Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ιδεολογία του ανταγωνισμού δεν είναι ανίκητη

Του Κώστα Βενιώτη*

Από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα αναπτύχθηκε ένα πολύμορφο κίνημα αλληλεγγύης στη χώρα μας, το οποίο δεν περιορίστηκε στη διαμαρτυρία, αλλά αναζήτησε άμεσες λύσεις απέναντι στη φτώχεια και την περιθωριοποίηση, τον κοινωνικό κατακερματισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό στην προσπάθειά του να στηρίξει και να κρατήσει την κοινωνία όρθια.

Δημιουργήθηκαν εκατοντάδες αυτοοργανωμένες δομές τής κοινωνίας άμεσης απάντησης ενάντια στη φτώχεια και την εξαθλίωση, με ποικίλα χαρακτηριστικά, στις οποίες απευθύνθηκαν ζητώντας ή προσφέροντας βοήθεια χιλιάδες άνθρωποι.

Η κάλυψη των άμεσων αναγκών τους μέσα από τη λογική της αλληλεγγύης, της ενεργοποίησης, της ισότιμης σχέσης και της οριζόντιας συμμετοχής, και όχι της φιλανθρωπίας, απελευθέρωσε εγκλωβισμένες δυνάμεις από την ενεργοποίηση και συμμετοχή ανθρώπων οι οποίοι είχαν συντριβεί από την κρίση, είχαν χάσει το κουράγιο και την ελπίδα τους και βρίσκονταν σε απόλυτο αδιέξοδο και αδράνεια, με αποτέλεσμα τη θεαματική αύξηση και πύκνωση των χώρων αυτών.

Με σύνθημα “Κανείς μόνος στην κρίση” και τη διεκδίκηση καθολικών αιτημάτων “Παιδεία για όλους”, “Υγεία για όλους” κ.λπ. δημιουργήθηκαν σχέσεις εμπιστοσύνης, αμοιβαιότητας και συνεργασίας τόσο μεταξύ των μελών στο εσωτερικό των συλλογικοτήτων, όσο και μεταξύ διαφορετικών συλλογικοτήτων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία κοινωνικών δικτυώσεων και ευρύτερων συνεργασιών που συνέβαλαν στην αναδόμηση του θρυμματισμένου κοινωνικού ιστού.

Μέσω της δικτύωσης και της επικοινωνίας, το κίνημα αλληλεγγύης ανέπτυξε εξαιρετική ευελιξία και ταχύτητα ανταπόκρισης ακόμη και σε έκτακτα προβλήματα και υπερβατικές ανάγκες, ενεργοποιώντας και ευαισθητοποιώντας ταυτόχρονα μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, όπως για παράδειγμα στο προσφυγικό.

Αναπτύχθηκαν ιδέες και πρακτικές γύρω από την οργάνωση, την παραγωγή, τη διαχείριση και τη διανομή αγαθών και υπηρεσιών μιας οικονομίας που θα υπηρετεί την κοινωνία και θα σέβεται το περιβάλλον.

Έννοιες όπως “αποεμπορευματοποίηση”, “οικονομία των αναγκών”, “κοινά αγαθά”, “δημόσιος χώρος”, “δίκαιη τιμή”, “κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία”, “ κοινωνικά ιατρεία”, “χωρίς μεσάζοντες”, “αλληλέγγυα σχολεία”, “αμεσοδημοκρατία” ήταν στην πλειονότητά τους άγνωστες πριν από λίγα χρόνια δοκιμάζονται στην πράξη, υφαίνοντας νέα μοντέλα κοινωνικών σχέσεων.

Η δημιουργία ευρύτερων δικτυώσεων και κοινωνικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ διαφορετικών δομών, η ενεργός συμμετοχή ανθρώπων διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, διαφορετικών εθνοτήτων, διαφορετικών πολιτικών εντάξεων, διαφορετικών ιδεολογικών πεποιθήσεων διαμόρφωσαν μια νέα κοινωνική συνείδηση, που αποκτήθηκε μέσα από τις κοινές εμπειρίες και δράσεις στη βάση της αλληλεγγύης και της αναγνώρισης των δικαιωμάτων, η οποία, αμφισβητώντας ευθέως την ιδεολογία του ατομικισμού, της ιδιοτέλειας, της ανάθεσης, του ακραίου ανταγωνισμού και του κοινωνικού αυτοματισμού, βάλλει κατευθείαν στην καρδιά του ιδεολογικού πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη δημιουργία μιας νέας δημόσιας σφαίρας των από τα κάτω, ανοίγοντας δρόμους στην εμπλοκή και συμμετοχή των πολιτών στον δημόσιο χώρο και στη δημόσια πολιτική, που οδηγούν στην ενίσχυση της κοινωνικής συμμετοχής, τη δημοκρατική εκβάθυνση και στον κοινωνικό έλεγχο. Το κίνημα Χωρίς Μεσάζοντες, για παράδειγμα, συνδέει θεωρητικές διερευνήσεις στη βάση της αλληλεγγύης και των δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στην τροφή (δικαίωμα στη ζωή), το δικαίωμα του καταναλωτή να γνωρίζει και να επιλέγει τον παραγωγό του (δικαίωμα στη γνώση), το δικαίωμα του παραγωγού να διαθέτει ελεύθερα τη σοδειά του (δικαίωμα ελευθερίας) με πρακτικές και πειραματισμούς που λαμβάνουν χώρα στο πεδίο.

Μέσω της αλληλεπίδρασης και της συνεργασίας, οι παραπάνω κοινωνικές ομάδες παράγουν άμεσα αποτελέσματα κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας, δημιουργούν κοινωνικό κεφάλαιο, διαμορφώνουν προτάσεις και αιτήματα πολιτικής, συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο και στη διαβούλευση, ενώ ταυτόχρονα διαχέουν ελεύθερα μέσω των δικτυώσεων συλλογική γνώση και εμπειρία, με αποτέλεσμα τη δημιουργία των πρώτων ομάδων παραγωγών, την αλλαγή συνηθειών και προτύπων καταναλωτών που πλέον γίνονται οργανικά μέλη του κινήματος, ενώ ταυτόχρονα ΚΟΙΝΣΕΠ γεννιούνται.

Και όλα αυτά όχι εύκολα, σε δύσκολες και αντίξοες συνθήκες.

Γιατί κυρίαρχη παραμένει η ιδεολογία του ανταγωνισμού, η οποία φαντάζει ανίκητη. Όμως τα κινήματα αλληλεγγύης απέδειξαν στην πράξη ότι ο ανταγωνισμός δεν αποτελεί ανθρωπολογική σταθερά των ατόμων και με ότι με τη συνεργασία και την αλληλεγγύη μπορούμε να πετύχουμε περισσότερα.

Όμως χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμη.

Τα παιδιά από μικρά στο σχολείο μαθαίνουν στον εξοντωτικό ανταγωνισμό, στην ατομική διάκριση και αριστεία και όχι στη συνεργασία και την αλληλεγγύη της ομάδας.

Ο θρυμματισμός της κοινωνίας ξεκινά από πολύ νωρίς.

* Ο Κ. Βενιώτης είναι μέλος του πανελλαδικού κόμβου Αλληλεγγύη για Όλους

Δείτε όλα τα σχόλια