Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τεχνοκαπιταλισμός, επιτάχυνση και η δύση του συλλογικού νοήματος

Εισαγωγή

Ο τεχνοκαπιταλισμός ως νεοφιλελεύθερο ιδεολογικό και οικονομικό παράδειγμα σαρώνει την επικοινωνία –και όχι μόνο αυτήν– 20 χρόνια τώρα. Ο πυρήνας του, η ιδέα ότι η ψηφιακή τεχνολογία ενσαρκώνει την ελεύθερη αγορά, έχει εδραιωθεί για τα καλά στο παρασκήνιο του πάσης φύσεως ψηφιακού. Από τη βαθιά πεποίθηση ότι υπάρχει κάτι εγγενώς πιο δημοκρατικό στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, τις πλατφόρμες και τους αλγορίθμους, μέχρι την ιδέα ότι τα πιο καίρια επιστημολογικά ζητήματα στη φιλοσοφία του νου, την οντολογία και την ηθική είναι πια λυμένα, τα πάντα γύρω μας εδραιώνουν την οικεία τεχνοκουλτούρα επιτάχυνσης και εκμετάλλευσης της συλλογικής υπεραξίας. Τα όρια της τεχνοπολιτικής είναι σκληρά δομημένα από τις ήττες της Αριστεράς τη δεκαετία του ’90. Μπορεί να έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε που ο Κλίντον εισήγαγε πολλαπλές φαντασιώσεις περί του ελεύθερου ηλεκτρονικού εμπορίου και της ζωής χωρίς ρευστό, μα η μνήμη της εισαγωγής αγαθών και υπηρεσιών στη σφαίρα της επικοινωνίας είναι ακόμη νωπή. Και για όσους δεν είναι, η εστία αναζωπυρώνεται κάθε στιγμή πλοήγησης χωρίς εγγυήσεις μέσα από τις πολυποίκιλες παράνοιες περί εμπορευματοποίησης των δεδομένων μας, επιτήρησης και γενικής παρακμής των δικαιωμάτων. Το 1997, σε συνεδριακή διαμάχη, διάσημος Αμερικανός ρυθμιστής μού είπε κυνικά και σαρκαστικά: «Ώστε δεν πιστεύετε στο ελεύθερο εμπόριο, κυρία Πατέλη». Η απάντησή μου ήταν: «Στις ΗΠΑ μπορείτε να αγοράσετε ένα όπλο, μια εφημερίδα, μια μπανάνα και έναν δονητή από το ίδιο μαγαζί, στην Ευρώπη όχι, οπότε, εάν σε αυτό αναφέρεστε, όχι, δεν πιστεύω στο ελεύθερο εμπόριο». Τόσο δυνατό έχει υπάρξει το φιλελεύθερο αίτημα για διείσδυση σε αγορές και υπηρεσίες που καμία σχέση με την επικοινωνία δεν έχουν ώστε καθ’ εαυτό το “κοινωνικό”, οτιδήποτε δεν εκφράζεται σε ανταλλακτική αξία, θεωρείται εξωτερικό κόστος και καθ’ εαυτήν η πολιτική αυταρχισμός.

Τοπικά, το λεγόμενο ψηφιακό παραμένει ο ελέφαντας στο δωμάτιο της ελληνικής πολιτικής. Η φετιχοποίηση, σε συνδυασμό με τις γνωστές μικροαστικές ατζέντες μικροεκμετάλλευσης, κυριολεκτικά συνιστά το τι είναι το ψηφιακό στην Ελλάδα. Κάπου ανάμεσα στον φίλο που ξέρει από κομπιούτερ, τον κολλητό με τη μικρή εταιρία πληροφορικής που θα κάνει το site και τον πολιτικό που θα αδράξει το μεδούλι της ψηφιακής στιγμής, μάθαμε να εργαλειοποιούμε σε τέτοιο σημείο το ψηφιακό ώστε κάπως μοιάζουμε με αυτούς που απλώς αρνούνται την ύπαρξή του, αφού και οι τεχνοφοβικοί μα και οι φετιχιστές αρνούνται πεισματικά να οραματιστούν έναν άλλον τεχνοπολιτισμό. Αυτό το όραμα, το οποίο αριστεροί στοχαστές σμιλεύουν εδώ και δύο δεκαετίες μέσα από τις κριτικές τους, μα και αυτόνομα, σήμερα βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο. Το ψηφιακό έχει αποτελέσει την αφετηρία για την ανίχνευση πολλαπλών ζητημάτων, από τις συζητήσεις περί απεμπλοκής του υποκειμένου από την ηθική της κυριότητας μέχρι την κυβερνοπάνκ και το ζήτημα της εργασίας. Η Αριστερά εννοιολογεί και διεισδύει σε τόπους ξένους και καπιταλιστικά παραγόμενους, κάνοντας, όπως είχε πει και ο Andrew Roos, την “ιστορική συγκυρία πολιτική ευκαιρία”. Αυτή η πολιτική ευκαιρία αναδύεται σήμερα όχι μόνο επειδή είναι σαφές ότι ο τεχνοκαπιταλισμός έχει αγγίξει τα όρια του, και φυσικά επειδή στις ΗΠΑ εκλέχτηκε ο Τραμπ, μα για ακόμη έναν λόγο, που αφορά στην τεχνολογία. Σήμερα, για ακόμη μία φορά, αναδύεται μια εξαιρετικά καινοτόμος τεχνολογία, το blochchain.

Ο τεχνοαλφαβητισμός, το όραμα και η κριτική από τα αριστερά φαντάζουν επομένως πιο σημαντικά από ποτέ. Στο ανά χείρας τεύχος των Υποτυπώσεων, καθώς και στο επόμενο, φιλοξενούνται άρθρα που ισορροπούν κάπου ανάμεσα σ’ αυτούς που μόνο οσφραίνονται τον ενδόμυχο νεολουδδισμό και σ’ αυτούς που απορρίπτουν το επικοινωνιακό ως επιφαινόμενο. Τα άρθρα απηχούν τη στροφή προς μια πιο στρατευμένη γραφή, που έρχεται μετά τη βιομηχανοποίηση του πανεπιστημίου και την εργαλειακή εξειδίκευση στην έρευνα, γραφή που αρνείται να μείνει αμέτοχη μπροστά στην τεχνοκαπιταλιστική πραγματικότητα και την πρόσφατη λειτουργία των κοινωνικών Μέσων υπέρ της εκλογής τού Τραμπ. Το άρθρο τής Jodie Dean, η οποία και εννοιoλόγησε τον λεγόμενο επικοινωνιακό καπιταλισμό, μιλάει για την Αριστερά μέσω Τραμπ. Υποστηρίζει ότι ένα είδος διαφορετικότητας σμιλευμένης καλά μέσα στον επικοινωνιακό καπιταλισμό μάς στερεί τις αναγκαίες γέφυρες αλληλεγγύης και ουσιαστικής συλλογικότητας. Η Ντην, οραματιζόμενη τον κομμουνιστικό ορίζοντα, μας καλεί να σταματήσουμε να δίνουμε την οργή μας βορά στον επικοινωνιακό καπιταλισμό και να οργανωθούμε μακριά από αυτόν, εκεί που οι συλλογικότητες μπορούν να θρέψουν την απόφαση για πολιτική αλλαγή. Η Τ. Τερρανόβα μιλάει για την οργανωτική σχέση των αλγορίθμων και του κεφαλαίου, υποστηρίζοντας ότι ο πρωταγωνιστικός τους ρόλος στη σκηνή ενός “ρεαλιστικού καπιταλισμού” μπορεί να πάρει τέλος. Αναζητά, μέσα από την εννοιολόγηση των αλγορίθμων ως οργανωτικών για το κεφάλαιο, την εγκαθίδρυση μιας νέας πολιτικής ορθολογικότητας γύρω από τον κοινό πλούτο, γύρω από όλα αυτά που είναι δικά μας. Η Τερρανόβα, θεωρώντας δεδομένο ότι οι πλατφόρμες είναι χώροι βιομηχανοποίησης και εκμετάλλευσης της συλλογικής υπεραξίας και ελεύθερης εργασίας, μιλάει για το πώς βρισκόμαστε καθημερινά μαγεμένοι από τον τεχνοκαπιταλισμό. Ο Μπρετ Σκοτ μάς οδηγεί σε έναν άλλον τόπο εκμετάλλευσης της υπεραξίας, στο τραπεζικό σύστημα, τα ρομπότ, την ιδέα της ρευστότητας. Το έργο του αφορά τις αναδυόμενες τεχνολογίες της χρηματοοικονομίας, όπως αποκαλούνται (fintech). Προσεγγίζει κριτικά την ιδέα ότι το χρήμα, ως κατηγορία οργάνωσης του πλούτου,, θα εκδημοκρατιστεί χάρη σε αυτές τις τεχνολογίες αλλά και τη νεοφιλελεύθερη φαντασίωση σύμφωνα με την οποία, αν καταργήσουμε τους μεσάζοντας του τραπεζικού συστήματος, το σύστημα αυτό θα ανατραπεί μέσα από την αποκεντρωμένη τεχνολογία του blockchain. Το άρθρο μου για τα εξωτερικά κόστη, εστιάζοντας στους αλγόριθμους, προσεγγίζει τους μεσσιανικούς λόγους περί αυτοματισμού και αλγορίθμων ως βιομηχανική πολιτική. Καθαρά οικονομική, αυτή η πολιτική δεν έχει ηθική και ενδιαφέρεται μονάχα για την εξωτερίκευση όποιου πράγματος κοστίζει στην παραγωγή και τη διατάραξη των σχέσεων εργασίας σε τομείς μακριά από τα χρηματοοικονομικά. Ο Ματθαίος Τσιμιτάκης και η Αθηνά Καρατζογιάννη στρέφουν την προσοχή μας στο κοινό, τα κινήματα, την πολιτική χρήση του Διαδικτύου στην Ελλάδα αλλά και εκτός. Ο Τσιμιτάκης εστιάζει στις τοπικές εκφράσεις της φιλελεύθερης ουτοπίας και των αποτυχιών της, στο πλαίσιο του εγχώριου αρρύθμιστου πεδίου, στο οποίο ούτε οι οδηγίες της Ε.Ε. καλά-καλά δεν ενσωματώθηκαν. Ασχολείται με τη σχέση των πελατειακών ΜΜΕ, το 2008, και κοινωνικών Μέσων, φέρνει το κράτος στην συζήτηση. Υποστηρίζει ότι το πεδίο στην πραγματικότητα ανήκε σε μια προνομιούχο ελίτ επαγγελματιών των υπολογιστών, της επικοινωνίας και της πολιτικής, που κατανοούσε τον εαυτό της ως υβριδική δημόσια σφαίρα. Θεωρεί τη συμβολή του τεχνοκαπιταλισμού στις ανισότητες δεδομένη και αναρωτιέται πώς η ελληνική Δεξιά στα κοινωνικά Μέσα μοιάζει με την Τραμπική. Η Καρατζογιάννη μάς υπενθυμίζει πως, ό,τι και να νομίζουμε ότι οργανώνει το Ίντερνετ σε πολιτικό επίπεδο, στην πραγματικότητα συστάθηκε στν “δρόμο”, στη “σάρκα”. Θεωρεί δηλαδή τα κοινωνικά Μέσα σαν έναν ακόμη τόπο οργάνωσης του πολιτικού, από τα κινήματα μέχρι το χάκιν.

 

Δείτε όλα τα σχόλια