Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ν. Φίλης στα Χανιά: Ο Ελ. Βενιζέλος ήταν στρατευμένος σε πολιτικές που συνδύαζαν το όραμα και το ρεαλισμό (Video)

Στην εκδήλωση που οργάνωσε το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών "ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ" για την παρουσίαση του βιβλίου του Νικόλαου Εμμ. Παπαδάκη «Ελευθέριος Βενιζέλος ο Άνθρωπος, ο Ηγέτης – Βιογραφία» μίλησε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργός Παιδείας, Νίκος Φίλης.

Ολόκληρη η ομιλία του Νίκου Φίλη στα Χανιά:

Όταν μιλάει κανείς για τον Ελευθέριο Βενιζέλο βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο δυσκολίες. Η πρώτη απορρέει από τη ροπή της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας. Είναι όμως εξαιρετικά δύσκολο, ακόμη και αν αποφύγει κανείς αυτό τον κίνδυνο,  να καταφέρει να αναφερθεί κανείς με πληρότητα σε μια προσωπικότητα του βεληνεκούς του Ελευθέριου Βενιζέλου. Δεν οφείλεται μόνο ότι έζησε στο μεταίχμιο δύο αιώνων, σε μια εποχή που το ελληνικό κράτος έμελλε να πάρει λίγο ως πολύ τη σύγχρονή του μορφή. Ούτε οφείλεται στο ότι ο ίδιος ήταν από τους βασικούς διαμορφωτές της πορείας αυτής, ήδη από τα νεανικά του χρόνια. Οφείλεται κυρίως στο πολύπλευρο του χαρακτήρα του αλλά και στον τρόπο που ο Βενιζέλος είχε συχνά τη δυνατότητα να «ξεπερνά» την εποχή του, να οραματίζεται και να πράττει όσα για άλλους, ακόμη και συνοδοιπόρους του, μπορεί να φάνταζαν αδιανόητα. Την πολυπλοκότητα αυτή του χαρακτήρα του σκιαγραφεί με υποδειγματικό τρόπο ο Νικόλαος Παπαδάκης στην μελέτη του, για την οποία συζητάμε σήμερα. Πράγματι, ο Παπαδάκης έχει κάνει μια εξαιρετική δουλειά ως προς τη συγκέντρωση, αξιοποίηση και παρουσίαση του αρχειακού υλικού, συνθέτοντας μια βιογραφία του Βενιζέλου που όχι μόνο σκιαγραφεί με ολοκληρωμένο τρόπο την προσωπικότητα του μεγάλου κρητικού, αλλά διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος, δικαιώνοντας την ανάγνωση ως «απόλαυση». Μέσα από τις σελίδες της μελέτης, ο αναγνώστης γίνεται συμμέτοχος στις ελπίδες και τους φόβους, τις αγωνίες και την αποφασιστικότητα του Βενιζέλου από τα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη, στην πολιτική του πορεία στην Κρήτη και το ελληνικό κράτος, μετά στα χρόνια του Παρισιού και στο θάνατό του, στην Κρήτη ξανά, νεκρός αλλά ζωντανός, το 1936.

Φίλοι και φίλες,

με αφορμή την έκδοση του σημαντικού αυτού πονήματος, θα ήθελα να σταθώ σε δύο σημεία που αφορούν στον τρόπο που ο Βενιζέλος συνέβαλε καθοριστικά στη θεμελίωση του σύγχρονου ελληνικού κράτους και των θεσμών του και σε ένα ακόμη, που αφορά τη σπουδαιότητα αυτής της έκδοσης.

Σε ό,τι αφορά τον Βενιζέλο, το πρώτο και κυριότερο σημείο στο οποίο θα σταθώ είναι η στράτευσή του σε πολιτικές που συνδύαζαν το όραμα με τον ρεαλισμό. Ο Βενιζέλος αναγνώριζε ότι το ελληνικό κράτος ήταν μικρό και ότι οι συμμαχίες του ήταν απαραίτητες. Οραματίστηκε ωστόσο να διασφαλίσει ότι μέσα από το κατάλληλο σύστημα συμμαχιών η θέση της Ελλάδας θα μπορούσε να βελτιωθεί και να αναδειχθεί σε ισότιμο συνομιλητή στα διεθνή διπλωματικά φόρα. Αυτό το πάντρεμα, μεταξύ οραματισμού και ρεαλισμού, δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε αυτονόητο την εποχή εκείνη, ειδικά αν αναλογιστούμε τις εντάσεις και τις ασυμβατότητες της εποχής, μεταξύ του αλυτρωτισμού που υπαγόρευε η Μεγάλη Ιδέα και μιας κοινωνίας που ακόμη δεν είχε βρει τον βηματισμό της μετά την ήττα του 1897 ούτε είχε κατορθώσει να αποδεσμευτεί από την «ευγενή μας τύφλωση».

Το όραμα του Βενιζέλου ήταν ένα όραμα πολύπλευρο, που συμπεριλάμβανε αφενός την εδαφική επέκταση, «ολοκλήρωση» του ελληνικού κράτους και αφετέρου τον εκσυγχρονισμό του με τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις. Κυρίως όμως το όραμα εμπεριείχε το αίτημα της εξασφάλισης της εσωτερικής ομαλότητας, ακόμη και αν αυτή απαιτούσε μέτρα που σε πρώτη ανάγνωση δυσαρεστούσε αρκετούς από τους συγχρόνους. Ήταν ένα όραμα που βασιζόταν σε συναινέσεις και συμμαχίες, χωρίς όμως να χάνει από τον ορίζοντα το μακροπρόθεσμό σχεδιασμό. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που το 1885 ο Βενιζέλος υποστήριξε με αρθρογραφία του τον διορισμό Σέρβου αντί Έλληνα αρχιεπισκόπου στο Κοσσυφοπέδιο. Με τον τρόπο αυτό αναγνώριζε και σεβόταν τις εθνικές ευαισθησίες των Σέρβων, σε πείσμα των μυωπικών πατριωτικών κραυγών που ακούγονταν εκείνη την εποχή, και έβαζε τις βάσεις για την ελληνοσερβική προσέγγιση, σε μια εποχή μάλιστα που το καζάνι των βαλκανικών εθνικισμών είχε αρχίσει να κοχλάζει επικίνδυνα.  Όμοια, στην Κρήτη ακόμη, είχε με σθένος υποστηρίξει την ισότητα και ισονομία ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, αντιμετωπίζοντάς τους όλους ως πολίτες του ίδιου κράτους και  βάζοντας εμπόδια στην ανάπτυξη αποσχιστικών τάσεων. Δεν ήταν μια εύκολη επιλογή, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς τους διχασμούς που είχαν εγκαθιδρυθεί τα προηγούμενα χρόνια, ήταν όμως μια πολιτική που προέκρινε το συμφέρον του παρόντος και του μέλλοντος από την προσκόλληση στο παρελθόν με το άλλοθι της δικαίωσης.

Η πολιτική εμπειρία του Βενιζέλου από την εποχή της Κρητικής Πολιτείας στάθηκε οδηγός του και κατά την μετέπειτα δύσκολη πορεία ενσωμάτωσης των  νέων πληθυσμών, μετά τους βαλκανικούς πολέμους και μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή. Ενσωμάτωση μέσα στο πολυεθνικό περιβάλλον της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ενσωμάτωση της Μακεδονίας παρέχει ορισμένα συμπεράσματα και αμφισβητεί αναχρονιστικά στερεότυπα.   Στην Ανατολική Μακεδονία και στη  Δυτική Θράκη, οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί μαζί και οι βουλγαρίζοντες ήσαν πλειοψηφικοί.  Ιδιαίτερα μάλιστα οι μουσουλμάνοι συνιστούσαν τον κορμό του αγροτικού χώρου . Μια ενδεχόμενη αποχώρησή τους θα δημιουργούσε μεγάλα προβλήματα στην αγροτική οικονομία και το κυριότερο θα διευκόλυνε τη δράση του βουλγαρικού εθνικισμού που ήταν πλέον η  ανερχόμενη απειλή για τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή. Ο Βενιζέλος προσπάθησε να προσεταιριστεί τους μουσουλμάνους. Στη Θεσσαλονίκη πχ όπως και στα Γιάννενα, αμέσως μετά την απελευθέρωση διατήρησε τους μουσουλμάνους δημάρχους. Και στη Δράμα όπου το ελληνικό στοιχείο ήταν εξαιρετικά μειοψηφικό, ο Βενιζέλος διόρισε Νομάρχη τον Αλή Ναΐπ Ζαβέ Μπέη, παλιό του γνώριμο από την Κρήτη, όταν ο Μπέης είχε διατελέσει Νομάρχης Χανίων επί Κρητικής Πολιτείας. Στο ίδιο πρόσωπο εμπιστεύθηκε το 1919 την ευθύνη της διεύθυνσης για τους ξένους πληθυσμούς στη Σμύρνη την εποχή της Ύπατης Αρμοστείας του Αριστείδη Στεργιάδη. Τον Αλή Ζαβέ διόρισε και ως Νομάρχη Αδριανούπολης και , το 1923, όταν πλέον η Ελλάς των δύο ηπείρων και των τριών θαλασσών αποτελούσε παρελθόν, σε συνθήκες εθνικής ομογενοποίησης του ελληνικού κράτους, ο Βενιζέλος διορίζει τον Αλή Ζαβέ Νομάρχη Λασιθίου.

Στη Δυτική Μακεδονία, αμέσως μετά το 1913, ο Βενιζέλος διόρισε ως Γενικό Διοικητή τον Ηλιάκη,  ένα πρόσωπο-ανάχωμα στις διαθέσεις Ελλήνων στρατιωτικών και  χωροφυλάκων ενάντια στους βουλγαρίζοντες πληθυσμούς. Η πολιτική του Βενιζέλου σε αυτή τη μεταβατική περίοδο 1912-1922 αντανακλά και την διαφορετική πρόσληψη της Μεγάλης Ιδέας στη νέα βαλκανική μεταοθωμανική πραγματικότητα.

Και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τις ανταλλαγές πληθυσμών  ο Βενιζέλος συνέλαβε τις νέες πραγματικότητες και συνέβαλε ώστε «η ελληνική Μακεδονία να γίνει ελληνική», Δηλαδή το γεωγραφικό μέρος της ευρύτερης περιοχής της οθωμανική Αυτοκρατορίας που ονομαζόταν Μακεδονία  και περιήλθε στην ελληνική επικράτεια να αποκτήσει ελληνική εθνολογική συνοχή, να μη θυμίζει το εφιαλτικό παρελθόν της πυριτιδαποθήκης των Βαλκανίων. Και είναι αυτή η πληθυσμιακή πραγματικότητα, μαζί με την ισχύ του ελληνικού κράτους που διασφαλίζει την ελληνική Μακεδονία και καθιστά λεονταρισμούς την  όποια αλυτρωτική   ρητορική ακραίων κύκλων   της γειτονικής, μικρής και αδύναμης ΠΓΔΜ.

Φίλες και φίλοι

Ο Βενιζέλος σε όλες τις φάσεις της πολιτικής σταδιοδρομίας του κοιτούσε στο μέλλον και αρνιόταν την υποταγή του σε σχήματα δικαίωσης που κρατούσαν τη χώρα και την κοινωνία σε αναχρονιστικά πλαίσια.

Ήδη από την επαύριο του κινήματος στου Γουδή, που τα πνεύματα ήταν τεταμένα και η εποχή ευνοούσε ρήξεις, ο Βενιζέλος αφίσταται από διχαστικές και εκδικητικές πρακτικές, προκρίνοντας την στερέωση της εσωτερικής ειρήνης – ακόμη και αν χρειάστηκε να δυσαρεστήσει προσωρινά τους συντοπίτες του. Το όραμα της καθολικής συναίνεσης κλονίστηκε την περίοδο του Εθνικού Διχασμού, κατά τη διάρκεια του οποίου αποκρυσταλλώθηκε η πολιτική και κοινωνική διαίρεση που θα ορίσει την ελληνική πολιτική σκηνή σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Να σημειώσουμε ότι κορυφαία ανάμεσα στους αντιπάλους  του Βενιζέλου υπήρξε η εκκλησιαστική ηγεσία, με πιο χαρακτηριστική την ιστορία του Αναθέματος. Κι αυτή, δυστυχώς, η τάση της εκκλησιαστικής ηγεσίας να παρεμβαίνει διχαστικά και βίαια δίκην πολιτικού κόμματος, επαναλήφθηκε και σε άλλες στιγμές της νεότερης ιστορίας μέσα σε διαφορετικά πλαίσια, αξιοποιώντας το καθεστώς της πολιτευόμενης εκκλησίας και του θρησκευόμενου κράτους. δυστυχώς μέχρι τις μέρες μας. Και εκείνος ο Εθνικός Διχασμός έμελλε να μην είναι ο τελευταίος. Η υποτιμητική ή ακόμη και ρατσιστική αντιμετώπιση των προσφύγων από το ελλαδικό κατεστημένο, η καλλιεργούμενη άνωθεν αντιπαράθεση ανάμεσα στους γηγενείς και τους νεήλυδες συγκροτεί μια νέα κοινωνική-πολιτική διαίρεση που θα σφραγίσει την Ελλάδα του 20ου αιώνα. Πρόκειται λοιπόν για διαιρέσεις που θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε προσωποπαγείς, αφού σε μεγάλο βαθμό αντικατοπτρίζουν την ατελή διαδικασία εθνικής ενσωμάτωσης που ακολούθησε την εδαφική επέκταση των Βαλκανικών Πολέμων, τις διαφορετικές προσεγγίσεις των κοινωνικών και εθνοτοπικών ομάδων απέναντι στις προοπτικές της νέας πραγματικότητας, τη συγκρότηση νέων κοινωνικών υποκειμένων και το μετέωρο βήμα της δημοκρατίας σε μια  μακρά περίοδο του εθνικού μας βίου.

Παρόλα αυτά, ακόμη και όταν τα πολιτικά ερείσματα του βενιζελισμού είχαν αποκρυσταλλωθεί, ο Βενιζέλος δεν δίστασε να επιλέξει τις συμμαχίες και τις πολιτικές που θεωρούσε ρεαλιστικές και μακροπρόθεσμα επωφελείς, ακόμη και όταν γνώριζε ότι αυτές θα έχουν πολιτικό κόστος. Η υπογραφή του συμφώνου φιλίας με την Τουρκία το 1930 είναι ενδεικτική ακριβώς του τρόπου που προέκρινε την ρεαλιστική πολιτική συμμαχιών και εξασφάλισης της απαιτούμενης εξωτερικής ηρεμίας, με μια επιλογή που ήξερε ότι θα δυσαρεστούσε μεγάλο τμήμα του προσφυγικού πληθυσμού.  

 

 

Φίλοι και φίλες,

ο ένας άξονας της πολιτικής του Βενιζέλου ήταν η  «εθνική ολοκλήρωση», είτε με την μορφή της επέκτασης των συνόρων ώστε να συμπεριλάβουν τον ελληνισμό είτε με την αποδοχή της πραγματικότητας που είχε διαμορφώσει η ανταλλαγή των πληθυσμών και την συστηματική προσπάθεια της αποκατάστασης των προσφύγων. Ο άλλος άξονας ήταν η εισαγωγή αστικών μεταρρυθμίσεων. Και εδώ έρχομαι στο δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ. Τι σήμαιναν για τον Βενιζέλο μεταρρυθμίσεις; Αιτούμενο για τον Βενιζέλο ήταν η θεμελίωση ενός σύγχρονου αστικού κράτους, εναρμονισμένο με τα ευρωπαϊκά, με θεσμούς και νομοθεσία που θα διασφάλιζαν την ορθολογική λειτουργία του. Το κράτος δικαίου και το κοινωνικό κράτος αποτέλεσαν στο πλαίσιο αυτό δύο όψεις αυτής της διαδικασίας.  To Ελεγκτικό Συνέδριο, η εργατική νομοθεσία, η αναδιανομή γαιών, η εισαγωγή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στα σχολεία είναι μερικές μόνο από τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο Βενιζέλος τις δύο πρώτες περιόδους της διακυβέρνησής του, μετασχηματίζοντας το τοπίο της ελληνικής πραγματικότητας. Οι πόλεμοι και ο Διχασμός δεν επέτρεψαν να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις σε όλο τους το εύρος. Παρόλα αυτά είχαν τεθεί οι βάσεις για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών της ελληνικής κοινωνίας. Η διαδικασία αυτή άλλωστε είναι που συνεχίστηκε κατά την τρίτη περίοδο πρωθυπουργίας του Βενιζέλου, όταν οι ανάγκες της προσφυγικής αποκατάστασης καθιστούσαν τις μεταρρυθμίσεις επιτακτικότερες.

Η περίοδος αυτή, παρά τα μέτρα καταστολής (ιδεολογικής και ποινικής) τα οποία περιλαμβάνει (και αναφέρομαι κυρίως στο Ιδιώνυμο), είναι αυτή που θέτει τα θεμέλια των μεγάλων μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων, στην κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και του κράτους πρόνοιας. Ας μην ξεχνάμε ότι την περίοδο αυτή ο Βενιζέλος ζητά την συμβολή ευρωπαίων εμπειρογνωμόνων, «τεχνοκρατών», για να σχεδιάσει τόσο πιο αποδοτικές αγροτικές καλλιέργειες, ώστε να εξασφαλιστεί κατά το δυνατόν η σιτάρκεια, όσο και το σύστημα δημόσιας υγείας και κοινωνικών ασφαλίσεων. Πέρα από τις μικρότερες ή και καθοριστικές διαφωνίες που μπορεί να διατυπώσει κανείς με την πολιτική του Βενιζέλου, γεγονός παραμένει ότι στο τέλος της τρίτης θητείας του το ελληνικό κράτος δεν θύμιζε σε τίποτα αυτό που είχε παραλάβει το 1910. Η περιπέτεια της εθνικής  ολοκλήρωσης σηματοδοτεί το τέλος της Μεγάλης Ιδέας.  Αλλά και η επιχειρηθείσα αστική μεταρρύθμιση τελικώς δεν έγινε στην έκταση που είχε οραματιστεί ο Βενιζέλος. Το εθνικό-κοινωνικό ανάγλυφο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις καθώς και οι νέοι διεθνείς συσχετισμοί περιόρισαν τη δυναμική του αστισμού στο Μεσοπόλεμο. Το αίτημα για τον δημοκρατικό εκσυγχρονισμό και την εθνική αναγέννηση θα ερχόταν, μέσα σε ριζικά διαφορετικά συμφραζόμενα, θα αναπηδούσε από το έπος της Αλβανίας και την Εθνική Αντίσταση,  με πρωταγωνιστή τον τρίτο πολιτικό χώρο, την Αριστερά, που εισήλθε ορμητικά στο προσκήνιο εκφράζοντας τις ανάγκες επιβίωσης και τις διαψευσμένες προσδοκίες των λαϊκών βενιζελογεννών τάξεων σε μια σχέση συνομιλίας ανάμεσα στην αστική μεταρρύθμιση που δεν έγινε στον Μεσοπόλεμο και την επαγγελία μιας νέας κοινωνίας μετά τον πόλεμο, που διαψεύσθηκε όμως μέσα σε έναν νέο κύκλο εμφύλιας αντιπαράθεσης.

Φίλοι και φίλες

και έρχομαι εδώ, κλείνοντας, στο τρίτο σημείο στο οποίο ήθελα να αναφερθώ. Στον μύθο γύρω από τον Βενιζέλο και τη σημασία της έκδοσης που συζητάμε σήμερα. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, γύρω από τον Ελευθέριο Βενιζέλο έχει δημιουργηθεί ένας μύθος. Δικαιολογημένα σε μεγάλο βαθμό, αφού ήταν χαρισματικός πολιτικός που έζησε σε χρόνια διαμορφωτικά για την ελληνική ιστορία. Ωστόσο οι μύθοι συχνά αυτονομούνται από την ιστορική πραγματικότητα, λειτουργούν ανεξάρτητα, με αποτέλεσμα να χάνονται εκείνες οι λεπτές αποχρώσεις του βίου και της σκέψης που συντέλεσαν αρχικά στη δημιουργία του. Η μελέτη του Παπαδάκη έρχεται να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό που υπάρχει μεταξύ των ακαδημαϊκών μελετών για τον Βενιζέλο και την εποχή του και την εικόνα του Βενιζέλου στο δημόσιο λόγο. Χωρίς να υπολείπεται σε τίποτα σε αξιοπιστία σε σχέση με τις άλλες μελέτες, η μελέτη του Παπαδάκη προσφέρει τόσο στον ειδικό όσο και στον μη ειδικό αναγνώστη τη δυνατότητα να εντρυφήσει στο σύνολο της ζωής και της προσωπικότητας του Βενιζέλου και να ακολουθήσει τα βήματά του στα κρίσιμα για την Κρήτη και την Ελλάδα χρόνια του τέλους του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Τον ευχαριστούμε θερμά.

 

Ο Νίκος Φίλης είναι δημοσιογράφος, βουλευτής Α’  Αθήνας και μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ, τέως Υπουργός Παιδείας,  Έρευνας και Θρησκευμάτων

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Νέα εποχή, νέα καθήκοντα

Όταν τον Ιανουάριο του 2015 η κυβέρνηση της Αριστεράς αναλάμβανε τη διακυβέρνηση, γνώριζε ότι Σαμαράς και Βενιζέλος (μαζί με τμήματα της ευρωπαϊκής Δεξιάς) είχαν σχεδιάσει αριστερή παρένθεση -δεν...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο