Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι ιδέες μας δεν έγιναν ή δεν παρέμειναν αξίες

Για την Αριστερά στην κυβέρνηση και για το κόμμα της είναι ανάγκη να σκεφτεί πώς μπορεί να εισαγάγει και να ενισχύσει αξίες που δείχνουν στο μέλλον, να εγκαταστήσει στοιχεία που και με άλλη κυβέρνηση οι άνθρωποι θα αρνηθούν να τα δώσουν πίσω.

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ*

Όταν ο Αριστείδης μου έδωσε τη χαρά να με καλέσει στην παρουσίαση του βιβλίου του, παράκουσα τον τίτλο του - ίσως κιόλας ηθελημένα. Άκουσα «όψεις του κομμουνισμού». Ίσως το λάθος οφειλόταν σε μια άλλη πρόσκληση σε μια σειρά σχολιασμένων προβολών με τίτλο «όψεις του έρωτα», ίσως πάλι σε ένα κόλλημα που είχα και έχω με μια διατύπωση του Μαρξ, που την επανέλαβε και ο Λένιν περίπου, ότι ο κομμουνισμός εμφανίζεται, όταν οι άνθρωποι μαζικά και εθελοντικά προσφέρουν εργασία χωρίς αντάλλαγμα. Και με αυτή την παρατήρηση οδηγούμαστε κατευθείαν στο ζήτημα των «αξιών» που έχει σημαντική θέση στην εισαγωγή του Αριστείδη στο βιβλίο του, αλλά σε αυτό θα επανέλθω.

«Σίγουρα το 1989 επισφράγισε την τελεσίδικη αποτυχία του μεγαλύτερου ίσως κοινωνικοπολιτικού πειράματος στην ιστορία της ανθρωπότητας.» γράφει ο Μπαλτάς στην εισαγωγή. Έχει δίκιο; Εννοώ με τον χαρακτηρισμό «μεγαλύτερου». Το ερώτημα είναι εύλογο, γιατί και οι μεγάλες αστικές επαναστάσεις, η γαλλική πάνω από όλες, πρόβαλαν την αξίωση της καθολικής χειραφέτησης του ανθρώπου. Με αφετηρία αυτήν την αξίωση διαψεύστηκαν, αλλά πέτυχαν μεγάλα πράγματα. Η δική μας επανάσταση, η Οκτωβριανή, αξίωσε να πάει πιο βαθιά, πέτυχε μεγάλα πράγματα, επέδρασε σε ολόκληρο τον κόσμο και κατέρρευσε καταντροπιασμένη. Γιατί και πώς είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο, το οποίο δεν έχουμε καταφέρει να γράψουμε ακόμα. Αυτή η κατάρρευση επηρέασε όλον τον κόσμο: συγκρίνετε την πολιτική των σημερινών συντηρητικών κομμάτων με τη διαπίστωση του προγράμματος των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών του 1949: «Ο καπιταλισμός απέτυχε!» Ένας Γερμανός μαρξιστής πολιτικός επιστήμονας, ο Φρανκ Ντέπε, μου έλεγε το 1992, προβλέποντας την προσχώρηση των σοσιαλδημοκρατών στην κυρίαρχη πολιτική του καπιταλισμού, ότι αυτοί με όλον τον αντικομμουνισμό τους διατηρούσαν έστω ίχνη σοσιαλισμού, έστω και αρνητικά. Τώρα, έλεγε ο Ντέπε, λένε πως αποδείχτηκε ότι δεν γίνεται. Θα θυμάστε ίσως τη φράση του Κώστα Σημίτη, νομίζω τον ίδιο χρόνο, ότι τα πειράματα της κοινοκτημοσύνης τελείωσαν. Και όλοι μας είδαμε στρατιές συντροφισσών και συντρόφων να προσχωρούν, δεν πιστεύω πάντα ιδιοτελώς, στους αντιπάλους μας.

Ο Μπαλτάς, λοιπόν, γράφει τα κείμενα που συνθέτουν τον τόμο που έχουμε στα χέρια μας επί ερειπίων. Μαζεύει θραύσματα από δω κι από κει και τα επεξεργάζεται, προσπαθεί να τα κατανοήσει και να μας δώσει κι εμάς να τα καταλάβουμε. Στην εισαγωγή του μας λέει ότι «τα επί μέρους ζητήματα ... είναι μάλλον προϊόν τυχαίων συναντήσεων» με θέματα και ανθρώπους. Κατά τη γνώμη μου αυτό ενισχύει το επιχείρημά μου περί συλλογής θραυσμάτων - κάτι σαν επιφώνημα και αναφώνηση σε κάθε τέτοια τυχαία συνάντηση: «Α, νάτο!» Κι αυτά τα θραύσματα είναι έννοιες, πρακτικές, συζητήσεις και διενέξεις, γνώσεις, συμπεριφορές, πρόσωπα.

Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς: ο Μπαλτάς είναι φιλόσοφος κι έτσι το μεγαλύτερο μέρος του τόμου το αποτελούν κείμενα με αντικείμενο φιλοσοφικά ζητήματα. Είναι ζητήματα όμως με τα οποία καταπιάνονται αναγκαστικά όσοι ασχολούνται με τις επιστήμες και ανακατεύουν τις έννοιες σαν τον αγρότη που ανακατεύει τα χώματα.

Το καλό με βιβλία σαν ετούτο εδώ είναι ότι μπορείς να διαλέξεις. Ίσως δεν αρέσει στον συγγραφέα που, όπως όλοι οι συγγραφείς, θα προτιμούσε να ρουφήξει ο αναγνώστης το βιβλίο, αλλά κανείς δεν το κάνει. Λυπάμαι αν το πιστεύεις ή το ελπίζεις, Αριστείδη, αλλά δεν θα γίνει. Εμένα, ας πούμε, με τράβηξε από την πρώτη στιγμή το μέρος που μιλάει για τον ιστορικό υλισμό, το πρώτο μέρος δηλαδή, και το μέρος με τα πρόσωπα - ετούτο γιατί μου θύμισε ένα άρθρο του Ελεφάντη στην Εποχή με τίτλο «Ο Κοβάνης», αλλά και γιατί κάποια από αυτά τα πρόσωπα τα ξέρω και επειδή αυτό το μέρος ταιριάζει πιο άμεσα με τον τίτλο του τόμου: Ονόματα του κομμουνισμού. Έτσι, λοιπόν, πιστεύω ότι θα διαβάσουμε τον τόμο, επεκτείνοντας σταδιακά το ενδιαφέρον μας και σε άλλα μέρη του που μας είναι αρχικά ανοίκεια, αλλά θα έχουμε τη σκευή που θα μας δώσει η αρχική ανάγνωση των πιο οικείων μερών του.

Ας μου επιτραπεί εδώ μια παρατήρηση για τον ιστορικό υλισμό. Ο Μπαλτάς αναφέρει τον «τρόπο παραγωγής» ως «θεμελιώδη έννοια» του ιστορικού ιλυσμού. Δεν διαφωνώ. Έχω τη γνώμη, όμως, ότι το θεμελιώδες, η μεγάλη αλλαγή στον τρόπο σκέψης, η επιστημονική τομή είναι η έννοια του ανθρώπου, δηλαδή η αντίληψη του ανθρώπου ως ιστορικού φαινομένου, η 6η θέση για τον Φόιερμπαχ. Από αυτή την άποψη, η διάκριση φυσικού και ιστορικού χρόνου, όπως το λέει ο Μπαλτάς, είναι ουσιώδης. Θυμάμαι ένα ανέκδοτο για μια διάλεξη σχετικά με τη ζωή του ηλιακού μας συστήματος, στην οποία κάποιος από το κοινό ρώτησε αν κατάλαβε σωστά ότι ο ήλιος θα «σβήσει» σε τρία δισεκατομμύρια χρόνια. «Όχι!», απάντησε ο εισηγητής, είπα ότι «πιθανολογούμε πως αυτό θα γίνει σε 33 δισεκατομμύρια χρόνια». «Α, εντάξει, τότε!» απάντησε καθησυχασμένος ο ερωτών, λες και ο άνθρωπος, η επιστήμη της κοινωνίας και η πολιτική μπορούν να διακρίνουν μεταξύ τριών και 33 δισεκατομμυρίων ετών ή μεταξύ τριών και 33 νανοδευτερολέπτων. Θέλω να πω ότι ο ιστορικός χρόνος και οι μεταβολές που συμβαίνουν είναι στην υλιστική επιστήμη της κοινωνίας - στην υλιστική διαλεκτική, προσθέτω, γνωρίζοντας μέσες άκρες τα δεινά που επέφερε η σχηματοποίησή της - το στοιχείο που κατ’ εξοχήν τη διαφοροποιεί, πιο ειδικά όμως την κομμουνιστική σκέψη και πρακτική και δικαίως ο Μπαλτάς τοποθετεί ένα κείμενο με αυτό το περιεχόμενο στο μέρος που επιγράφεται «Χρόνος, ιστορία και πολιτική». Αυτή είναι, άλλωστε, και μία ουσιώδης διαφορά μεταξύ της δικής μας, εννοώ τον Μπαλτά κι εμένα, αλλά είμαι βέβαιος και των άλλων με τους οποίους συζητούμε σήμερα, κομμουνιστικής σκέψης και πρακτικής από όσους, επικαλούμενοι τον κομμουνισμό, κάνουν σαν να μην παρέρχεται ιστορικός χρόνος - κάνουν τον κομμουνισμό ομολογία πίστεως.

Τελειώνω επιστρέφοντας στην αρχή, στην εισαγωγή του Μπαλτά. Η επιστροφή αφορά αυτό που ο Αριστείδης ονομάζει «αξίες». Όταν, πριν από λίγα χρόνια, ο Αριστείδης είχε την ευθύνη για τη σύνταξη της Ιδρυτικής Διακήρυξης του ΣΥΡΙΖΑ και μου είχε ζητήσει, όπως και από άλλους, παρατηρήσεις, είχα πει σχετικά με την έννοια των αξιών ότι «όποιος θέλει αξίες να πάει στο Χρηματιστήριο!» Δογματική ρήση βέβαια που τη συζητήσαμε και ο έμπειρος συζητητής Μπαλτάς κατάλαβε αμέσως τον πυρήνα του επιχειρήματος και βρήκε μια διατύπωση που αναδείκνυε το ιστορικό-υλιστικό περιεχόμενο της δικής μας έννοιας της αξίας. Ήθελα να πω ότι ο Αλκιδάμας που φέρεται να υποστήριζε, αντίθετα με τον Αριστοτέλη, ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι, ήταν στην εποχή του ψώνιο, παρόλο που ελευθερία και ισότητα ήταν ανέκαθεν πόθος και αξίωση του καταπιεσμένου ανθρώπου - που αντιστοιχεί στη διατύπωση του Μπαλτά για την «εγγενή σε κάθε κοινωνία τάση προς τον κομμουνισμό». Αντίθετα η ίδια άποψη (της εκ φύσεως ελευθερίας) επικρατεί τον 18ο αιώνα και η ισότητα και η ελευθερία γίνονται «αξίες». Εάν επιχειρήσω να γράψω στην Εποχή ένα άρθρο υπέρ της δουλείας, θα μου το κόψουν όχι γιατί θα υποστηρίζω κάτι κακό, αλλά γιατί θα θεωρήσουν τώρα εμένα ψώνιο. Νομίζω ότι το φαινόμενο ότι ιδέες που, όπως λέει ο Μαρξ, αποκτούν τη δύναμη λαϊκής πρόληψης, δηλαδή γίνονται αξίες, μπορεί να εξηγηθεί ιστορικά-υλιστικά με τις ανάγκες της αναπαραγωγής της κοινωνίας σε κάθε ιστορική εποχή, στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ανάγκες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που απαιτούν ίσους και ελεύθερους ανθρώπους, όπως εξηγεί πάλι ο Μαρξ στο θηριώδες πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου.

Το ζήτημα είναι, τώρα, ότι οι δικές μας ιδέες δεν έγιναν ή δεν παρέμειναν αξίες. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους της ήττας της επανάστασής μας. Κι έτσι το βιβλίο του Μπαλτά μας δίνει αφορμή και υλικό, ώστε να μιλήσουμε για την ανάγκη μιας ιστορικής-υλιστικής θεωρίας των αξιών, της ανάδειξης, της επικράτησης και της πτώσης τους. Αλλά και για την Αριστερά στην κυβέρνηση και για το κόμμα της είναι ανάγκη να σκεφτεί πώς μπορεί να εισαγάγει και να ενισχύσει αξίες που δείχνουν στο μέλλον, να εγκαταστήσει στοιχεία που και με άλλη κυβέρνηση οι άνθρωποι θα αρνηθούν να τα δώσουν πίσω.

* Οικονομολόγος, μεταφραστής

Δείτε όλα τα σχόλια