Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σεΐτ Αλντογάν: Ο δημοσιογράφος που ξέρει από μαγειρική κι από αγώνες

"Χαγιάτ" σημαίνει σκεπαστός και ανοιχτός εξώστης στο εσωτερικό μέρος παραδοσιακού σπιτιού (το λεγόμενο χαγιάτι). Σημαίνει όμως και ζωή, όπως μου λέει ο Σεΐτ Αλντογάν, ιδιοκτήτης της φιλόξενης ταβέρνας με τις κουρδικές και πολίτικες γεύσεις, η οποία φέρει την επωνυμία και άνοιξε πριν τρία χρόνια στην οδό Ιπποκράτους 78. "Έχει να κάνει με όλα αυτά που περάσαμε".

Ο Σεΐτ ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 26 χρόνων ως πολιτικός πρόσφυγας. Είχαν προηγηθεί έξι χρόνια στα μπουντρούμια της Τουρκίας, από το 1980 έως το 1986. Είχε συλληφθεί για την αντιστασιακή του δράση από το καθεστώς του πραξικοπηματία Κενάν Εβρέν, ο οποίος έμεινε στην Ιστορία για τη βαναυσότητα που επέδειξε.

Στις επίσημες καταγραφές αναφέρονται περίπου 650.000 συλλήψεις, 230.000 προσαγωγές σε δίκη, 300 θάνατοι στη φυλακή, 171 θάνατοι από βασανιστήρια, 517 καταδίκες σε θάνατο και 50 εκτελέσεις. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων και των πολιτικών διώξεων δεν έγινε ωστόσο ποτέ γνωστός.

Σήμερα, τα μαλλιά του Σεΐτ είναι γκρίζα. Το πάθος όμως ενάντια στην αδικία ξεχειλίζει στα λόγια του: "Κάθε άνθρωπος, κάθε εργάτης, κάθε εργαζόμενος, κάθε αγρότης, όλοι πρέπει να ξέρουν τι τους γίνεται, τι συμβαίνει, με λίγα λόγια να γνωρίζουν το σύστημα που ζουν μέσα".

Στους τοίχους του καταστήματος έχει κάδρα με φωτογραφίες από διαδηλώσεις, αλλά και στίχους του Ναζίμ Χικμέτ. Σχολιάζοντας την πρόσφατη επέμβαση σε βάρος των Κούρδων, τον επικαλείται: “Δεν είναι για μένα μόνο δύσκολο. Για όλη την ανθρωπότητα γράφονται μαύρες σελίδες. Γι' αυτό ο Ναζίμ Χικμέτ είχε πει 'τουφεκίζεται η μισή καρδιά μου στην Ελλάδα'. Ο Ναζίμ δεν ήταν Έλληνας, αλλά τουφεκιζόταν η καρδιά του στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι οι λαοί δεν είχαν ποτέ να χωρίσουν τίποτα. Πάντα ζητούσαν και ζητάνε την αδελφοσύνη".

Το μαγαζί ως ιδέα γεννήθηκε την περίοδο της κρίσης και το δουλεύει μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του. Η καθημερινότητα είναι δύσκολη, "όπως για κάθε μικρή επιχείρηση”. “Στο μαγαζί είμαι σχεδόν 19 ώρες. Το πρωί έρχομαι κατά τις 7 η ώρα, ζυμώνω, καθαρίζω, βγάζω τα τραπέζια έξω και ετοιμάζω όποιο φαγητό λείπει". Τα λεφτά που τους μένουν είναι ίσα για να ζήσουν, γιατί “τα λειτουργικά έξοδα είναι πάρα πολύ μεγάλα. Σχεδόν δουλεύουμε για το κράτος. Από παντού μας ζητάνε λεφτά. Είτε για τον ΦΠΑ, είτε για τον δήμο και τα τραπέζια έξω, είτε για το φως...”.

Παράλληλα με τη δουλειά του και παρά την κούραση, συνεχίζει να ασκεί και την άλλη του ιδιότητα, του δημοσιογράφου. Αρθρογραφεί στην ημερήσια εφημερίδα "Εβρενσέλ", η οποία κυκλοφορεί σε όλη την Τουρκία, αλλά τα τελευταία χρόνια η διανομή της εμποδίζεται σε πολλές περιοχές. “Είναι η μοναδική δημοκρατική εφημερίδα που παραμένει ανοιχτή. Με θυσία και αίμα, καθώς δολοφονούνται δημοσιογράφοι, ενώ αρκετοί είναι στη φυλακή”. Παλιότερα δούλευε ως ανταποκριτής και σε ένα κανάλι, το οποίο λεγόταν κι αυτό Χαγιάτ, αλλά έκλεισε από τον Ερντογάν αμέσως μετά το πραξικόπημα.

Παρά τη ζωή που έχει περάσει, ο Σεΐτ αποφεύγει να περιαυτολογεί. Ακόμη και για το μαγαζί. “Με τις σημερινές συνθήκες όλοι κοιτάμε στο Ίντερνετ και μαγειρεύουμε από το Ίντερνετ. Τα πάντα μαγειρεύονται παντού. Απλά, εδώ μπορεί να βρείτε συγκεντρωμένα φαγητά που είναι πιο παραδοσιακά, όπως το λαχματζούν, χαρακτηριστικό παραδοσιακό φαγητό των Κούρδων”.

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Το μίσος τούς τραβάει στον πάτο

Αν η Ν.Δ. δεν είχε επενδύσει, ως αντιπολίτευση, τόσο μίσος στο προσφυγικό, αν δεν είχε αγκαλιάσει όλα τα έξαλλα ακροδεξιά στοιχεία, αν δεν είχε βγει στα κεραμίδια για τα ξέφραγα αμπέλια, δεν θα είχε προσαράξει τόσο δραματικά στο προσφυγικό.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις