Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια ηλιαχτίδα σε πέτρινους τοίχους

Από τις εκδόσεις "Θεμέλιο" μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Θανάση Καλαφάτη “Μια ηλιαχτίδα σε πέτρινους τοίχους: Τα χρόνια του εγκλεισμού”, 1966-1974, συνέχεια ενός άλλου βιβλίου του που κυκλοφόρησε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, “Από το λυκόφως στο λυκαυγές”.

Της Ζηνοβίας Ειρηναίου

 Ο Θανάσης Καλαφάτης σήμερα καταθέτει 64 μικρές ιστορίες από τα χρόνια που ακολούθησαν τον αισιόδοξο δυναμισμό των φοιτητικών κινητοποιήσεων του ’60, στους δρόμους της στρατιωτικής θητείας και του τιμωρητικού εγκλεισμού του για αντιδικτατορική δράση.

Και τα δύο βιβλία σκιαγραφούν τη σύγχρονη Ιστορία μιας Ελλάδας που σε χαμηλότονους ή ηρωικούς τόνους προσπάθησε να οριοθετήσει και να προασπίσει οράματα ανθρωπισμού, αλληλεγγύης και σεβασμού του «μικρού» και δημοκρατικών αρχών. Μια πορεία επώδυνη, πολυσημαντική και δυναμική, από την επαρχιακή μετεμφυλιακή Λευκάδα στις μεγάλες πόλεις και στους πολυάνθρωπους αγώνες όπου το «εγώ» οριοθετεί το «εμείς». Ο τίτλος του βιβλίου, «Μια ηλιαχτίδα σε πέτρινους τοίχους», κινείται σε δύο κόσμους στους οποίους οι ιστορίες αναφέρονται· κόσμο της βίας, της καταστολής μέσα από τον εκφοβισμό, τη στέρηση και τον πόνο, κόσμος εκδικητικός απέναντι σε κάθε δικαίωμα «να σκέφτεσαι ελεύθερα» και να διεκδικείς την ισοτιμία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Οι ιστορίες πολλές φορές έχουν προσωπικό χαρακτήρα, κυρίως στις ιστορίες από τον στρατό, όπου ο συγγραφέας βρίσκεται «ενώπιος ενωπίω», μόνος απέναντι σε ένα συνολικό σύστημα. Στον χώρο της φυλακής οι ιστορίες δεν έχουν την ίδια εσωτερική μοναχικότητα, εδώ η σύγκλιση κοινών στοιχείων δράσης και οι ιδεολογικές διεργασίες διαπλάθουν συντροφικότητα, ομαδικότητα και ταυτόχρονα συχνά μεγάλες αντιπαραθέσεις σε διαφορετικά επίπεδα.

Ο Θανάσης Καλαφάτης με εύρος ψυχής στην αναδρομή αυτή καταθέτει και διασώζει αληθινούς ανθρώπους με σεβασμό και λεπτότητα, με πινελιές χιούμορ, ανεκδοτολογικές γραφικότητες και διεισδυτικές προσεγγίσεις της πολύπλευρης έγκλειστης καθημερινότητας. Αναδεικνύει τις ψυχικές διεργασίες και τους δύσκολους μηχανισμούς άμυνας που επιτρέπουν στους έγκλειστους να επιβιώνουν, αφού οι χώροι αυτοί παραπέμπουν δυστυχώς ακόμη και σήμερα -τόσο ο στρατός όσο και οι φυλακές- σε μία παράδοση σωφρονισμού παρωχημένων μεσαιωνικών αντιλήψεων εγκλεισμού, όπως το αυταρχικό «αντινεανικό» σχολείο και το «τιμωρητικό» μοναστήρι.

Όλες οι ιστορίες εκτυλίσσονται σε μια σειρά φυλακών και στρατοπέδων από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της Ελλάδας. Οδοιπορικό επώδυνο βασανισμών και καταπίεσης. Όχι μόνον όμως αυτό. Ταυτόχρονα υπάρχει μια ποικιλία τοπογραφίας, πορτρέτων εξουσιαστών και βασανιστών και εναλλαγής μορφών βίας και καταστολής. Έκνομες ενέργειες με περίβλημα όλων τον τυφλό, άγριο αντικομμουνισμό. Η βία, παρούσα παντού. Η βία της δικτατορίας, η βία κάθε εξουσίας μικρής και μεγάλης, άλλοτε με πρωτόγονο και άλλοτε με «ελεγχόμενο» προσωπείο. Κι απέναντί της η αντίσταση των εγκλεισμένων κάθε φορά διαφορετική.

Οι θεατές αυτής της βίας και στον στρατό και τη φυλακή, που ανήκουν σε έναν διαφορετικό ιδεολογικό κόσμο, συχνά μέσα από το κοινό αίσθημα του δικαίου βρίσκουν τρόπους να εκδηλώνουν ανθρώπινα τη συμπαράστασή τους σε όσους την εφίστανται. Είναι οι χαραμάδες μέσα από τις οποίες γλιστρά το φως στο πυκνό σκοτάδι.

Σε άλλες ιστορίες διερευνώνται οι λεπτές σχέσεις χημείας που αναπτύσσονται πολλές φορές ανάμεσα σε πολιτικούς και ποινικούς κρατούμενους κάτω από την πίεση των κοινών σκληρών συνθηκών κράτησης. Σ’ ένα βαθμό και στις δύο περιπτώσεις, με διάφορη ίσως μορφή, μπορούμε να μιλάμε για τους «περιθωριακούς - παράνομους» του συστήματος.

Στην αφήγηση της καθημερινότητας ο συγγραφέας αναδεικνύει, μέσα από ατομικά ή πολυπρόσωπα συμβάντα, σημαντικά στοιχεία της προσωπικότητας του κρατούμενου. Την ανάγκη να κρατά τον εαυτό του, παράλληλα με την απομόνωση, σ’ ένα ζωντανό ρυθμό ζωής και δημιουργικής έκφρασης, ομαδικής ή ατομικής, και να κρατά ανοιχτό το παράθυρο σε μια ευαίσθητη απελευθέρωση του εαυτού μέσα από την ποίηση ή άλλες μορφές τέχνης. Εδώ η ενημέρωση, έστω και ειδησεογραφικά, είναι ουσιαστική ανάγκη ζωής.

Τελικά, όλες οι ιστορίες δίνουν το μέτρο για την απαντοχή και την αισιοδοξία του ανθρώπου να προσδοκά μέσα από τις πιο δύσκολες συνθήκες το καλύτερο και το φως.

Ο αφηγηματικός λόγος του Θανάση Καλαφάτη είναι άμεσος, συγκρατεί κάτι από τις συνθήκες της ζωής που εκθέτει χωρίς καλλιέπεια, απόηχος, σεβαστικός των προσώπων και των συνθηκών τους, ο λόγος του έχει κάποτε-κάποτε την αμεσότητα ενός λόγου προφορικού.

Συνολικά οι ιστορίες αναφοράς του βιβλίου (παραθέτουμε στο ένθετο μία από τις μικρές ιστορίες) είναι μια πλούσια πηγή με άμεσες και έμμεσες πληροφορίες για την εποχή. Μαζί με άλλες μαρτυρίες που υπάρχουν μπορεί να είναι μια πρόταση για τις ιστορικές επιστήμες της αναγκαιότητας μιας συστηματικής μελέτης της προοδευτικής νεολαίας και του στρατού.

Τανυστός στα νύχια

Οι νύχτες μέσα στην απομόνωση της φυλακής ή στην απομόνωση του στρατιωτικού πειθαρχείου είναι, πραγματικά και μεταφορικά, νύχτες χωρίς φεγγάρι. Βρίσκεσαι σ’ ένα χώρο περιορισμένο, απομονωμένο, χωρίς φως -πίσσα σκοτάδι, ακόμη κι αν είναι μέρα.

Στο πειθαρχείο του στρατού ή στις στρατιωτικές φυλακές σού αφαιρούν τα πάντα: κουβέρτες, ζώνες, κορδόνια, στυλό, χαρτιά, τσιγάρα, αιχμηρά αντικείμενα όπως ξυραφάκια κ.ά. Το μόνο σου όπλο είναι η σκέψη σου, οι διαλογισμοί που σε κρατούν όρθιο και ξύπνιο, μέχρι από τη νύστα να γύρεις και να κουλουριαστείς για λίγο σε μια γωνιά. Ύστερα πάλι η βάσανος της σκέψης. Ξανά σύντομος ύπνος και καινούργιες σκέψεις μέχρι να έρθει το πρωί. Για να μην τρελαθείς, επινοείς διάφορους τρόπους κινήσεων, δύο βήματα δεξιά, μετά στροφή, αριστερά ένα βήμα και πάλι δεξιά. Πολλές φορές ένα καταφύγιο είναι η ποίηση. Σ’ ένα πρώτο στάδιο προσπαθείς να θυμηθείς στίχους από παλιά ποιήματα, συγκροτείς στο μυαλό σου την πρώτη στροφή, την οποία επαναλαμβάνεις δυο - τρεις φορές, ώσπου να την εμπεδώσεις. Ύστερα επιχειρείς με τον ίδιο τρόπο να ολοκληρώσεις και τη δεύτερη στροφή. Αφού το καταφέρεις, επαναλαμβάνεις συνεχώς τις δύο στροφές και συνεχίζεις στις υπόλοιπες, μέχρι εκεί όπου η μνήμη σου το επιτρέπει. Τέτοιους στίχους σαν άσκηση μέσα στο πειθαρχείο έχω χρησιμοποιήσει από ποιήματα του Διονύσιου Σολωμού (πρώτες στροφές του Εθνικού Ύμνου), του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (από τον Φωτεινό) και του Κωστή Παλαμά (Οι πατέρες).

Μέσα από τις εικόνες και τους συνειρμούς που μου έφερναν στο νου αυτοί οι στίχοι, οι τσιμεντένιοι τοίχοι του πειθαρχείου μού φαίνονταν πιο ανάλαφροι, διαφανείς σχεδόν, έτοιμοι να καταρρεύσουν. Ύστερα, σε μια δεύτερη φάση, η ποίηση ήταν πάλι παρούσα, όταν άρχιζα να φτιάχνω στο νου στίχους δικής μου έμπνευσης. Φτιάχνεις το πρώτο τετράστιχο και το επαναλαμβάνεις πολλές φορές ώστε να κρατηθεί καλά στη μνήμη σου, ύστερα προχωράς σε μια πρώτη διόρθωση, που στην ουσία αποτελεί μια δεύτερη παραλλαγή του ίδιου θέματος. Είναι μια διαδικασία που με κρατούσε όρθιο σχεδόν μία μέρα. Και συνέχιζα τις επόμενες μέρες με την ίδια πρακτική.

Πολλά τέτοια ποιήματα, δυστυχώς, δεν τα κατέγραψα όταν ήταν ακόμη, για ένα μεγάλο διάστημα, ζωντανά στη μνήμη μου. Θυμάμαι μόνον κάποιες στροφές, όπως η παρακάτω:

Τανυστός στα νύχια

μέσα απ’ το μικρό φεγγίτη του κελιού μου

σε βλέπω πατρίδα γυμνή, σκέλεθρη

να κρατάς τη ρομφαία του δικαίου...

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Δημόσια υγεία και κυβερνητική ανεπάρκεια

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επένδυσε πάρα πολλά στην επιτυχημένη διαχείριση της καραντίνας. Επιτυχημένη φυσικά μόνο από ιατρικής πλευράς, γιατί την ίδια περίοδο υπήρξαν τουλάχιστον δύο καραμπινάτα σκάνδαλα -η λίστα Πέτσα και οι πλατφόρμες κατάρτισης...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο