Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι «μακιλαδόρας» της Τιχουάνα

Μακιλαδόρας είναι τα εργοστάσια συναρμολόγησης που εγκαταστάθηκαν κατά μήκος της συνοριακής γραμμής με τις ΗΠΑ. Τι προσέλκυσε τους ιδιοκτήτες τους στο Μεξικό; Το φτηνό εργατικό δυναμικό, οι σχεδόν ανύπαρκτοι φόροι, η ανοχή των αρχών απέναντι στις αυθαιρεσίες - δηλαδή ό,τι επιθυμούσαν και μάλιστα ακριβώς δίπλα στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

Τα εργοστάσια συναρμολόγησης του Μεξικού, εκτός από σύμβολα εργασιακών συνθηκών μιας άλλης εποχής, καταφέρουν και σοβαρό πλήγμα στους ντόπιους όταν κλείνουν ή υπολειτουργούν, όπως στην Τιχουάνα. Η επιλογή προσωπικού γίνεται ακόμη πιο αμείλικτη, καθώς μεγαλώνουν οι ουρές των εργατών που ζητούν ένα μεροκάματο. Η περιγραφή είναι του 2009, η κατάσταση σήμερα, όμως, δεν έχει αλλάξει πολύ.

Της Αnne Vigna*

«Η κρίση; Ποια κρίση; Μπα, κι άλλη κρίση; Πρέπει να σου πω ότι εδώ, στην Τιχουάνα, η κρίση δεν σταμάτησε ποτέ!» παρατηρεί χαμογελώντας ο Χάιμε Κότα. Παρά την εξαθλίωση που παρελαύνει από το γραφείο του, προσπαθεί να κρατήσει το χιούμορ του.

Πρόκειται για τον άνθρωπο που, χωρίς αμφισβήτηση, γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον στην Τιχουάνα τις συνθήκες ζωής στις μακιλαδόρας, τα εργοστάσια συναρμολόγησης που εγκαταστάθηκαν από τη δεκαετία του ’60 στο Μεξικό κατά μήκος της τριών χιλιάδων χιλιομέτρων συνοριακής γραμμής με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τι προσέλκυσε τους ιδιοκτήτες τους στο Μεξικό; Το φτηνό εργατικό δυναμικό, οι σχεδόν ανύπαρκτοι φόροι, η ανοχή των αρχών απέναντι στις αυθαιρεσίες -δηλαδή ό,τι επιθυμούσαν και μάλιστα ακριβώς δίπλα στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Έτσι, «χάρη στις μακιλαδόρας, είμαστε μια οικονομία πλήρους απασχόλησης» τολμούν να υποστηρίζουν για χρόνια οι εκάστοτε κυβερνήτες της μεξικανικής πολιτείας της Κάτω Καλιφόρνιας.

Ο Κότα ξεκίνησε ως εργάτης και στη συνέχεια έγινε ερευνητής. Σήμερα είναι δικηγόρος. Το Κέντρο Ενημέρωσης για τους Εργάτες και τις Εργάτριες που έχει ιδρύσει (Cittac) είναι το μοναδικό που, εδώ και είκοσι χρόνια, υποστηρίζει όλους όσους ξεβράζουν τα εργοστάσια: απολυμένους, θύματα εργατικών ατυχημάτων, εποχικούς υπαλλήλους χωρίς δικαιώματα και συμβάσεις... Έρχονται στο Κέντρο όταν οι αυθαιρεσίες εις βάρος τους είναι πια εξόφθαλμες. Τους συμβουλεύει και ορισμένες φορές τους προτείνει να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη.

Πρέπει, λοιπόν, να έρθει κανείς στις εγκαταστάσεις του Κέντρου για να πιάσει τον κοινωνικό σφυγμό της συνοριακής πόλης με τα 1,4 εκατ. κατοίκους. Σήμερα, τρεις εργάτριες έχουν κλείσει ραντεβού. Την πρώτη την έδιωξαν δύο ημέρες από το εργοστάσιο για ένα κακοφτιαγμένο κομμάτι στα επτακόσια που παράγει μέσα σε δέκα ώρες καθημερινής δουλειάς. «Θέλουν να με απολύσουν, είναι συνέχεια από πάνω μου, όλο κάτι βρίσκουν» λέει με χαμηλωμένο βλέμμα. Στο χαρτί της εταιρείας που δίνει στον Κότα γράφει ήδη ότι «ζημίωσε σκόπιμα την επιχείρηση». Η ίδια προσθέτει ότι στη συγκεκριμένη μακιλαδόρα οι «τεχνικές άδειες» δίνονται πλέον κάθε εβδομάδα. Μία ημέρα χαμένη που μειώνει ακόμα περισσότερο τον ήδη εξευτελιστικό μισθό (755 πέσος την εβδομάδα, μόλις 40 ευρώ).

Οι «τεχνικές άδειες» συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο πρόσφατα ευρήματα των ιδιοκτητών των εργοστασίων. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πληρώνει το ένα τρίτο του μισθού, η μακιλαδόρα ακόμη ένα τρίτο, ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο ο εργαζόμενος το χάνει εξαιτίας των ημερών που δεν δουλεύει. Σε αντιστάθμισμα, τα εργοστάσια δεσμεύονται να απολύσουν έναν αριθμό εργαζομένων ανάλογο -και όχι μεγαλύτερο- με τη μείωση της παραγωγής (ή των πωλήσεών τους).

Οι μακιλαδόρας διέθεταν πάντοτε τα απαραίτητα φίλτρα για να εμποδίζουν την ελεύθερη πληροφόρηση. Έτσι, πρέπει να γυρίσει κανείς στις εγκαταστάσεις του Cittac για να μάθει κάτι περισσότερο γύρω από τον μυστικό κόσμο των εργοστασίων. Εδώ, όσοι άνοιξαν την πόρτα μια μέρα και έμαθαν τα δικαιώματά τους δεν φοβούνται πια να μιλήσουν.

Για πολλά χρόνια οι μαρτυρίες λένε τα ίδια πράγματα: Η δουλειά στις μακιλαδόρας είναι μια κόλαση και με την κρίση ανοίγει νέος κύκλος, οι συνθήκες ζωής υποβαθμίζονται κι άλλο. Οι υποστηρικτές των μακιλαδόρας δεν φείδονταν εγκωμίων για το οικονομικό μοντέλο που είχε προσελκύσει ξένες επενδύσεις εκατομμυρίων δολαρίων, σε σημείο ώστε οι επτά στις δέκα τηλεοράσεις που πωλούνταν στις Ηνωμένες Πολιτείες να κατασκευάζονται στην Τιχουάνα.

Από το 1994, χρονιά που υπογράφηκε η Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών (NAFTA), μέχρι το 2001, υπήρξε τεράστια επέκταση. Ο κλάδος εκτιμούσε ιδιαίτερα τα μικρά, επιδέξια χέρια των εργατριών, ενώ οι τοπικές αρχές έκαναν τα στραβά μάτια για τη χρήση τοξικών υλικών, ιδιαίτερα μολύβδου.

Εγκατεστημένες στις πύλες της Καλιφόρνιας, οι μακιλαδόρας προσλάμβαναν τους μετανάστες για να ικανοποιήσουν μια αγορά ηλεκτρονικών «γκάτζετ» που φαινόταν πως δεν επρόκειτο να κορεστεί ποτέ. Με τη νέα χιλιετία, το μοντέλο άρχισε να εμφανίζει τις πρώτες ρωγμές: η ύφεση του 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες προκαλεί την απώλεια 200.000 θέσεων εργασίας στις μακιλαδόρας των συνόρων. Το 2002 ο κλάδος των ηλεκτρονικών χάνει το 31% των θέσεων εργασίας του (-27% στην Τιχουάνα).

Επιπλέον, το 73% των εργοστασίων συναρμολόγησης ηλεκτρονικών ειδών δεν διαθέτει κέντρο έρευνας και ανάπτυξης. Πρέπει να σημειωθεί ότι στις μισές από τις επιχειρήσεις αυτές συναρμολογείται μόνο ένα προϊόν, ενώ μόλις στο 13% των περιπτώσεων συναρμολογούνται τρία. Η εξαγωγική οικονομική δραστηριότητα, που εξαρτάται απόλυτα από τον μεγάλο βόρειο γείτονα, είχε ήδη χάσει τον βηματισμό της πριν από το ξέσπασμα της κρίσης. Η ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, το 2001, είχε αλλάξει τα δεδομένα.

Βασικό συστατικό όλων των ηλεκτρονικών ειδών, ο μόλυβδος βρίσκεται παντού: στους φόβους, στις συζητήσεις, στα ποτάμια. Κατ’ αρχάς γιατί, για δέκα χρόνια, οι κάτοικοι της συνοικίας του Τσιλπανσίνγκο, που βρίσκεται λίγο χαμηλότερα από τα βιομηχανικά πάρκα, αγωνίστηκαν ενάντια στα απόβλητα μολύβδου που αποβάλλονταν στη φύση. Χάρη στη βοήθεια μιας αμερικανικής οικολογικής Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης, της Environmental Health Coalition, το 2008, 3.000 τόνοι εδάφους εστάλησαν για απορρύπανση στις Ηνωμένες Πολιτείες και 8.000 τόνοι σφραγίστηκαν κάτω από ένα στρώμα μπετόν.

Στην Τιχουάνα η κρίση γίνεται αισθητή κυρίως στους ανθρώπους άνω των πενήντα. Ανέκαθεν τα εργοστάσια συναρμολόγησης ζητούσαν προσωπικό νεαρής ηλικίας. «Μέχρι 35 χρόνων» γράφουν οι περισσότερες αγγελίες. Οι εργαζόμενοι που φθάνουν στη μοιραία ηλικία των πενήντα αρχίζουν μια καθημερινή μάχη για να μην εκδιωχθούν.

Η Δελφίνα απολύθηκε χωρίς εξηγήσεις τον Νοέμβριο του 2008. Δεν της πλήρωσαν ούτε την τελευταία εβδομάδα που είχε δουλέψει, ούτε καν αποζημίωση. Έκανε καταγγελία και περιμένει το Συμβούλιο Επίλυσης Εργατικών Διαφορών να εκδώσει την απόφασή του. Αυτή τη στιγμή περνά με 200 πέσος την εβδομάδα (10,5 ευρώ) που της στέλνει μία από τις κόρες της η οποία έχει μπακάλικο. Αλλά με το ποσό αυτό πρέπει να ζήσουν τρεις. «Τρώμε μόνο δύο φορές την ημέρα» απαντά ενοχλημένη στην ερώτηση πώς τα βγάζει πέρα με τόσο λίγα χρήματα. Έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια στη μακιλαδόρα, η Δελφίνα δεν έχει σύνταξη, δεν έχει οικονομίες, καθώς μεγάλωσε μόνη της επτά παιδιά.

Στο εργοστάσιο παιχνιδιών της Mattel χρειάστηκε να αγωνιστεί για τα δικαιώματά της. «Όταν η Mattel αγόρασε την εταιρεία που εργαζόμουν, ήθελαν να με διώξουν χωρίς αποζημίωση. Επειδή δεν το δέχτηκα, με απήγαγαν». Περνά, λοιπόν, μια ολόκληρη νύχτα κλεισμένη σε ένα γραφείο με κάποιον φρουρό. Και, τα ξημερώματα αναγκάζεται να δεχτεί μια επιταγή 2.000 πέσος (106 ευρώ) για να μπορέσει να φύγει. «Καταλαβαίνετε, τα παιδιά μου με περίμεναν».

Με την υποστήριξη του Cittac κατήγγειλε το γεγονός στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Από την πλευρά της Mattel δεν υπήρξε καμία αντίδραση. Εξάλλου, η Δικαιοσύνη έκρινε ότι δεν επρόκειτο για «απαγωγή», εφόσον κανείς δεν ζήτησε λύτρα...

Σήμερα η Δελφίνα γνωρίζει ότι δεν θα ξαναβρεί ποτέ δουλειά σε κάποια μακιλαδόρα. «Είναι αδύνατον στην ηλικία μου, αφού δεν παίρνουν πια ούτε τους νέους» λέει δείχνοντας τον ανιψιό της, άνεργο στα είκοσί του. «Υπάρχουν, βέβαια, και αυτοί που προσπαθούν να πουλήσουν κάποια μικροπράγματα, αλλά εδώ είμαστε όλοι φτωχοί, δεν μπορούμε να αγοράσουμε τίποτα σπουδαίο».

Η συνοικία της μοιάζει με πολλές άλλες στην Τιχουάνα. Τα σπίτια πρώτα ήταν αυθαίρετα, στη συνέχεια νομιμοποιήθηκαν. Οι αρχές, ωστόσο, δεν έχουν φτιάξει δρόμους. Οι κάτοικοι χρειάστηκε να αυτοοργανωθούν για το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα. Όταν κάηκε το σπίτι του γιου της, η Πυροσβεστική δεν ήρθε. «Δεν είναι σωστό», λέει με αγανάκτηση, «αλλά σε ποιον να διαμαρτυρηθείς;». Η οικογένεια του γιου της τα έχασε όλα. «Η μακιλαδόρα όπου δουλεύει δεν του έδωσε τίποτα, μόνο οι συνάδελφοί του τον βοήθησαν. Η αλληλεγγύη είναι το μόνο πράγμα που επιβιώνει ακόμη σ’ αυτά τα μέρη».

* Η Αnne Vigna είναι δημοσιογράφος

 

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στη διεύθυνση http://archives.monde-diplomatique.gr/spip.php?article236

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μεταπολίτευση: Ιστορική μνήμη και δημοκρατία

Η δικτατορία του 1967 ήταν η κορύφωση της δραστηριότητας του μετεμφυλιακού κράτους. Από τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, ένα πραξικόπημα ήταν πάντοτε υπαρκτή επιλογή στα μυαλά των σκοτεινών μηχανισμών...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο