα τραγούδια αυτού του δίσκου, από μια ανάγκη να μαλακώσει η ψυχή σε έναν κόσμο που όλο αγριεύει». Κάνει πράξη τα λόγια της γράφοντας χαμηλόφωνους, εξομολογητικούς στίχους και επενδύοντάς τους με μελωδίες που εμπνέονται μεν από τη λαϊκή μουσική, αλλά και με μια ισχυρή δόση της κρητικής μουσικής παράδοσης.

Όλα αυτά εκφράζονται με τον πλούσιο, λυρικό ήχο ενός ασυνήθιστα πολυμελούς σχήματος που περιλαμβάνει από κιθάρα, ακορντεόν μπαγιάν, έγχορδα, μα και ντραμς, μέχρι κρητική λύρα και νέι, ενορχηστρωμένα πολύ όμορφα από τον πιανίστα Γιώργο Παυλάκο. Πιάνο όμως παίζει επίσης και η ίδια η Δόξα Καγιούλη -ένα από τα στοιχεία που τη συνδέουν με τον Γ. Καζαντζή και μέσω αυτού με τον Στ. Κουγιουμτζή- και το ατμοσφαιρικό ορχηστρικό «Η επιστροφή», που κλείνει τον δίσκο, σηματοδοτεί ακριβώς την επάνοδο σε μια λαϊκότητα αυθεντική, άρα και εκ των πραγμάτων, και για να μην καταλήξει μάταια γραφικότητα, διαρκώς εξελισσόμενη.

 

Δείτε όλα τα σχόλια