Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Financial Times: Κοράκια πάνω από εφημερίδες - φαντάσματα

Επιχειρηματικοί όμιλοι λυμαίνονται τον τοπικό Τύπο στις ΗΠΑ - Ο πόλεμος των εξαγορών, οι απολύσεις και η απειλή για τη δημοκρατία

Των Anna Nicolaou, James Fontanella-Khan και Lindsay Fortado

Στις αρχές του 2018 οι δημοσιογράφοι της "Denver Post" ήταν αισιόδοξοι για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Τα γραφεία της εφημερίδας θα μεταφέρονταν από το κέντρο της πόλης, όπου βρίσκονταν επί έναν αιώνα, στις εγκαταστάσεις του πρώην τυπογραφείου της, είκοσι λεπτά έξω από το Ντένβερ.

Αυτή η αλλαγή έγινε με την ελπίδα πως δεν θα υπήρχε μεγαλύτερη υποβάθμιση: είχαν φτάσει στον πάτο. Μετά από πολλά χρόνια εξοντωτικών απολύσεων, περικοπών και οικονομιών μέχρι δεκάρας από την πλευρά της εργοδοσίας, δεν θα μπορούσε να υπάρξει άλλος κατήφορος. Όμως, η Alden Global Capital, το επενδυτικό κερδοσκοπικό ταμείο της Νέας Υόρκης στο οποίο ανήκει η εφημερίδα του Ντένβερ, είχε διαφορετικά σχέδια.

Λίγους μήνες μετά τη μετακόμιση, η Digital First Media (DFM), θυγατρική της Alden, ανακοίνωσε ότι απολύει το ένα τρίτο των δημοσιογράφων, αφήνοντας λιγότερους από 70 ρεπόρτερ για να καλύψουν έναν πληθυσμό τριών εκατομμυρίων. Η κυκλοφορία της "Denver Post" έχει πέσει κάτω από το μισό μέσα σε πέντε χρόνια, στα 170.000 φύλλα από 413.000 που ήταν το 2013.

Οι εργαζόμενοι της Digital First Media -από το Σαν Φρανσίσκο μέχρι τη Νέα Υόρκη- κατέβηκαν σε κινητοποιήσεις. «Θέλουμε να μάθει το κοινό τι συμβαίνει. Ο κόσμος πιστεύει ότι για την καταστροφή της εφημερίδας φταίει το Διαδίκτυο» λέει ο πρώην αρχισυντάκτης της "Denver Post" Τσακ Πλάνκετ, ο οποίος παραιτήθηκε πέρυσι αφού κατήγγειλε το κερδοσκοπικό ταμείο με άρθρο του στην εφημερίδα. «Αλλά αυτό που μας σκοτώνει είναι η Alden».

 

Εκκαθαρίσεις εν λειτουργία

Περισσότερες από 1.800 αμερικανικές εφημερίδες, ανάμεσά τους τίτλοι που υπάρχουν έναν αιώνα και που επιβίωσαν από τη Μεγάλη Ύφεση, έχουν κλείσει τα τελευταία 15 χρόνια. Πολλές από αυτές που εξακολουθούν να τυπώνονται αποτελούν σκιά του εαυτού τους, με λίγες σελίδες, γεμάτες αντιγραφές από τα πρακτορεία και διαφημίσεις οι λεγόμενες «εφημερίδες - φαντάσματα».

Η "Denver Post" είναι πλέον μια εφημερίδα - φάντασμα, λέει η Πένι Αμπερνάθι, πρόεδρος της σχολής δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, η οποία εκτιμά ότι 1.000 έως 1.500 από τις αμερικανικές εφημερίδες που έχουν απομείνει ανταποκρίνονται επίσης σε αυτόν τον χαρακτηρισμό. Πολλές από αυτές ανήκουν πλέον σε κερδοσκόπους επενδυτές.

Ενώ ο ιδρυτής της Amazon Τζεφ Μπέζος και άλλοι δισεκατομμυριούχοι αγόρασαν εφημερίδες με μεγαλόπνοες διακηρύξεις για την υποστήριξη της δημοκρατίας, η στρατηγική της Alden είναι απλή και ωμή: μόλις αναλαμβάνει τον έλεγχο μιας εταιρείας, την απογυμνώνει από περιουσιακά στοιχεία και αναθέτει τη διαχείριση σε θυγατρικές της, όπως η Digital First Management (DFM), που πληρώνονται γι’ αυτή τη δουλειά.

«Πρόκειται ουσιαστικά για εκκαθάριση επιχειρήσεων με κέρδος. Κλείνουν τις εφημερίδες ή τις διατηρούν ως εφημερίδες - ζόμπι» λέει ο Ματ Ντε Ριένζο, πρώην συντάκτης της "New Haven Register", μιας ημερήσιας εφημερίδας του Κονέκτικατ, που πουλήθηκε από την DFM στον όμιλο Ηearst τον περασμένο Οκτώβριο. «Αυτός είναι ο πραγματικός τρόπος με τον οποίο λειτουργούν, και είναι πολύ επικίνδυνος».

Ο Χίβοτ Νέγκα, ιδρυτής της πλατφόρμας Clewd και ειδικός σε θέματα επενδύσεων, λέει ότι τέτοιου είδους εξαγορές γίνονται με έναν τρόπο που αποφέρει μεγάλα κέρδη στους επενδυτές, αλλά συχνά συγκρούεται με την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

 

Η απόπειρα εξαγοράς της Gannett

Η Alden, που συχνά παρομοιάζεται με «αρπακτικό», αρνείται να δώσει συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης, όπως αρνήθηκε να μιλήσει στους "Financial Times" γι’ αυτό το άρθρο. Ωστόσο η εταιρεία ενδέχεται να ελέγχει σύντομα την πλειονότητα των τοπικών εφημερίδων των ΗΠΑ, καθώς επιχειρεί να εξαγοράσει την Gannett, μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του Τύπου στη χώρα, στην οποία ανήκει η "USA Today".

Τον Ιανουάριο ο όμιλος Media News Group (MNG), που ανήκει στην Alden, προσέφερε 1,4 δισ. δολάρια για να αγοράσει την Gannett, η οποία απέρριψε την προσφορά υποστηρίζοντας ότι η MNG δεν είναι ένας αξιόπιστος αγοραστής. Αλλά η μάχη δεν έχει τελειώσει. Παρότι η Gannett βρίσκεται σε διαδικασία περικοπών επί δεκαετίες, η Alden εκτιμά ότι υπάρχει ακόμα πολύ «λίπος» που πρέπει να κοπεί.

Η Alden είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος της Gannett. Η τελευταία ανακοίνωσε τον Ιανουάριο ότι σχεδιάζει να αλλάξει ολόκληρο το Διοικητικό Συμβούλιο της εφημερίδας και να διορίσει νέα μέλη, «τα οποία συμφωνούν ότι οι μέτοχοι της Gannett θα πρέπει να αποφασίσουν μόνοι τους».

Οι υποστηρικτές του τοπικού Τύπου αντιμετωπίζουν με τρόμο το ενδεχόμενο μιας συμφωνίας μεταξύ της Gannett και της Alden. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια χάθηκαν στις ΗΠΑ περισσότερες δουλειές στις εφημερίδες από ό,τι στα ανθρακωρυχεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αμερικανικού Γραφείου Εργασίας, ο κλάδος του Τύπου απασχολούσε 174.000 άτομα το 2016, έναντι 412.000 το 2001.

 

Ζήτημα δημοκρατίας

Τα τελευταία χρόνια οι "New York Times", όπως οι "Financial Times" και άλλες εφημερίδες παγκόσμιας κυκλοφορίας, έχουν πείσει το κοινό να πληρώνει για τις ψηφιακές εκδόσεις τους και πέτυχαν αύξηση των συνδρομών μετά από την εκλογή του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επικρίνει μερίδα του Τύπου ως «εχθρό του λαού». Εν τω μεταξύ επιχειρηματίες που έχουν προτίμηση στη δημοσιογραφία και στη φιλανθρωπία, διέσωσαν όχι μόνο την "Washington Post", αλλά και τους "Los Angeles Times".

Κανένα από αυτά τα επιχειρηματικά μοντέλα δεν έχει επεκταθεί σε τοπικές εφημερίδες, οι οποίες αποτελούν ιστορικά τη βασική πηγή ενημέρωσης για τις αγροτικές κοινότητες χαμηλού εισοδήματος από άκρη σε άκρη των ΗΠΑ. Ο Ντιν Μπακέ, διευθυντής των "New York Times", έχει χαρακτηρίσει την κρίση των τοπικών εφημερίδων ως «τη μεγαλύτερη κρίση της αμερικανικής δημοσιογραφίας».

Καθώς οι ενημερωτικοί ιστότοποι συχνά δεν μπορούν να καλύψουν το κενό, η πτώση των παρόχων τοπικών ειδήσεων έχει επιπτώσεις ευρύτερες, πέρα από τους δημοσιογράφους που χάνουν τις δουλειές τους. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι που δεν έχουν πρόσβαση στις ειδήσεις είναι λιγότερο πιθανό να ψηφίσουν και ότι το κλείσιμο των εφημερίδων πλήττει πολύ περισσότερο τις φτωχές, λιγότερο μορφωμένες αγροτικές κοινότητες.

Από το 2004, περισσότερες από 500 τοπικές εφημερίδες έχουν κλείσει ή έχουν συγχωνευτεί με άλλους τίτλους. Περίπου 62% των ψηφοφόρων σε αυτές τις αγροτικές περιοχές ψήφισαν τον Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές σε σύγκριση με το 46% του συνολικού πληθυσμού, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας.

Η Alden έχει μια αδιαφανή εταιρική δομή. Στην ιστοσελίδα της το σήμα της εταιρείας εμφανίζεται πάνω από ένα καταπράσινο δάσος. Έχει μόλις 19 υπαλλήλους, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει καταθέσει στην επιτροπή ελέγχου του χρηματιστηρίου (SEC). Αλλά η επιρροή της στην αμερικανική δημοσιογραφία είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που υποδηλώνει ο αριθμός των υπαλλήλων της.

Από την έδρα της στο μέγαρο Lipstick του Μανχάταν, η Alden έχει απλώσει τα χέρια της σε εφημερίδες που βρίσκονται σε κρίση σε όλη τη χώρα, από τη μικρή πόλη Κόντιακ στην Αλάσκα μέχρι μεγάλες αστικές περιοχές όπως το Ντένβερ. Η εταιρεία έχει αποκτήσει σχεδόν όλες τις εφημερίδες του Λος Άντζελες και του Σαν Φρανσίσκο, εκτός από τους "LA Times" και τη "San Francisco Chronicle".

H εταιρεία Gannett, στην οποία ανήκουν περισσότεροι από 100 τίτλοι, λέει ότι θέλει να παραμείνει ανεξάρτητη, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα κέρδισε την υποστήριξη του επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία Τσακ Σούμερ. «Η MNG δε θέλει να δημοσιοποιήσει στοιχεία σχετικά με την πρόταση εξαγοράς» είπε ο γερουσιαστής από τη Νέα Υόρκη. «Είναι προς το δημόσιο συμφέρον να αποκαλυφθούν οι επιπτώσεις που θα έχει στη βιωσιμότητα του ελεύθερου Τύπου η εξαγορά της Gannett».

Όμως, σε έναν επιχειρηματικό κλάδο όπου «η πτώση δεν έχει τέλος, δεν έχει νόημα να ποντάρεις στην κοινή λογική της ιδιοκτησίας των εφημερίδων» λέει ο Κεν Ντόκτορ, βετεράνος αναλυτής του κλάδου. « Όποιος έχει όρεξη και δολάρια για να αγοράσει, μπορεί να το κάνει, είτε είναι ο Πάτρικ Σουν Σιόνγκ (ο δισεκατομμυριούχος φαρμακοβιομήχανος ιδιοκτήτης των "LA Times") είτε η Alden».

Ιδρυτής της Alden είναι ο Ράνταλ Σμιθ, ένας νονός των επενδύσεων σε εταιρείες που βρίσκονται σε κίνδυνο, ο οποίος έχει εκπαιδεύσει στρατιές διαχειριστών επενδυτικών κεφαλαίων. Ο Χιθ Φρίμαν, ένας από τους προστατευόμενους του κυρίου Σμιθ, διοικεί τις τρέχουσες επιχειρήσεις της Alden. Δεν έχει μακρά εμπειρία στα μέσα ενημέρωσης, παρά μόνο στην εξαγορά εταιρειών που βρίσκονται υπό χρεωκοπία και στη στόχευση άλλων που αγωνίζονται να επιβιώσουν.

Η Media News Group δεν απάντησε στα αιτήματα να σχολιάσει αυτό το ρεπορτάζ.

Εναντίον της Alden έχει υποβάλει μήνυση η Solus Asset Management, η οποία είναι μέτοχος της DFM, κατηγορώντας το κερδοσκοπικό ταμείο ότι διοχέτευσε τα κέρδη από τις εφημερίδες σε άλλες επενδύσεις, όπως σε μια εταιρεία ακινήτων στο Μεξικό που χρεοκόπησε, καθώς και σε αγορά τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 86 εκατ. δολαρίων. Και οι δυο εταιρείες αρνήθηκαν να σχολιάσουν τη δικαστική υπόθεση.

Τα κέρδη των μετόχων και το δημόσιο συμφέρον

Η μάχη για τον έλεγχο της Gannett αποτελεί μια εμβληματική περίπτωση για τον τρόπο δράσης των εταιρειών στις ΗΠΑ, καθώς σε αυτήν συγκρούονται δυο βασικές αρχές: το θεσμικό καθήκον μιας εταιρείας να ενεργεί προς το καλύτερο συμφέρον των μετόχων της απέναντι στο δημόσιο καθήκον μιας εφημερίδας να λειτουργεί προς το συμφέρον του ευρύτερου κοινού, το οποίο περιλαμβάνει την πρόσβαση της κοινότητας σε τοπικά μέσα ενημέρωσης.

Η MNG τονίζει ότι η Gannett είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο και έχει τη θεσμική υποχρέωση να ενεργεί για τα συμφέροντα των μετόχων της. «Η συζήτηση για το δημόσιο συμφέρον είναι ενδιαφέρουσα, αλλά δεν ανταποκρίνεται στην ουσία αυτού που διακυβεύεται. Η MNG έχει καταθέσει μία πρόταση την οποία θα πρέπει να εξετάσει σοβαρά η Gannett» δηλώνει μια πηγή κοντά στη διοίκηση της MNG.

Ωστόσο ο Βίτολντ Χένιτζ, καθηγητής μάνατζμεντ στη σχολή Wharton του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, λέει ότι η Gannett παραμένει αφοσιωμένη σε ένα ευρύτερο σύνολο κανόνων και όχι μόνο στη μεγιστοποίηση των κερδών για τους μετόχους και πως αυτές οι αξίες θα καταστρατηγούνταν με την πώλησή της στην MNG. «Η ιδέα ότι τα Διοικητικά Συμβούλια πρέπει να αξιολογούν ως πρωτεύοντα τα συμφέροντα των μετόχων είναι ένας μύθος», λέει ο καθηγητής Χένιτζ «και ίσως να μην είναι ούτε προς το μακροπρόθεσμο συμφέρον των μετόχων».

Άνθρωποι που βρίσκονται κοντά στη διοίκηση της Alden υποστηρίζουν ότι η εταιρεία επιχειρεί απλά να σώσει εφημερίδες που ειδάλλως θα έκλειναν. «Μερικές από τις ενέργειές τους είναι επώδυνες, όμως (στο τέλος) υπάρχει τουλάχιστον μια εφημερίδα που υπηρετεί την τοπική κοινότητα».

Ορισμένοι δημοσιογράφοι που εργάζονται σε εφημερίδες της Alden δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Η εταιρεία έχει αποκτήσει φήμη για δρακόντειες περικοπές. Το προσωπικό στις εφημερίδες της θυγατρικής της DFM έχει μειωθεί από 1.766 το 2012 σε 487 το 2018, σύμφωνα με την Ένωση των Δημοσιογράφων που εκπροσωπεί 12 εφημερίδες της εταιρείας συμπεριλαμβανομένης της "Denver Post". Πριν συμπληρωθεί μια εβδομάδα από την εξαγορά της "Boston Herald", που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, μείωσε το προσωπικό της από 240 σε 175 άτομα.

Δραστικές... λύσεις με απολύσεις

«Κοίταξαν και το παραμικρό έξοδο» λέει ο Ντέιβιντ Πλάνκετ, ο πρώην αρχισυντάκτης της "Denver Post". «Όλες οι τοπικές εφημερίδες μειώνουν τα έξοδά τους με γρήγορο ρυθμό, αλλά αυτό που κάνει η Alden είναι πολύ πιο δραστικό».

Η Alden έχει κάνει μειώσεις προσωπικού με υπερδιπλάσιο ρυθμό από τους ανταγωνιστές της. Με σταθερά έσοδα και ελαχιστοποίηση του κόστους, σημείωσε κέρδη 159 εκατ. δολαρίων το 2017 με συνολικά έσοδα 939 εκατ. δολαρίων, δηλαδή κέρδος 17% σύμφωνα με τα στοιχεία που αποκάλυψε ο αναλυτής του κλάδου Κεν Ντόκτορ. Συγκριτικά, ο όμιλος Gatehouse Media, ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης τοπικών εφημερίδων που ανήκει στην ιαπωνική τράπεζα SoftBank, έβγαλε κέρδος 34,6 εκατ. δολάρια με συνολικά έσοδα 1,3 δισ. δολάρια 2017.

Η Gannett διαχωρίστηκε από το ταχύτερα αναπτυσσόμενο ραδιοτηλεοπτικό τμήμα της το 2015. Όμως, παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια, οι εφημερίδες της κέρδισαν τρία βραβεία Πούλιτζερ για ρεπορτάζ όπως το σχέδιο του Τραμπ να χτίσει το τείχος στα νότια σύνορα της χώρας.

Πόλεμος μετόχων

Το μελλοντικό ιδιοκτησιακό καθεστώς της τέθηκε εν αμφιβόλω ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ένα λουτρό αίματος στην αμερικανική βιομηχανία των ειδήσεων. Χιλιάδες θέσεις εργασίας χάθηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα μόνο μέσα στους τελευταίους δώδεκα μήνες. Το πρόβλημα επεκτείνεται από εκδοτικές επιχειρήσεις με ηλικία ενός αιώνα, όπως η Gannet, μέχρι τις ψηφιακές, όπως το Buzzfeed και το Vice, που είχαν θεωρηθεί ως η δημοσιογραφική λύση στις ανιαρές εφημερίδες.

Από τότε που η Alden προκάλεσε ρίγη στον κλάδο με την απόπειρα εξαγοράς της Gannett, αναπτύχθηκαν πολλές θεωρίες για την εξέλιξη της κατάστασης. Δεν υπάρχει ακόμα ένδειξη ότι οι μέτοχοι της δεύτερης θα ανεχθούν την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ένα βουνό μετρητά από την πρώτη.

Ο Ρόναλντ Γκίλσον, ειδικός στη διοίκηση επιχειρήσεων, λέει ότι οι προσπάθειες του Δ.Σ. της Gannett να μπλοκάρει τη συμφωνία ενδέχεται να εξελιχθούν σε έναν πόλεμο όπου οι μέτοχοι θα μπορούσαν να απομακρύνουν τη σημερινή διοίκηση και να βάλουν στη θέση της ανθρώπους που υποστηρίζουν τη συναλλαγή.

Εκτιμά ότι η Gannett έχει περιορισμένες επιλογές για να προστατεύσει την ακεραιότητα των εφημερίδων που της ανήκουν. Και τη συμβουλεύει να βρει έναν αγοραστή με βαθιές τσέπες, όπως η οικογένεια Σουλτσμπέργκερ των "New York Times" ή «ακόμα και τον Ρούπερτ Μέρντοχ». «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει άλλος τρόπος για να προστατευτεί η εφημερίδα» προσθέτει.

 

Μετάφραση - απόδοση Στρατής Αγγελής

Σημείωση του μεταφραστή: Οι "Financial Times", σύμβολο του χρηματοοικονομικού κέντρου (City) του Λονδίνου, ανήκουν από το 2015 στον ιαπωνικό όμιλο μέσων ενημέρωσης Nikkei, που τους αγόρασε από τον βρετανικό εκδοτικό οίκο Pearson έναντι 844 εκατ. λιρών (1,2 δισ. ευρώ).

 

 

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια