Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ατομική ελευθερία και πολιτεία στη σκέψη του Χέγκελ: Δύο αντιφατικές έννοιες;

Του Κώστα Δημητρίου*

 

Η εγγύηση της ελευθερίας του συνόλου εντοπίζεται στην ύπαρξη αντιπροσωπευτικών θεσμών και μιας γενικής νομοθεσίας, στην προστασία της προσωπικότητας και της ιδιοκτησίας, στους δημόσιους νόμους και σε ένα σύστημα δίκαιης και ίσης μεταχείρισης από τη δικαστική εξουσία

 

Οι στοχασμοί του Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ (1770-1831) αναφορικά με την πολιτική θεωρία ερμηνεύτηκαν ποικιλοτρόπως στις δεκαετίες που ακολούθησαν το θάνατό του. Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι ο Χέγκελ τοποθετήθηκε από τους σχολιαστές του τόσο στην πλευρά του συντηρητισμού και της αντιδραστικής σκέψης όσο και στην πλευρά του φιλελευθερισμού. Από κάποιους ανακηρύχτηκε απολογητής της Παλινόρθωσης, ενώ άλλοι τον χαρακτήρισαν υποστηρικτή των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης και του κράτους δικαίου. Οι τόσο διαφορετικές αυτές διαπιστώσεις συνδέονται με ένα ερώτημα που απασχόλησε αδιάλειπτα τον Χέγκελ και το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για εμάς σήμερα: ποια είναι η σχέση της ατομικής ελευθερίας με τη συμμετοχή εκάστου ενός στη νεότερη πολιτεία;

Ο όρος «κράτος» ή «πολιτεία» (Staat) χρησιμοποιείται από τον Χέγκελ με μια ευρύτερη έννοια, αφού δεν αναφέρεται μονάχα στις εξουσίες και την κρατική διοίκηση, μα συμπεριλαμβάνει ακόμη την ύπαρξη ορισμένων θεσμών και ενός κοινώς αποδεκτού συστήματος ηθικών αρχών, βάσει των οποίων τα άτομα προσανατολίζουν τις πράξεις τους και εναρμονίζονται με τις υπάρχουσες κοινωνικές δομές. Ο Χέγκελ μιλάει μάλιστα συχνά ως εάν η πολιτεία να διέθετε το ύψιστο κύρος απέναντι στα μέλη της, σαν μια θεμελιακή ηθικο-πολιτική αρχή, από την οποία οι άνθρωποι διαμορφώνονται ως κοινωνικά όντα και λαμβάνουν τις αξίες που διέπουν τις πράξεις τους.

Βασικό σημείο αναφοράς για την παραπάνω θέση αποτελεί η αρχαία ελληνική πόλη-κράτος, όπως την εκλαμβάνει ο Χέγκελ αντλώντας από την Πολιτεία του Πλάτωνα. Θεωρεί πως ο Πλάτων δεν εκφράζει κάποιο προσωπικό ιδεώδες, αλλά ότι αποτυπώνει την ουσία του κράτους της εποχής του, η οποία συνίσταται στην πλήρη απορρόφηση του ανθρώπου από τους νόμους και τα έθιμα της κοινότητάς του. Σε αυτό το πλαίσιο η δραστηριότητα εκάστου ενός, η νοοτροπία και οι πράξεις του, έχουν ως μοναδικό τελικό σκοπό τη διατήρησή της. Συμπληρωματική προς την άποψη αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί η αναφορά του Χέγκελ στη θέση του Αριστοτέλη από το πρώτο βιβλίο του έργου του Πολιτικά, σύμφωνα με την οποία το όλον προηγείται αναγκαία των μερών του. Για τον Χέγκελ αυτό σημαίνει ότι οι νόμοι και οι θεσμοί που ισχύουν αντικειμενικά, δηλαδή που εκφράζουν ό,τι θεωρείται γενικώς αποδεκτό από τα μέλη μιας κοινότητας και που την οργανώνουν μέσα στο χρόνο, είναι το ουσιώδες στοιχείο που διαπλάθει το χαρακτήρα και τις έξεις τους, καθιστώντας δυνατή την κοινή ζωή μεταξύ τους.

Ο Χέγκελ ωστόσο υπογραμμίζει κάτι ακόμη: στη νεότερη εποχή το ανθρώπινο πράττειν έγκειται και σε κάτι άλλο που διακρίνεται από την πλήρη αφιέρωση στην κοινότητα. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο «πολίτης» (citoyen), μα και «αστός» ή «ιδιώτης» (bourgeois). Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας, αν και συμβάλλει στην προώθηση του γενικού συμφέροντος, παράλληλα ενδιαφέρεται για την επίτευξη των ιδιαίτερων στόχων του. Σχετικά με την παραπάνω θέση, ο Χέγκελ θεωρεί θεμελιώδη αρχή της νεότερης εποχής «το άπειρο δικαίωμα του υποκειμένου» να βρίσκει προσωπική ικανοποίηση κατά το ενέργημα και την πραγμάτωση των σκοπών που θέτει για τον εαυτό του.

Αναφορικά με το ερώτημά μας, πολλοί σχολιαστές του συγκλίνουν στην άποψη ότι ο Χέγκελ επιδιώκει μάλλον να συμφιλιώσει τις προαναφερθείσες και εκ πρώτης όψεως ασυμβίβαστες αρχές της ατομικής ελευθερίας αφενός και της συμμετοχής σε μια ευρύτερη ηθικο-πολιτική ολότητα αφετέρου.

Ως προς την πρώτη αρχή, ο Χέγκελ αναφέρει ότι οι άνθρωποι πραγματώνονται ως υποκείμενα και ως πρόσωπα στην «αστική κοινωνία πολιτών» (civil society, société civile, bürgerliche Gesellschaft), η οποία διακρίνεται τόσο από την οικογένεια όσο και από το κράτος. Η κοινωνική σφαίρα είναι το πλαίσιο των ατομικών δραστηριοτήτων και της μεταξύ τους διαπλοκής με σκοπό την ικανοποίηση εξατομικευμένων αναγκών. Έκαστος δύναται να κατευθύνει τη ζωή του και να αναζητήσει την ατομικά προσδιορισμένη ευδαιμονία του σύμφωνα με την επιλογή υποκειμενικών κριτηρίων. Τα όρια του ατομικού πράττειν δεν αποκλείουν τη συνεργασία μεταξύ των ατόμων για την προάσπιση επιμέρους συμφερόντων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα. Εντούτοις, τα εγωιστικώς δρώντα άτομα μόνο συγκυριακά θα μπορούσαν να εκφράσουν κάτι που να υπερβαίνει τους ορίζοντες της επιμέρους βούλησής τους.

Από την άλλη πλευρά, ο Χέγκελ προσεγγίζει τη νεότερη πολιτεία ως τον «προορισμό» (Bestimmung) των ατόμων, στο βαθμό που αυτή συνενώνει ορισμένους αντικειμενικά ισχύοντες νόμους με την κατοχύρωση της ατομικής βούλησης. Πιστεύει, μάλιστα, ότι η έννοια της ελευθερίας βρίσκει την πληρέστερή της πραγμάτωση εντός της πολιτείας, καθότι σε αυτό το πλαίσιο οι άνθρωποι δύνανται να συσχετίσουν συνειδητά την υποκειμενική τους πεποίθηση με καθολικές βλέψεις. Ειδικότερα, η πολιτεία συνενώνει επιτυχώς την ατομική ελευθερία και ευδαιμονία με τις διανθρώπινες σχέσεις συλλογικής οργάνωσης του βίου. Η δε μέθεξη των ατόμων στην πολιτική κοινότητα προϋποθέτει, κατά τον Χέγκελ, ότι η επιτέλεση των αναγκαίων υποχρεώσεών τους θα συμβάλλει στην προσωπική τους ανάπτυξη, στο μέτρο που το καθήκον απέναντι στο κράτος συνδέεται με την ύπαρξη δικαιωμάτων που εξασφαλίζουν την ευημερία και την εκπλήρωση των ιδιαίτερων σκοπών τους. Για τον λόγο αυτό ο Χέγκελ τονίζει ότι το «πολιτικό φρόνημα» (politische Gesinnung) συνίσταται στη βεβαιότητα των ατόμων πως το επιμέρους συμφέρον τους διατηρείται και πραγματώνεται, ενώ σχετίζονται με την πολιτεία και τη θεωρούν ουσιαστικό θεμέλιο της πράξης τους. Η εγγύηση της ελευθερίας του συνόλου εντοπίζεται στην ύπαρξη αντιπροσωπευτικών θεσμών και μιας γενικής νομοθεσίας, στην προστασία της προσωπικότητας και της ιδιοκτησίας, στους δημόσιους νόμους και σε ένα σύστημα δίκαιης και ίσης μεταχείρισης από τη δικαστική εξουσία. Για τον Χέγκελ η πολιτεία θεωρείται «τελικός σκοπός» (Endzweck) και η συμμετοχή σε αυτήν ύψιστο καθήκον, διότι αποτελεί το πλαίσιο εναρμόνισης των ατομικών δικαιωμάτων, της υποκειμενικής ελευθερίας και της υπαγωγής σε γενικούς κανόνες.

Παρά τον προαναφερθέντα διαχωρισμό της συγκυριακής ταύτισης συμφερόντων στο πλαίσιο της κοινωνίας από τη συμμετοχή στην πολιτική σφαίρα, το επιμέρους ενδιαφέρον εκάστου ενός δεν παραμερίζεται. Η επιτέλεση των καθηκόντων προς την πολιτεία χρειάζεται, σύμφωνα με τον Χέγκελ, να συνδέεται με τη διασφάλιση της ατομικής ελευθερίας. Το άτομο έχει υποχρεώσεις, όντας πολίτης, μα παράλληλα διαθέτει επιθυμίες και στόχους που αφορούν αυτό το ίδιο. Τούτη η πλευρά πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν από την πολιτεία και να προστατεύεται. Μόνο έτσι μπορεί η «γενική υπόθεση» (allgemeine Sache) να γίνει μέλημα εκάστου ενός. Στην αντίθετη περίπτωση το κράτος στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια, αφού ο καθένας δραστηριοποιείται μονάχα για τον εαυτό του, θεωρώντας την πολιτεία κάτι το ξένο, από το οποίο νιώθει εξαρτημένος και συνεπώς ανελεύθερος.

 

* Υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μέρα γιορτής

Έπειτα από σχεδόν έξι μήνες αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί που κρατούνταν στις φυλακές της Αδριανούπολης επειδή είχαν περάσει κατά λάθος λίγα μέτρα μέσα σε τουρκικό έδαφος. Για...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο