Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δεκεμβριανά

 

ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, Κόκκινος Δεκέμβρης. Το ζήτημα της επαναστατικής βίας, Αθήνα, εκδ. Βιβλιόραμα, σελ. 270

 

Στα Δεκεμβριανά για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία που ο αστικός κόσμος ήλθε αντιμέτωπος με μια επαναστατική κατάσταση, ειδικά στην Αθήνα όπου ήταν το επίκεντρο των συγκρούσεων. Εάν στον Μεσοπόλεμο, η επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου ήταν το πρόσχημα για την λήψη κατασταλτικών μέτρων και την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας, στα Δεκεμβριανά η απειλή του κομμουνισμού έγινε και βιώθηκε ως άμεσος κίνδυνος. Αυτό εξηγεί και την βία και την αδιαλλαξία της Δεξιάς στην μεταβαρκιζιανή περίοδο, τη γνωστή ως «λευκή τρομοκρατία», δηλαδή θα έπρεπε να αποτραπεί με κάθε μέσο η επανάληψη ενός τέτοιου ενδεχόμενου, μιας αντίστοιχης επαναστατικής κατάστασης. Αυτό εξηγεί γιατί τα Δεκεμβριανά στο συλλογικό φαντασιακό και τη συλλογική μνήμη της Δεξιάς έγιναν συνώνυμο της κομμουνιστικής βαρβαρότητας. Για τον αστικό κόσμο τα Δεκεμβριανά πολύ περισσότερο από τον Μελιγαλά και το Κιλκίς, το Γράμμο και το Βίτσι αποτέλεσαν το πρωτογενές «υλικό» για τη συγκρότηση του αντικομμουνιστικού αφηγήματος. Στα Δεκεμβριανά θα καταφύγει ο δεξιός τύπος στα μεταπολεμικά χρόνια για να υπενθυμίσει τον κίνδυνο του κομμουνισμού και οι εορτασμοί στου Μακρυγιάννη θα επισκιάσουν τους εορτασμούς στο Γράμμο. Πέρα από το ειδικό βάρος της πρωτεύουσας στη διαμόρφωση της ιστορικής μνήμης της δεκαετίας του 1940, ο άλλος λόγος είναι ότι από την πρώτη στιγμή ο «κόκκινος Δεκέμβρης» ταυτίστηκε με την κομμουνιστική βία. Διαμελισμένα πτώματα, μαζικές εκτελέσεις, πηγάδες, κονσερβοκούτια, ΟΠΛΑ, τρομοκρατία, λεηλασίες, όμηροι, θα γίνουν συνώνυμα όχι μόνο των Δεκεμβριανών αλλά του κομμουνισμού. Η επανάσταση, ο κομμουνισμός στην επίσημη αφήγηση ήδη από εκείνες τις τελευταίες ημέρες του 1944 συνδέθηκαν άμεσα με την ωμή βία και τα φριχτά εγκλήματα.

Όλα αυτά εξηγούν την, κατά κάποιο τρόπο, παράδοξη δομή του βιβλίου του Τ. Κωστόπουλου. Ενώ θα περίμενε κανείς να ξεκινά από τα γεγονότα και στη συνέχεια να αναλύει την εγγραφή των γεγονότων στη μνήμη και το δημόσιο λόγο, ο Τ. Κωστόπουλος αντιστρέφει τη σειρά· προηγείται η μεταϊστορία και ακολουθεί η ιστορική εξέταση των γεγονότων, διότι η πρώτη σε μεγάλο βαθμό και για μεγάλο χρονικό διάστημα καθόρισε την ίδια την ιστορική αφήγηση των γεγονότων. Από τη μια πλευρά, η Δεξιά επιδόθηκε στην αναπαραγωγή του μύθου του θύματος της «κόκκινης βίας» που δικαιολογούσε την καταστολή της Αριστεράς ενώ από την άλλη η Αριστερά προτίμησε την αμήχανη, και κατά βάση ένοχη, σιωπή για τα Δεκεμβριανά. Επιπλέον, μετά τον Εμφύλιο, η Αριστερά στην προσπάθειά της να ενταχθεί στην πολιτική νομιμότητα εξοβέλισε την ιδέα της επανάστασης, και θεώρησε ότι θα ήταν καλύτερο να ξεχάσει την κορυφαία επαναστατική στιγμή της δεκαετίας του 1940, τη μάχη της Αθήνας. Αυτή η ιδιόμορφη μεταϊστορική συνθήκη είχε ως αποτέλεσμα να αναπαράγονται μύθοι και ψέματα για τα Δεκεμβριανά σχεδόν μέχρι τις μέρες μας και η ιστορική έρευνα, παρά την άνθισή της, να έχει «παρακάμψει» τα Δεκεμβριανά. Θα πρέπει να φτάσουμε στο 2014, δηλαδή 70 χρόνια μετά, για να κυκλοφορήσουν οι πρώτες συστηματικές και τεκμηριωμένες έρευνες για τη μάχη της Αθήνας.

Εάν η μεταϊστορική κατασκευή των Δεκεμβριανών τα παρουσίασε σαν ένα όργιο δολοφονικής βίας και τρομοκρατίας των κομμουνιστών σε βάρος του άμαχου πληθυσμού και αθώων πολιτών, ο Τ. Κωστόπουλος στο βιβλίο του αναλαμβάνει να αποδομήσει αυτόν τον μύθο και να αναδείξει τον επαναστατικό χαρακτήρα της βίας, δηλαδή να δείξει ότι η βία δεν στράφηκε κατά γενικώς αθώων πολιτών αλλά είχε πολιτικό πρόσημο και στοχοθεσία. Χωρίς να υιοθετεί μια ανιστορική αντίληψη που με αφετηρία την σημερινή πραγματικότητα γενικώς καταδικάζει την βία, επιδιώκει να κατανοήσει και εξηγήσει τα χαρακτηριστικά της επαναστατικής βίας. Το έργο είναι πάρα πολύ δύσκολο γιατί σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι αριθμοί είναι αντικρουόμενοι και τα στοιχεία σχετικά με την ταυτότητα των θυμάτων είναι ελλιπή ή ανύπαρκτα. Ωστόσο, με μια εντυπωσιακή, σχολαστική μελέτη των διαθέσιμων πηγών από μαρτυρίες, δημοσιεύματα στον Τύπο, βρετανικά αρχεία και, κυρίως, από πλήθος ελληνικών αρχείων καταφέρνει να ανασυστήσει την πραγματική εικόνα σε σχέση με τα θύματα της Αριστεράς στα Δεκεμβριανά. Ο συγγραφέας, με βάση τα ιατροδικαστικά αρχεία, υπολογίζει ότι εκτελεσθέντες σε Αθήνα και Πειραιά ήταν τουλάχιστον 1.000, ενώ το ανώτατο όριο των επίσημων εκτιμήσεων ήταν 2.250 νεκροί. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η ταυτότητα των θυμάτων. Οι περισσότεροι δεν ήταν αθώοι πολίτες αλλά στην πλειονότητά τους χωροφύλακες και άνδρες των διαφόρων Σωμάτων Ασφαλείας, συνεργάτες των Γερμανών, μέλη δεξιών οργανώσεων και πληροφοριοδότες. Επίσης σε αντίθεση με την εικόνα ενός «λουτρού αίματος» που φιλοτεχνήθηκε μεταπολεμικά, φαίνεται ότι στις περισσότερες περιπτώσεις πριν την καταδίκη σε θάνατο και την εκτέλεση έγιναν ανακρίσεις και διασταυρώθηκαν πληροφορίες σχετικά με τις πράξεις που βάρυναν τους συλληφθέντες.

Προφανώς, κανείς μπορεί και πρέπει προσεγγίσει κριτικά, όπως κάνει ο συγγραφέας, τον τρόπο απονομής της «λαϊκής δικαιοσύνης» στο διάστημα των Δεκεμβριανών. Ο ρόλος του ιστορικού δεν είναι να καταδικάσει ή να επαινέσει τις πρακτικές του παρελθόντος αλλά να προσπαθήσει να εξηγήσει τις εξελίξεις, κατανοήσει τα κίνητρα των πρωταγωνιστών, να εντάξει τα φαινόμενα στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο -κατανόηση και εξήγηση δεν σημαίνουν δικαιολόγηση και νομιμοποίηση. Εάν λοιπόν θέλουμε να εξηγήσουμε, με τη βοήθεια του βιβλίου, το ζεύγος «λαϊκή δικαιοσύνη-επαναστατική βία» τις μέρες των Δεκεμβριανών, τότε θα μπορούσαν να γίνουν οι εξής παρατηρήσεις:

Πρώτο, σε όλες τις κατεχόμενες από τους Ναζί χώρες, η στιγμή της απελευθέρωσης είναι η στιγμή έκρηξης της λαϊκής οργής και βίας κατά των συνεργατών των Γερμανών που είχαν πρωταγωνιστήσει στην καταστολή του αντιστασιακού κινήματος. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα στις πολυάριθμες εμφύλιες συγκρούσεις στην επαρχία, αν και δεν συνέβη στην Αθήνα τις ημέρες της απελευθέρωσης λόγω της πειθαρχίας που επιβάλει το ΚΚΕ στα μέλη του. Η οργή, το μίσος για τους συνεργάτες των Γερμανών και όσων είχαν επωφεληθεί στη διάρκεια της Κατοχής ωστόσο υπάρχει και σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτεί την αριστερή βία στα Δεκεμβριανά.

Δεύτερο, η βία που ξεσπά στα Δεκεμβριανά οφείλεται στον εκρηκτικό συνδυασμό δύο παραγόντων: αφενός, της βίας που έχουν ασκήσει τα κατοχικά στρατεύματα και οι Έλληνες συνεργάτες τους από την άνοιξη του 1944 με μπλόκα, εκτελέσεις, συλλήψεις ομήρων, κ.λπ. και αφετέρου, της εξαθλίωσης της μεγάλης μάζας του πληθυσμού στα χρόνια της Κατοχής. Το προπολεμικό ταξικό χάσμα έχει βαθύνει ακόμα περισσότερο στα χρόνια της Κατοχής και είχε πλέον ως μάρτυρες τους νεκρούς της πείνας και τους υποσιτισμένους Αθηναίους. Ειδικά η σύλληψη ομήρων, που προέρχονταν από τις ελίτ της πρωτεύουσας, έφερε στην επιφάνεια την ταξική διάσταση της σύγκρουσης. Η βίαιη αντιστροφή των κοινωνικών θέσεων και ρόλων έχει και μια άλλη διάσταση. Δεν είναι μόνο η ισχυροποίηση των αδυνάμων έναντι των μέχρι τότε ισχυρών αλλά και η ανατροπή της σχέσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου, οι αστοί ήταν πλέον αντιμέτωποι με τους σκληροτράχηλους χωρικούς-αντάρτες του ΕΛΑΣ.

Τρίτο, σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου και ειδικά σε μια μεγαλούπολη οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ ενόπλων και άμαχου πληθυσμού στην ουσία σε μεγάλο βαθμό καταργούνται. Αυτός που τη μια μέρα είναι ένας φαινομενικά φιλήσυχος πολίτης, την επομένη μπορεί να γίνει ένοπλος ή να γίνει πληροφοριοδότης του αντιπάλου. Η ίδια η δυναμική της σύγκρουσης καθώς κλιμακώνεται δεν αφήνει πολλά περιθώρια επιλογής για τους άμαχους, παρά να εγκαταλείψουν την πόλη εάν μπορούν. Από αυτήν την άποψη, και οι δύο αντίπαλοι της μάχης των Δεκεμβριανών θα επιδιώξουν να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στον πληθυσμό της περιοχής που κατέχουν. Και οι δύο θα συλλάβουν υπόπτους και θα αιχμαλωτίσουν αντιπάλους, θα ενεργοποιήσουν τα δίκτυα πληροφοριοδοτών που έχουν, θα τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό ώστε να συνεργαστεί. Γι’ αυτό και κατά τη γνώμη μου, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να μάθουμε τι γινόταν στις περιοχές ελέγχου των κυβερνητικών δυνάμεων, με ποιο τρόπο διασφαλίστηκε εκεί η κυριαρχία.

Τέλος, ο συγγραφέας καταθέτει δύο υποθέσεις που χρήζουν ουσιαστικότερης συζήτησης σε μελλοντικές έρευνες. Η πρώτη είναι η «έρπουσα κρίση εκπροσώπησης» μιας υπολογίσιμης μερίδας του εαμικού κόσμου από τις επιλογές της πολιτικής ηγεσίας, δηλαδή ότι ένα μέρος του εαμικού κόσμου έδωσε μια πιο ριζοσπαστική εκδοχή στη σύγκρουση και ήθελε να εξουδετερώσει τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ και όχι απλά να επιδιώξει έναν συμβιβασμό από θέση ισχύος. Η δεύτερη υπόθεση είναι ότι όταν φάνηκε ότι η σύγκρουση ήταν οριστικά χαμένη για το ΕΑΜ, τότε υπερίσχυσαν οι καθαρά εκδικητικές πρακτικές, που οδήγησαν και στις πιο αποτρόπαιες πράξεις στη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Το πρώτο μάλλον είναι πιο βάσιμο από το δεύτερο, αλλά σε κάθε περίπτωση κανείς θα πρέπει να λάβει υπόψη του τη δυναμική της βίας. Σε αντίθεση με κάποιους οι οποίοι θεωρούν τα Δεκεμβριανά ως μια απόπειρα βίαιης κατάληψης της εξουσίας από το ΚΚΕ, απότοκη της ολοκληρωτικής ιδεολογίας του, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή και λιγότερο προσχεδιασμένη. Όπως έχουμε δει πολλές φορές στο παρελθόν, από τη στιγμή που θα ξεσπάσει η βία τότε θα αναδείξει τους δικούς της πρωταγωνιστές και θα επιβάλει τη δική της λογική στην εξέλιξη των πραγμάτων. Τα Δεκεμβριανά, σε τελική ανάλυση, ήταν μια βίαιη εμφύλια σύγκρουση και άρα θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από τη δυναμική της βίας. Αυτή τη δυναμική της βίας αναλύει ο Τ. Κωστόπουλος με συστηματικό και τεκμηριωμένο τρόπο στο βιβλίο του, ανοίγοντας μια συζήτηση η οποία καθυστέρησε για 70 χρόνια και στοίχειωσε το φαντασιακό και τη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας.

 

Πολυμέρης Βόγλης, διδάσκει σύγχρονη ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

 

Δείτε όλα τα σχόλια