Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο λόγος περί ενοποίησης

της Λίλας Χαμπίπη* Στις 26 Μαϊου ψηφίζουμε σε όλη την Ευρώπη για την ανανέωση ενός σημαντικού θεσμικού εργαλείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η συζήτηση για την Ευρώπη καλά κρατεί με ένα τμήμα τού πληθυσμού και κυρίως των πολιτικών ελίτ -οι επονομαζόμενοι ευρωσκεπτικιστές

της Λίλας Χαμπίπη*   

Στις 26 Μαϊου ψηφίζουμε σε όλη την Ευρώπη για την ανανέωση ενός σημαντικού θεσμικού εργαλείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η συζήτηση για την Ευρώπη καλά κρατεί με ένα τμήμα τού πληθυσμού και κυρίως των πολιτικών ελίτ -οι επονομαζόμενοι ευρωσκεπτικιστές- να θέτουν ερωτήματα, κυρίως όσον αφορά το έθνος-κράτος και τον περιορισμό του σε όφελος ενός διακρατικού θεσμικού πλαισίου.

Αυτό που θα θέλαμε να θίξουμε στο παρόν, είναι πως η ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης δεν είναι νέα, όπως εμφανίζεται σε αυτούς που κρούουν τον κώδωνα του δήθεν (ή και πραγματικού) κινδύνου και πως αυτό που λείπει από το παρόν εγχείρημα είναι η πολιτική έννοια της κυριαρχίας (power, pouvoir) που χαρακτήριζε τις παλιότερες προσπάθειες των λαών (και κυρίως) των ηγεμόνων τους (ατόμων ή συλλογικών οντοτήτων) να ενώσουν τα ευρωπαϊκά κράτη.

Για να δώσουμε μια πρώτη γεύση των προηγούμενων εγχειρημάτων και να μπορέσουμε να εντοπίσουμε τη βασική διαφορά με το παρόν, ζητούμε τη συνδρομή τού μεγάλου διανοητή και φανατικού Ευρωπαίου Στέφαν Τσβάιχ, ο οποίος, σε ένα πόνημα του (1) θίγει τις επανειλημμένες προσπάθειες της Ευρώπης να βρει τον δρόμο προς την ενοποίησή της. Και για του λόγου το αληθές, αναφέρουμε, κατά λέξη τα λόγια του:

“Η αληθινή πολιτική και πνευματική ενότητα της Ευρώπης αρχίζει με τη Ρώμη, τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Εδώ έρχεται για πρώτη φορά από μια πόλη, από μια γλώσσα, από ένα νόμο η αποφασιστική θέληση για κυριαρχία και διοίκηση όλων των λαών, όλων των εθνών του τοτινού κόσμου σύμφωνα μ' ένα μόνο σχήμα μεγαλόπνοα επεξεργασμένο –κυριαρχία όχι μόνο με την δύναμη των όπλων, μα στη βάση μιας πνευματικής αρχής, κυριαρχία όχι σαν αυτοσκοπός αλλά σαν μυαλωμένη διοργάνωση του κόσμου... Για πρώτη φορά το χάος της Ευρώπης κάνει τόπο σε μιαν ενιαία τάξη, μια καινούργια έννοια γεννιέται, η ιδέα του πολιτισμού, της ανθρωπότητας που κυβερνιέται σύμφωνα με μιαν ηθική αρχή...” (σ. 10, 11)

Το εγχείρημα, όπως όλοι γνωρίζουμε (ευτυχώς ή δυστυχώς), δεν ολοκληρώθηκε και η Ευρώπη και με αυτήν και ο μέχρι τότε γνωστός κόσμος κατέρρευσε με την “ευρωπαϊκή κουλτούρα να πέφτει πολύ κάτω από τον πολιτισμό της Ανατολής και της Κίνας...” ενώ “Μια τεράστια κληρονομιά σπαταλιέται άσκοπα, τα αγάλματα καταστρέφονται, τα οικοδομήματα λεηλατούνται, τα υδραγωγεία γκρεμίζονται, οι δρόμοι ερημώνονται...” (σ.12)

Η ζοφερή αυτή εικόνα συμπληρώνεται με μιαν αισιόδοξη παρατήρηση: “...ακόμα και την έκτακτη εκείνη στιγμή της αναρχίας, η Ευρώπη δεν έχασε ολότελα την ιδέα της ενότητας...”, παρατήρηση που διευκολύνει τον Τσβάιχ να περάσει στην επόμενη ενότητα που αφορά την ιστορική εκείνη στιγμή άνθισης του ουμανισμού που αργότερα επονομάστηκε: Α ν α γ έ ν ν η σ η.

“...Είναι ολότελα αδιάφορο την εποχή του ουμανισμού να σπουδάζεις στη Μπολόνια, στην Πράγα, στην Οξφόρδη ή στο Παρίσι... Ο Έρασμος από το Ρόττερνταμ, ο Τζιορντάνο Μπρούνο, ο Σπινόζα, ο Βάκων, ο Λάιμπνιτς, ο Ντεκάρτ αισθάνονται όλοι τους πολίτες μιας μόνης και της ίδιας δημοκρατίας, της δημοκρατίας των σοφών... Mε την ύπαρξη εκείνου του βασιλείου του ουμανισμού... παρέχεται για άλλη μιαν φορά η απόδειξη...πως μια κοινή ευρωπαϊκή σκέψη είναι δυνατή...”

Η ιστορία, όπως είναι γνωστό, κινείται αενάως και όπως παρατηρεί ο Τσβάιχ:

“... τις περιόδους της συναδέλφωσης διαδέχονται περίοδοι συγκρούσεων και καταστροφής... Η ενότητα της θρησκείας που πάνω από χίλια χρόνια ένωσε τις χώρες της Δύσης, σπάει, η εποχή των θρησκευτικών πολέμων αρχίζει, η Μεταρρύθμιση καταστρέφει την Αναγέννηση. Μαζί της τελειώνει και η κυριαρχία της νεκραναστημένης λατινικής γλώσσας, το τελευταίο αυτό ενωτικό στοιχείο της Ευρώπης. Για άλλη μια φορά η ευρωπαϊκή ιδέα...πέφτει στη λησμονιά...

Κάθε έθνος θέλει να κατακτήσει τώρα για λογαριασμό του την πολιτική και πνευματική ηγεμονία, καθένα θέλει στη δικιά του γλώσσα να δημιουργήσει μια φιλολογία ικανή να ανταγωνιστεί την φιλολογία της αρχαιότητας...ο Τάσσο κι ο Αριόστος στην Ιταλία, ο Ρονσάρ, ο Κορνήλιος και ο Ρακίνας στη Γαλλία, ο Καντερόν, ο Θερβάντες και ο Λόπε ντε Βέγκα, στην Ισπανία, ο Μίλτων και ο Σαίξπηρ, στην Αγγλία, μια υπερήφανη άμιλλα ακολουθεί λες και κάθε λαός στην Ευρώπη ένοιωθε το χρέος να δώσει τις εξετάσεις του μπροστά στον Άρειο Πάγο της ιστορίας και να πάρει μετά τη Ρώμη τη διεύθυνση της παγκόσμιας φιλολογίας. Ο φιλολογικός εθνικισμός γεννιέται, μια πρώτη δύναμη, ακόμα ειρηνική, της εθνικής συνείδησης, και μέσα σε δυό-τρεις αιώνες, από το τέλος της Αναγέννησης ώς την αρχή της Γαλλικής Επανάστασης, σβύνει σχεδόν ολότελα το πνεύμα της συναδέλφωσης στις τέχνες, η φλόγα αυτή που τόσο μεγαλόπρεπα είχε ανάψει ο ουμανισμός...” (σ. 16)

Την παρατήρηση αυτή που αφορά σε μιαν στενόχωρη κατάσταση, ο Τσβάιχ την περαιώνει με μιαν αισιόδοξη παρατήρηση: “Αλλά η τάση της ψυχής για μιαν ανώτερη ενότητα δεν πεθαίνει...” για να συνεχίσει διαπιστώνοντας “στο δέκατο έβδομο και το δέκατο όγδοο αιώνα... είναι οι μουσικοί οι σημαιοφόροι της ευρωπαϊκής ενότητας, οι εκπρόσωποι οι πιο αντιπροσωπευτικοί του κοσμοπολιτισμού... ο Χαίντελ ζει στη Νεάπολη και στο Λονδίνο, ο Γκλουκ πότε στη Βιέννη, πότε στο Παρίσι, ο ένας από τους γυιούς του αρχιπροτεστάντη Μπαχ στερεώνει στο Μιλάνο, ο άλλος στην Αγγλία. Ο Αυστριακός Μότσαρτ γίνεται δεχτός στα δεκατέσσερά του χρόνια στην Ακαδημία της Μπολόνιας και τα έργα του τα πιο φημισμένα Don Giovanni, Cosi fan tutte, Le Nozze del Figaro ανεβάζουν ως τα ουράνια τη ιταλική γλώσσα... Ο Μότσαρτ, ο Χάϋντ, ο Γκλουκ, ο Σποντίνι γράφουν τις όπερες τους γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά κι αλληλογραφούν σε πολλές γλώσσες...Το βλέπεις, ο ρυθμός αυτής της κίνησης που σπρώχνει τους λαούς τον ένα κοντά στον άλλο δεν σταματάει ποτέ ολότελα...

“Όμως...”, διαπιστώνει ο Τσβάιχ, “...η Επανάσταση (2) κατόπιν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι που φέρνουν στον κόσμο τους εθνικούς στρατούς, αναδείχνουν την ιδέα της πατρίδας, όχι πια σαν υπόθεση ηγεμόνων μα σαν ζήτημα που ενδιαφέρει τους λαούς. Απ΄αυτού η τέχνη και η σκέψη παίρνουν κι αυτές εθνικό χαρακτήρα...Με τον Μπετόβεν και τον Σούμπερτ και ακόμα περισσότερο με τον Βάγκνερ, τον Σοπέν ή τον Μουσσόργκσκυ, τον Ροσσίνι και τον Βέρντι, η μουσική από υπερεθνική γίνεται εθνική, η φιλολογία, πατριωτική... Μα ακριβώς την επικίνδυνη στιγμή του χωρισμού...μια μεγάλη φωνή υψώνεται (3) που βροντoφωνάζει...”:

“Η ελεύθερη ανταλλαγή των ιδεών και των αισθημάτων αυξάνει ολοένα μαζί με την ελεύθερη ανταλλαγή των προϊόντων τον πλούτο και την ευμάρεια των ανθρώπων. Αν αυτό δεν έγινε ώς τα τώρα, το λάθος βρίσκεται στην έλλειψη στέρεων νόμων, και την αιτία τη βρίσκουμε στις διεθνικές σχέσεις.” Με την τελευταία αυτή, διεισδυτική, παρατήρηση του Γκαίτε γίνεται φανερό το κενό που η Ευρώπη μόνο στις μέρες μας, μπόρεσε να καλύψει.

Αλλά, καλύτερα, ας συνεχίσουμε αυτή την περιήγηση στις σκέψεις τού μεγάλου διανοητή συμπληρώνοντας :

“...Ωστόσο μόνο στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα η ιδέα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης εκφράζεται σαν πολιτικό και υπερπολιτικό σύνθημα... Ο Νίτσε, ο πρώτος ανάμεσα στους σύγχρονους διανοητές που προπορεύτηκε τραγικά του καιρού του, διακηρύχνει αποφασιστικά πως πρέπει να τελειώνουμε με τους “υπερπατριωτισμούς” και να δημιουργήσουμε μια συνείδηση υπερεθνική, το πατριωτικό αίσθημα μιας νέας Ευρώπης. Γι’αυτόν δε χωράει πια συζήτηση πάνω στο αναπόφευκτο γεγονός ότι η Ευρώπη... “η μικρή αυτή χερσόνησος της Ασίας”, όπως την ονομάζει ειρωνικά, πρέπει επιτέλους να ενωθεί...”

“H πραγματικότητα με τους παγκοσμίους πολέμους τον διέψευσε αλλά κι αυτό το ενδεχόμενο του πισωγυρίσματος το είχε προβλέψει (εννοεί τον Νίτσε): “Η πορεία για το σχηματισμό της νέας Ευρώπης”, έλεγε, μπορεί να επιβραδυνθεί από μεγάλα κατρακυλίσματα, μα θα κερδίσει περισσότερο σε δύναμη και βάθος...”

Και συνεχίζει με κάτι ευρύτατα γνωστό, πως, δηλαδή, κανείς πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο του 1914-18 δεν ήθελε αλλά και δεν φανταζότανε πως μπορούσε να ξεσπάσει πόλεμος και μάλιστα τόσο αιματηρός όσο ο Α’ Παγκόσμιος:

“Οι κυβερνήσεις, σε μεγάλο βαθμό, έπιασαν στον ύπνο τους λαούς: Υπήρχαν το 1914 πολύ μεγάλες λαϊκές δυνάμεις που η επίδρασή τους ήταν αδύνατο να προβλεφθεί και που μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνες σε μιαν επιστράτευση. Γι' αυτό οι αυτοκράτορες, οι βασιλιάδες και οι πρωθυπουργοί δεν ήξεραν ως την τελευταία στιγμή, αν τα κοινοβούλια θα επιδοκίμαζαν ή όχι τις πολεμικές πιστώσεις, αν τα εκατομμύρια οι εργάτες θ' αφήνονταν να επιστρατευθούν, αν η διεθνής σοσιαλδημοκρατία δεν θα εξαπέλυε την τελευταία στιγμή γενική απεργία...”

Για την προδοτική συμπεριφορά της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που, τελικά, μετά την δολοφονία του πασιφιστή Jean Jaures (31/7/1914) στη Γαλλία, καθώς και την αποχώρηση από το SPD (Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γερμανίας) των διαμαρτυρόμενων μελών του για την υπερψήφιση των πολεμικών πιστώσεων, επιφανέστεροι από τους οποίους ήταν οι γενικότερα γνωστοί Rosa Luxembourg και Karl Libnech (3), η Ευρώπη ρίχνεται με τα μούτρα στον αιματηρότερο, ώς τότε, πόλεμο.

 

Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης

Το όραμα της ενωμένης Ευρώπης υφίσταται καθοριστικό πλήγμα και δεν επανέρχεται παρά αμέσως μετά το τέλος και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα με την Ιδρυτική Συνθήκη των ευρωπαϊκών κοινοτήτων (Ρώμη, 1957).

Αν αναφερθήκαμε στις ρήσεις και τα οράματα του μεγάλου ευρωπαϊστή Τσβάιχ, είναι για να τονίσουμε, πως, αντίθετα από αυτά τα οποία αναφέρονται από τους, πολλές φορές αμνήμονες πολιτικούς, αλλά και τους ιδιώτες ψηφοφόρους της αντιευρωπαϊκής Δεξιάς (που εκπροσωπείται από τα φασιστικά ή φασίζοντα λαϊκιστικά κόμματα, όπως π.χ. της Λεπέν και όχι μόνο), η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης είναι πολύ παλιά.

Γνωρίζουμε, φυσικά, πως η Ιστορία προχωράει με τομές. Παρόλα αυτά, η τάση των καιρών που ζούμε είναι η ερμηνεία επί τη βάσει κάποιων δεσμών μεταξύ των διαδοχικών εποχών, έτσι που η φέτα της Ιστορίας να διατηρεί στοιχεία ενωτικά με τις αμέσως προηγούμενες καταστάσεις (“ιστορικό σπιράλ με την τάση να αναδιπλώνεται αενάως”). Αυτή η τάση, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, επιτρέπει την αναγνώριση του ιστορικού λώρου που διατρέχει τη Μεγάλη Ιστορία.

Δεν θα προχωρήσω περισσότερο. Όλο αυτό το διάστημα από την σύνδεσή μας με την Ευρώπη αμέσως μετά την πτώση της Χούντας κι εντεύθεν δημιουργήθηκαν τόσο στο Πανεπιστήμιο όσο και στις άλλες θεσμικές δομές του ελληνικού κράτους επιστήμονες και άλλοι ειδικοί ικανοί να πληροφορήσουν τους πολίτες για το πόσο ενωμένη με την ιστορία της Ευρώπης είναι η τάση για ενοποίηση.

Αυτό που θα ήθελα μόνο να τονίσω είναι πως, κατά τη γνώμη μου, πρώτη φορά με το τελευταίο ιστορικό εγχείρημα, η ευρωπαϊκή ήπειρος (εξαιρουμένης, σε γενικές γραμμές, της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων περιφερειακών περιπτώσεων -η Αγγλία, παρά το Brexit και κυρίως μετά από αυτό, αποδεικνύεται πως διαθέτει ισχυρό φιλοευρωπαϊκό ρεύμα) προχωράει σε ενοποίηση, η οποία παρά τον οικονομίστικο χαρακτήρα που χαρακτήρισε το ξεκίνημά της, οδεύει (πολλοί θέλουν να το πιστεύουν) προς μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ενοποίηση που, στο βάθος τού ορίζοντα μπορεί να φέρει και την ποθητή από τους ευρωπαϊστές, πολιτική ενότητα. Μιαν ενότητα που θα περιορίσει το κομμάτιασμά της, που, κατά το παρελθόν, διευκόλυνε, αν δεν προκάλεσε, τους αιματηρότερους πολέμους της ηπείρου, όπως ο Α’ και ο Β’ Παγκόσμιος. Μιαν πολιτική ενότητα που θα συνοδεύεται και από οικονομική ευημερία.

Κοντολογίς, κατά τους μοντέρνους καιρούς, δεν υπήρξε άλλο πιο επιτυχημένο εγχείρημα που να δημιούργησε θεσμούς, με άλλα λόγια που να μην ξεκίνησε από μιαν έννοια “δύναμης” (τόσο ο Ναπολέοντας, όσο και ο Χίτλερ κινήθηκαν στο επίπεδο της κυριαρχίας) αλλά μιαν έννοια συνεκτική, όπως είναι η λαϊκή συναίνεση, την οποίαν και οι Ευρωπαίοι πολίτες παρέχουν με τρόπο δημοκρατικό μέσω των νόμιμων εκπροσώπων τους.

Είναι δε, ακριβώς, αυτή η συναίνεση που θα οδηγήσει και σε μιαν περαιτέρω σύγκλιση, η οποία, διατηρώντας τις ιδιαιτερότητες του κάθε έθνους, με σεβασμό στην ιστορία και τον πολιτισμό του (στον τελευταίο περιλαμβάνεται και η γλώσσα) θα κινηθεί προς μιαν κατεύθυνση “φυσιολογική”, όχι μόνο, όσον αφορά τις σημερινές ανάγκες του ανθρώπινου γένους αλλά και όσον αφορά την αναπόφευκτη πορεία του μέσα στον χρόνο.

Με άλλα λόγια, ας κρατάμε βαθειά μέσα στο μυαλό μας πως η τάση σύγκλισης, η τάση, δηλαδή για ενότητα, υπερέχει των στοιχείων της μοναχικής ατομικότητας, η οποία, ναι μεν, ιστορικά, βοήθησε στην ύπαρξη σοφών και στην δημιουργία εφευρέσεων και γενικότερα, πολιτισμικών κατακτήσεων, μέσω της ατομικής ανέλιξης αλλά που στο σημερινό σημείο του τερατώδους παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, με την ισχύ της κοινότητας και των δέσμιων κανόνων της να υποχωρούν κατά κράτος, οδήγησε, συγχρόνως, και στην μελαγχολία του σύγχρονου ανθρώπου. (5) Που, είναι προφανές (βλ. σύγχρονα νοσήματα και απονενοημένες αντιδράσεις νεολαίας) δύσκολα αντέχει τις τραυματικές πιέσεις και τη σύγχρονη κοινωνική απομόνωση που η κακοφορμισμένη ατομικότητα δημιουργεί. (6)

 

Υποσημειώσεις

1) Στοχασμοί και Οράματα, εκδ. “Προμηθέας”, Αθήνα 1950. Πρώτη ενότητα με τίτλο “Η Ευρωπαϊκή Σκέψη στο Ιστορικό της Ξετύλιγμα”, σελ. 7 κ.ε.

2) Εννοεί τη Γαλλική Επανάσταση του 1789.

3) Ο συγγραφέας μάς ενημερώνει, σε άλλο σημείο, πως πρόκειται για τον Γκαίτε.

4) Rosa Luxembourg και ο Karl Liebnech δολοφονήθηκαν στο Βερολίνο στις 14 Ιανουαρίου του 1919.

5) Βλ. μεταξύ άλλων, Charles Taylor: Les Malaises de la Modernite. Μετάφραση από αγγλικά, Editions du Cerf, Paris 1994.

6) Εμβληματική η συλλογή ποιημάτων του σημαντικού Γάλλου ποιητή Charles Baudelaire Le Spleen de Paris (έτος εκδ. 1869).

 

*Η Λίλα Χαμπίπη σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες.

 

Δείτε όλα τα σχόλια