Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αδαμάντιου Κοραή, Διάλογος περί του εν Ιεροσολύμοις αγίου φωτός

Οι ερωταποκρίσεις, στις οποίες κλιμακωτά στοιχειοθετούνται ιστορικά και λογικά επιχειρήματα, δίνουν μια ιδέα για το ανερχόμενο τότε θετικό πνεύμα («νέα μέθοδος»), και κυρίως για τον ανατρεπτικό Κοραή, την ευστοχία και τη μεθοδική θεμελίωση του λόγου του αλλά και το μένος της αντίδρασης που ξεσήκωσε -με παρέμβαση του Πατριαρχείου ακυρώθηκε το μνημόσυνο της 7ης Ιουλίου 1833 στην Πόλη, στο ναό της χιώτικης κοινότητας Αγίου Ιωάννη, μετά το θάνατό του (6 Απριλίου).

Με την ανθολόγηση των παρακάτω αποσπασμάτων φέρνουμε στην επικαιρότητα ένα εμβληματικό αντικληρικό κείμενο για το «θαύμα» του αγίου φωτός, διαχρονικό ζήτημα της εκκλησιαστικής ιστορίας, Δυτικής και «Γραικικής»/Ανατολικής. Ο Διάλογος, που γράφτηκε στη δεκαετία του 1820 και περιλήφθηκε στα Άτακτα (1829), αποδοκιμάζει την καλλιέργεια δεισιδαιμονιών κι από τις δύο Εκκλησίες. Οι ερωταποκρίσεις, στις οποίες κλιμακωτά στοιχειοθετούνται ιστορικά και λογικά επιχειρήματα, δίνουν μια ιδέα για το ανερχόμενο τότε θετικό πνεύμα («νέα μέθοδος»), και κυρίως για τον ανατρεπτικό Κοραή, την ευστοχία και τη μεθοδική θεμελίωση του λόγου του αλλά και το μένος της αντίδρασης που ξεσήκωσε -με παρέμβαση του Πατριαρχείου ακυρώθηκε το μνημόσυνο της 7ης Ιουλίου 1833 στην Πόλη, στο ναό της χιώτικης κοινότητας Αγίου Ιωάννη, μετά το θάνατό του (6 Απριλίου).

Περιοριζόμαστε στο πρώτο μέρος του εκτενούς κειμένου, σημειώνοντας ότι ακολουθείται από το, όχι λιγότερο ενδιαφέρον, καταληκτικό, όπου «χρονολογικώς και συντόμως η ιστορία του θαύματος» επί «Γραικορωμαίων» αυτοκρατόρων.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Πρόσωπα: Φώτιος - Καλλίμαχος

-Φ. Σ’ ερώτησα και άλλοτε, και δεν ηθέλησες ποτέ να με φανερώσης καθαρά την γνώμην σου. -Κ. Περί τίνος; -Φ. Περί του εις την Ιερουσαλήμ θαυματουργημένου αγίου φωτός. -Κ. Άγιον φως άλλο δεν γνωρίζω παρά το «Φως εκ φωτός, θεόν αληθινόν εκ θεού αληθινού» ως το μαρτυρεί το Σύμβολον της πίστεως. -Φ. Ουδ’ εγώ αμφιβάλλω περί τούτου. Αλλ’ εις τούτου του Φωτός τον τάφον αν πιστεύσωμεν τους αγιοταφίτας, και τους επιστρέφοντας από την Ιερουσαλήμ προσκυνητάς, φαίνεται κατέτος άλλο φως υλικόν, εκ του οποίου ανάπτουν οι προσκυνηταί τας λαμπάδας των. -Κ. Τρόπους και μέσα να φωτίζωσι το σκότος ευρήκασιν οι άνθρωποι πολλά, και η πρόοδος της φυσικής επιστήμης τους εδίδαξε πλειότερα. Εις τα φωτισμένα της Ευρώπης έθνη σήμερον, το πλέον ασθενές παιδάριον, η πλέον χυδαία γυνή, ανάπτουν φως, εις ροπήν οφθαλμού με τα γνωστά φωσφορικά πυρεία. -Φ. Τα γνωρίζω. -Κ. Με κανένα τρόπον παρόμοιον πιθανόν ότι ανάπτει τις πρώτον επάνω του αγίου τάφου την λαμπάδα του, κ’ έπειτα απ’ αυτήν οι λοιποί τας ιδικάς των. -Φ. Όχι με τούτους τους γνωστούς τρόπους, αλλ’ εξ ουρανού, λέγουν, καταβαίνει το Φως.

-Κ. Εξ ουρανού φευδοκαταίβατα φώτα, μας εφύλαξεν η ιστορία πολλά. Ενθυμάσαι βέβαια, τι λέγει ο Παυσανίας περί των ναών της Λυδίας, όπου οι Ιερείς άναπταν τα ξύλα διά τας θυσίας με πυρ αόρατον. Τοιούτον τι εγίνετο εις την Εγνατίαν, πόλιν Ιταλικήν. Τοιούτον εις την Μακεδονίαν εις το Ιερόν του Διονύσου. Τοιούτον ακόμη εις την νήσον Τήνον, και εις όχι ολίγας άλλας πόλεις της Ασίας και της Ευρώπης. Ταύτα ήσαν τα προ Χριστού. Αν θέλης νεώτερα, ανάγνωσε τον Ζώσιμον, συγγραφέα της πέμπτης μετά Χριστόν εκατονταετηρίδος. -Φ. Τον ανέγνωσα˙ αλλά δεν ενθυμούμαι τι λέγει. -Κ. Ιστορεί με μεγάλην ευλάβειαν (ως εθνικός) [=ειδωλολάτρης] το φαινόμενον κατά την εορτήν της Αφροδίτης εις τον αέρα φως, ποτέ μεν σφαιροειδές, ποτέ δε εις σχήμα λαμπάδος, και τον άπειρον χρυσόν και άργυρον, όσον εθησαύριζαν οι Ιερείς δι’ αυτό. -Φ. Πού και πότε; -Κ. Σε είπα, κατά την πέμπτην εκατονταετηρίδα. Ο δε τόπος ήτον εις την Συρίαν, εις αυτό της Αφροδίτης το ιερόν πλησίον της Ηλιουπόλεως [=Μπααλμπέκ, σημ. Λίβανος]. Εις την εορτήν ταύτης της θεάς εθαυματουργείτο το θαύμα. -Φ. Αλλ’ εκείνα ήσαν μηχανουργήματα λαοπλάνων Ιερέων εθνικών. Εγώ λαλώ περί χριστιανών. Με λέγεις λοιπόν θαύμα εθνικόν ενεργούμενον από χριστιανούς, ήγουν πράγμα αδύνατον. -Κ. Δεν πιστεύεις λοιπόν τα θαύματα! -Κ. Δεν ηπίστησα ποτέ εις τα αληθινά θαύματα˙ αλλά βλέπεις ότι έγιναν πολλάκις, κ’ ενδεχόμενον να γίνωνται ακόμη, από μη Χριστιανούς, και ψευδοθαύματα. Τι παράδοξον, αν ευρέθησαν και μεταξύ Χριστιανών τοιούτοι θαυματουργοί. -Φ. Με βάλλεις εις δεινήν απορίαν. -Κ. Δεν πρέπει ν’ απορής, αν έχης ιδέαν ακριβή του θαύματος. Τι ονομάζεις θαύμα; -Φ. Έργον της παντοδυναμίας του θεού εναντίον των νόμων της φύσεως.

-Κ. Είναι λοιπόν το θαύμα αταξία της φύσεως. Τις εδιάταξε την φύσιν; τις έδωκε νόμους σταθερούς εις αυτήν, οποίους βλέπωμεν καθημέραν απαραβάτους, εις ζώα, εις φυτά, εις ορυκτά, ήλιον, σελήνην αστέρας, εις ένα λόγον, εις τον ουρανόν και εις την γην; -Φ. Η άπειρος δύναμις και σοφία του δημιουργού της φύσεως. -Κ. Από την άπειρον λοιπόν ταύτην σοφίαν του τεχνίτου συμπεραίνεται, ότι θαύματα ή δεν έπρεπε να γίνωνται ολότελα, ή να συμβαίνωσι σπανιώτατα και διά μεγάλας ανάγκας. Έν από τα απαραιτήτως απαιτούμενα εις την έννοιαν του θαύματος είναι η σπανιότης˙ θαύμα ενεργούμενον συχνά, δεν είναι πλέον θαύμα˙ και όστις το πιστεύει, κατηγορεί ατεχνίαν του Δημιουργού, ότι δεν ηδυνήθη να δημιουργήση κόσμον τέλειον, ουδέ να δώση νόμους εις αυτόν τοιούτους, οποίοι να μη ταράσσωνται, μηδέ να ατακτώσι καθημέραν. Ή τι ήθελες ονομάσειν, παραδείγματος χάριν, ωρολογάν, του οποίου τα ωρολόγια, αντί να γυρίζωνται μίαν φοράν καθημέραν, διά να κινώνται αδιακόπως εικοσιτέσσαρας ώρας, είχαν χρείαν να γυρίζωνται πάσαν ώραν; Τεχνικός σε φαίνεται τοιούτος ωρολογάς; -Φ. Ουδ’ ωρολογάν όλως ήθελα τον ονομάσειν -Κ. Πόσον μάλλον λοιπόν ο πάνσοφος της φύσεως αρχιτέκτων ο Αριστοτέχνης θεός, ως τον ονομάζει ο Πίνδαρος, έπρεπε να δώση εις την φύσιν δρόμον αδιάκοπον.

-Φ. Δεν εμπορείς όμως να αρνηθής ότι τον εδιάκοψε πολλάκις. -Κ. Ναι˙ όχι όμως πολλάκις, αλλά σπανιώτατα, καθώς είπα, και διά μεγάλας ανάγκας. Τοιαύτη ανάγκη συνέβη εις την φανέρωσιν του αληθινού θεού, πρώτον διά της Ιουδαϊκής, έπειτα διά της Χριστιανικής θρησκείας, της οποίας πρόδρομος έγινε η Ιουδαϊκή. [...] Τοιαύτη και τοσαύτη του ανθρωπίνου γένους πλάνη πώς άλλως είχε να διαλυθή παρά με την φανέρωσιν του Δημιουργού της φύσεως, όστις δεν ήτο δυνατόν να γνωρισθή χωρίς θαυμάτων; Θέλεις μεγαλητέραν της ανάγκης ταύτης ανάγκην άλλην; Εφανερώθη λοιπόν εις τους ανθρώπους ο αληθής Δημιουργός της φύσεως με τα θαύματα πρώτον της Παλαιάς, έπειτα και της Νέας διαθήκης, όσα εθαυματούργησεν ο Χριστός, και μετ’ αυτών οι απόστολοί του και οι μετ’ αυτούς, έως να εξαπλωθή και να στερεωθή η κηρυχθείσα απ’ εκείνους θρησκεία. -Φ. Και λοιπόν δεν γίνονται πλέον θαύματα; -Κ. Όχι, πλην αν μας καταλάβη πάλιν παρομοία ανάγκη. -Φ. Καλέ τι λέγεις; -Κ. Δεν το λέγω εγώ˙ αυτοί πρώτοι οι κηρύξαντες το ευαγγέλιον Απόστολοι λέγουν ρητώς, ότι τα θαύματα εγίνοντο εξανάγκης εις μαρτυρίαν και βεβαίωσιν, ότι το κήρυγμά των ήτο διδασκαλία θεόπνευστος˙ «Εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος, και τον λόγον β ε β α ι ο ύ ν τ ε ς διά των επακολουθούντων σημείων» (Μάρκ. ιστ΄ 20). Και πάλιν: «Παρρησιαζόμενοι επί τω Κυρίω τω μ α ρ τ υ ρ ο ύ ν τ ι τω λόγω της χάρητος αὑτού, και δίδοντι σημεία και τέρατα γίνεσθαι διά των χειρών αυτών» (Πράξ. Αποστ. ιδ΄, 3). Το λέγουν έπειτα άνδρες αξιόπιστοι, οι πατέρες της Εκκλησίας, και εξαιρέτως ο Χρυσόστομος, ομολογούντες, ότι εις τους χρόνους αυτών δεν εγίνοντο πλέον θαύματα.

-Φ. Να μη πιστεύσω λοιπόν όσα λέγουν περί του αγίου φωτός; -Κ. Όχι, επειδή ουδ’ ο Χρυσόσστομος το επίστευεν, ή μάλλον ουδέ το εγνώριζε˙ διότι, αν εις τον καιρόν του εθαυματουργείτο το άγιον φως, πώς ήτο δυνατόν να λέγη ότι δεν εγίνοντο πλέον θαύματα; -Φ. Λέγεις λοιπόν λαοπλάνους τους αγιοταφίτας. -Κ. Άπαγε! φίλε˙ ουδ’ εσέ συμβουλεύω να δώσης εις αυτούς τόσον αισχρόν επίθετον. Δεν ενθυμάσαι τι λέγει ο Χριστός; -Φ. Τι; -Κ.: «Ος δ’ αν είπη τω αδελφώ αυτού, Μωρέ, ένοχος έσται εις την γέενναν του πυρός» (Ματθ. ε΄, 22). -Φ. Αλλ’ αν δεν ήναι μωροί, ακολουθεί, ότι είναι πανούργοι, θησαυρίζοντες χρήματα μωρών.

-Κ. Χειρότερον ακόμη τούτο˙ έπειτα συλλογίσου, ότι κατηγορείς όχι μόνον τους αυτουργούς του θαύματος, τους και μόνους αξίους κατηγορίας, αλλ’ αυτόν τον Μακαριώτατον της Ιερουσαλήμ Πατριάρχην˙ κατηγορείς τους λοιπούς τρεις Πατριάρχας, όλους τους Αρχιερείς μας, όλον τον κλήρον της Ανατολικής εκκλησίας, οι οποίοι δεν ήθελαν υποφέρειν τοιούτον όνειδος εάν... -Φ. Διατί λοιπόν το υποφέρουν, διά τι δεν καταλύουν τοιούτον θαυματούργημα; -Κ. Επιθυμούν, μην αμφιβάλλης, την κατάλυσίν του, αλλ’ είναι τάχα εις την εξουσίαν των; -Φ. Δεν είναι εις την εξουσίαν των! Από τίνος λοιπόν εξουσίαν κρέμεται; -Κ. Του καιρού, της εξαπλώσεως των φώτων εις τον κοινόν λαόν. Δεν έπλασαν αυτοί το θαύμα˙ το ευρήκασιν απ’ άλλους προ πολλού πλασμένον, και δεν τολμούν να το σαλεύσωσι. -Φ. Τίνα φοβούνται; -Κ. Αυτούς τους Άραβας ληστάς, οι οποίοι συμμερίζονται με τους αγιοταφίτας τα κέρδη του θαύματος˙ αυτούς (το πλέον αξιοθρήνητον) τους κατέτος τρέχοντας μωρούς προσκυνητάς του θαύματος. Ή νομίζεις εύκολον μετά μακράν και πολυχρόνιον πλάνην, να φανερώσης εις τους πλανημένους, ότι εθαυματούργεις διά να τους πλανάς;

-Φ. Είπες, ότι δεν εγνώριζεν ο Χρυσόστομος το θαύμα τούτο. Επεθύμουν να μάθω, αν εγίνετο καν εις τον καιρόν των Αποστόλων. -Κ. Όχι βέβαια, πλην μίαν μόνην φοράν, εις την ανάστασιν του Χριστού, όταν εφάνη ο άγγελος εις τον τάφον του. Επειδή, κατά του Ευαγγελιστού την μαρτυρίαν (Ματθ. κη΄, 2-3), η μορφή του αγγέλου ωμοίαζε την αστραπήν, ακολουθεί ότι και όλος ο τάφος εφωτίσθη. -Φ. Ίσως εκ τούτου έλαβε την αφορμήν το θαύμα.-Κ. Και πόθεν δεν λαμβάνουν αφορμάς οι θαυματοπλάσται; αλλά τούτο έγινε μίαν μόνην φοράν, ως είπα. -Φ. Είσαι βέβαιος ότι δεν εφωτίσθη ο τάφος και το εξής έτος, και τα ακόλουθα, καθώς φωτίζεται την σήμερον. -Κ. Βέβαιος, καθώς δεν αμφιβάλλω ότι σε βλέπω την ώραν ταύτην παρόντα. -Φ. Πόθεν; -Κ. Πρώτον από την φύσιν αυτού του πράγματος˙ έν και το αυτό θαύμα δεν γίνεται πλην μίαν φοράν, και διά μεγάλην, ως ελέγαμεν, ανάγκην, οποία ήτον η ανάγκη να βεβαιωθή του Χριστού η ανάστασις εις τους γνωρίσαντας αυτού και την ζωήν και τον θάνατον˙ το εξής και τα ακόλουθα έτη δεν ήτο ανάγκη πλέον ουδεμία να ανανεωθή το αυτό πάλιν θαύμα. Βεβαιούται προσέτι η παύσις του θαύματος από την περί αυτού σιωπήν αυτών των αποστόλων και των καθεξής παλαιών χριστιανών. Ας υποθέσωμεν προσώρας δυνατήν την ετήσιον ανανέωσιν του θαύματος˙ είχον ισχυροτέραν απόδειξιν άλλην παρά τούτο οι πρώτοι κήρυκες του Ευαγγελίου, διά να πείσωσι τους Ιουδαίους και τους Έλληνας [=ειδωλολάτρες] να επιστρέψωσιν εις τον Χριστόν; -Φ. Όχι βέβαια. -Κ. Η ισχυροτάτη όλων των αποδείξεων ήτο... -Φ. Το «Έρχου και ίδε».

-Κ. Και μ’ όλον τούτο δεν την εμεταχειρίσθησαν ποτέ. Φέρουν πολλάς άλλας αποδείξεις, ενεργούν άλλα τινά θαύματα, χύνουν αυτό των το αίμα, διά να πιστώσωσι την ένσαρκον οικονομίαν, και σιωπούν την ισχυροτάτην όλων των αποδείξεων, την ετήσιον επιφάνειαν του αγίου φωτός˙ σιωπά περί αυτής το Ευαγγέλιον, σιωπούν αι Πράξεις και αι Επιστολαί των Αποστόλων. Πώς άλλως έχεις να εξηγήσης την τόσην σιωπήν; -Φ. Πώς άλλως, μα την αλήθειαν, πλην διότι δεν εφαίνετο κατέτος εις του Χριστού τον τάφον άγιον φως. -Κ. Την αυτήν σιωπήν εφύλαξαν και οι πατέρες της Εκκλησίας. -Φ. Ωνόμασες τον Χρυσόστομον. -Κ. Όχι μόνον αυτός, αλλά και όλοι οι σύγχρονοί του πατέρες εσιώπησαν. Ο Επίσκοπος της Νύσσης Γρηγόριος, αδελφός του μεγάλου Βασιλείου, γράφει επιστολήν προς φίλον, όστις τον ηρώτησεν, αν χρεωστή ο χριστιανός να υπάγει εις τα Ιεροσόλυμα... -Φ. Την εγνώρισα, αλλά δεν την ανέγνωσα με πολλήν προσοχήν, επειδή επίστευσα τους νομίζοντας αυτήν όχι γνησίαν του Νύσσης επιστολήν.

-Κ. Έπρεπεν πρώτον, επειδή γνωρίζεις καλά την ελληνικήν γλώσσαν, να μη πιστεύσης άλλον παρά τους οφθαλμούς σου, παραβάλλων την επιστολήν με τα λοιπά του Γρηγορίου συγγράμματα, και ούτω να κρίνης, αν το ύφος αυτών συμφωνή. Έπειτα, αν είχες χρείαν και μαρτύρων, να πιστεύσης τους ενδόξους κριτικούς, και όχι Καρδιναλίους και Ιησουΐτας.

-Φ. Λέγε με, επειδή δεν ενθυμούμαι καλά την επιστολήν, τι απεκρίθη ο Γρηγόριος εις τον ερωτήσαντα φίλον του; τούτο επιθυμώ να μάθω. -Κ. Τον παραγγέλλει όχι μόνον να μην υπάγη αυτός, αλλά να συμβουλεύη και τους άλλους να απέχωσιν από το ταξίδιον της Ιερουσαλήμ, ως πλειοτέρας βλάβης παρά ψυχικής ωφελείας πρόξενον, διά τα εκεί συμβαίνοντα τότε πολλά άτοπα... «Συμβούλευσον ουν, αγαπητέ, τοις αδελφοίς εκδημείν από του σώματος προς τον Κύριον, και μη από Καππαδοκίας εις Παλαιστίνην» (Γρηγόρ. Νύσσ.). -Φ. Τα οποία σήμερον είναι και πλειότερα και χειρότερα. -Κ. Εις όλην ταύτην την επιστολή λαλεί περί άλλων σημείων της εκεί παρουσίας του Χριστού, ενεργηθέντων εις τον καιρόν των Αποστόλων, περί δε του αγίου φωτός δεν λέγει τίποτε. Πώς σε φαίνεται τούτο; -Φ. Παράξενον. -Κ. Άκουσε παραξενώτερον άλλο. Αυτός ο ολίγον αρχαιότερος του Χρυσοστόμου Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Κύριλλος... -Φ. Τον συγγραφέα των Κατηχήσεων λέγεις. -Κ. Ναι, τον Κατηχητήν Κύριλλον. -Φ. Επειδή ήτο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, επειδή εκατήχει εις τα Ιεροσόλυμα, πιθανόν ότι εις τας κατηχήσεις του λέγει τι περί του αγίου φωτός. -Κ. Ουδέ γρυ, φίλε. -Φ. Εξέτασες τους Δυτικούς πατέρας;

-Κ. Καλά μ’ ενθύμησες τους Δυτικούς˙ [...].

-Φ. Μ’ έκαμες να υποπτεύωμαι, μη μας έπλασαν το θαύμα οι Δυτικοί, επειδή και πρώτοι το ωνόμασαν. -Κ. Δεν είναι άτοπος η υποψία σου, μάλιστα αν παρατηρήσωμεν, ότι κανείς από τους ζήσαντας εις το μεταξύ διάστημα της τετάρτης και της δωδεκάτης εκατονταετηρίδος καθεξής Ανατολικούς Πατέρας, τον Θεοδώρητον, τον Ιλάριον, τον Ισίδωρον, τον Βασίλειον Σελευκείας, Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, αυτόν τον σοφώτατον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως Φώτιον, και τους καθεξής, ότι κανείς λέγω απ’ αυτούς δεν εγνώρισεν ουδ’ ωνόμασεν άγιον φως. -Φ. Ειπέ μοι λοιπόν τον Δυτικόν Μοναχόν, πότε και πώς το ωνειρεύθη. -Κ. Ωνοματίζετο Βερνάρδος, Γάλλος το γένος. Μοναχός του τάγματος των Βενεδικτείων, από το περίφημον Μοναστήριον του όρους αγίου Μιχαήλ. Κατά το 870 έτος υπήγεν εις την Ιερουσαλήμ (ότε η Ιερουσαλήμ είχε περάσειν εις των Σαρακηνών τας χείρας), εις προσκύνησιν του αγίου τάφου. Εκείθεν επιστρέφων ο Βερνάρδος ούτος, εδιηγήθη και το θαύμα του αγίου φωτός, ως μάρτυς αυτόπτης, και ως ενεργούμενον συνήθως κατέτος, το μέγα σάββατον. -Φ. Ιδού λοιπόν εγίνετο το θαύμα και προ του Βερνάρδου. -Κ. Ουδ’ εγώ σε είπα, ότι πρώτος πρώτην φοράν το είδεν ο Βερνάρδος˙ αλλ’ ότι απ’ αυτού πρώτου το στόμα ηκούσθη και εις την Ανατολήν και εις την Δύσιν τὂνομα του αγίου φωτός. Σημείωσε μόνον ακριβώς το έτος 870, διότι εκ τούτου έχομεν να ανακαλύψωμεν και την αρχήν του θαύματος. [...] -Κ. Τούτο εννοούσα κ’ εγώ λέγων, ότι εις τον καιρόν των Γρηγορίων και των Χρυσοστόμων ούτ’ ήτον, ούτ’ ηδύνατο να πλασθή άγιον φως. Πότε επρωτοπλάσθη; -Φ. Την ενάτην εκατονταετηρίδα έλεγες. -Κ. Ήγουν, ότε το σκότος της απαιδευσίας επαχύνετο επιπλέον. Ποίοι το επρωτόπλασαν; -Φ. Οι Δυτικοί χριστιανοί έλεγες. -Κ. Οι ασυγκρίτως δηλαδή βαρβαρώτεροι παρά τους τότε Ανατολικούς. Πότε επέρασεν από τας χείρας των Δυτικών εις τους Ανατολικούς; -Φ. Την δωδεκάτην εκατονταετηρίδα, είπες. [...]

-Φ. Όλα ταύτα καλά, φίλε μου, κ’ ήθελαν είσθαι πολύ καλήτερα, αν ήτον ακίνδυνος η φανέρωσίς των. -Κ. Διά τούτο σ’ επαρεκάλεσα κ’ εγώ, να μείνωσιν απόρρητα μεταξύ μας όσα ελαλήσαμεν περί του αγίου φωτός. Μ’ όλον τούτο ίσως εσύμφερε να πληροφορηθώσι κἄν οι καλοί μας αγιοταφίται την οποίαν έως τώρα δεν εγνώριζον αλήθεια... -Φ. Ποίαν αλήθειαν; -Κ. Ότι δεν έπλασαν αυτοί το άγιον φως, αλλ’ ότι πλασμένον το έλαβαν απ’ άλλους. -Φ. Εχρεώστουν (πάλιν σε λέγω) όχι να το λάβωσιν, αλλά να το αποβάλωσιν ως πλασμένον από τους Δυτικούς. [...]

-Φ. Ίσως μόνος ο άγιος τάφος φορολογεί των Γραικών το γένος φόρον, όσον δεν λαμβάνουν όλα τἄλλα μοναστήρια εντάμα. Αφίνω σε τώρα να συλλογισθής, εάν με τόσην αργυρίου ποσότητα, αντί δύο ή τριών ταπεινών ακόμη σχολίων επιστημονικών, δεν εδυνάμεθα να έχωμεν πολλά γυμνάσια στολισμένα με πολλούς διαφόρων επιστημών και τεχνών διδασκάλους˙ αντί διακοσίων νέων σπουδαζόντων εις την φωτισμένην Ευρώπην, τετρακοσίους ή πεντακοσίους˙ εάν με τόσα μέσα φωτισμού, δεν ήθελ’ εις πολλά μικρόν χρόνου διάστημα η ταλαίπωρος Ελλάς συνερίζεσθαι με τα σοφώτερα έθνη της Ευρώπης. -Κ. Δεν σε λέγω το εναντίον. -Φ. Ω δυστυχία! Ω μωρία! Ω τυφλότης! Άρα εσυλλογίσθησαν ποτέ πόσην ζημίαν προξενούν εις το γένος, γινόμενοι εμπόδιον της προκοπής και της ευδαιμονίας των Ελλήνων; ή νομίζουν τάχα, ότι δεν είναι αυτοί μέλη του γένους, αλλ’ αφού ερασοφόρησαν έπαυσαν πλέον να ήναι Έλληνες; -Κ. Και την προξενουμένην απ’ αυτούς ζημίαν συλλογίζονται πολλοί εξ αυτών, και το γένος αγαπούν, και μέλη του να ήναι και να λέγωνται καυχώνται. Αλλά τι να κάμωσι˙ πώς να καταργήσωσι το ψεύδος; -Φ. Βάλλοντες εις τόπον αυτού την αλήθειαν. -Κ. Αι! φίλε μου, το πράγμα δεν είναι όσον το φαντάζεσαι εύκολον. -Φ. Καλέ τι λέγεις! η αλήθεια δυσκολεύεται να λάβη τον τόπον του ψεύδους! Ο Χριστός τον τόπον του Σατανά! Τούτον ονομάζει ο Χριστός «Πατέρα του ψεύδους»˙ περί δε εαυτού τι λέγει; «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια». -Κ. Την αλήθειαν! την αλήθειαν! Ελησμόνησες, βλέπω, την Παροιμίαν˙ «Η αλήθεια είναι μαλλώτρια.» [...]

(Οι εμφάσεις στο κείμενο)

 

Κοραής Άπαντα τα πρωτότυπα έργα, αναστήλωσε και έκρινε Γ. Βαλέτας, Α 1, Δωρικός [1964], 666-88, με Προλόγισμα της τωρινής έκδοσης, 663-66, σημειώσεις [Κοραή] και επισημειώσεις [Βαλέτα] 688-94, για το μνημόσυνο ιθ΄. Εμμ. Ν. Φραγκίσκος, Το χρονικό και τα παρακόλουθα του θανάτου του Αδαμ. Κοραή, Σταθμοί προς τη νέα ελληνική κοινωνία, 1965, 184 κ.ε.. Για «την νέαν μέθοδον», «πρώτη αποφασιστική στροφή από το σκότος εις το φως», Λόγος εκφωνηθείς την 28 Σεπτεμβρίου 1852 υπό του πρώην πρυτάνεως Σπυρίδωνος Πηλλήκα, εν Αθήναις 1853, 9.

Δείτε όλα τα σχόλια