Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Να βγω ζωντανός από την τρέλα

Της Ευγενίας Μπογιάνου

Καθώς προχωρά η αφήγηση στο «Πεθαίνοντας την άνοιξη» -σε εξαιρετική μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου-, αυτό που κάνει μεγάλη εντύπωση είναι ο βιωματικός τρόπος γραφής, η αβίαστη αμεσότητα των περιγραφών, όπως και η δυνατότητα μετάδοσης ατμόσφαιρας και συναισθήματος, που παραπέμπουν περισσότερο σε έναν αυτόπτη μάρτυρα και λιγότερο σε κάποιον αποστασιοποιημένο ακροατή. Έκπληξη λοιπόν αποτελεί το γεγονός πως ο Ραλφ Ρότμαν έχει γεννηθεί στο Σλέσβιγκ της Γερμανίας το 1953 και, επομένως, μόνο από αφηγήσεις άλλων και όχι από δική του εμπειρία γνωρίζει την εποχή με την οποία καταπιάνεται.

Στις αρχικές σελίδες του βιβλίου έχουμε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του γιου του Βάλτερ. Ο Βάλτερ, ένας σιωπηλός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που «σπάνια χαμογελούσε, χωρίς πάντως να δείχνει αντιπαθητικός ή αγενής», «σκοτεινιασμένος από το παρελθόν του», στα εξήντα του χρόνια, άρρωστος πια, θα αρνηθεί την έκκληση του γιου του να σπάσει επιτέλους τη σιωπή του. Το ωραίο τετράδιο με το σκληρό εξώφυλλο που του χαρίζει ο τελευταίος, ελπίζοντας πως θα το γεμίσει με σχέδια και γεγονότα από τη ζωή του, παραμένει σχεδόν άδειο. Σημειώνει λίγες λέξεις μόνο, κάτι παράξενα τοπωνύμια. Αυτά τα ελάχιστα σπαράγματα, το ελάχιστο ίχνος του πατέρα του, αναλαμβάνει να ανασυνθέσει ο γιος του. Παίρνει θαρρείς τη θέση του πατέρα του, βιώνει τα γεγονότα της ζωής του λες και αυτά καταγράφηκαν, μέσω ενός ιδιότυπου DNA, με την ίδια ένταση, την ίδια απόγνωση και στη δική του ψυχή. Από δω και πέρα η αφήγηση μεταφέρεται στους τελευταίους μήνες του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου στη Βόρεια Γερμανία. Ο πόλεμος στην ουσία έχει κριθεί. Δυο νεαροί, σχεδόν έφηβοι ακόμη, ο Βάλτερ Ούρμπαν και ο Φρίντριχ Καρόλι, ο Άτα και ο Φίτε για τους φίλους, στρατολογούνται «εθελοντικά» - πόση ειρωνεία κρύβεται μέσα σε αυτό το «εθελοντικά» - και στέλνονται στο μέτωπο. Ο Βάλτερ γίνεται οδηγός σε μια Μονάδα Ανεφοδιασμού των SS. Βουλιάζει στη φρίκη αλλά αποδέχεται στωικά, κατά κάποιον, τρόπο τη μοίρα του, παλεύοντας, όπως λέει στην αγαπημένη του Ελίζαμπετ, να «αντέξει, να βγει ζωντανός από την τρέλα». Ο Φίτε όμως, αυτός που στο μέτωπο διαβάζει ποιήματα, είναι αδύνατον να δεχτεί ό,τι του συμβαίνει. «Δεν έχω εχθρούς, δεν έχω κανέναν που να θέλω να σκοτώσω. Ετούτος εδώ είναι πόλεμος κυνικών, που δεν πιστεύουν σε τίποτα, μόνο στο δίκαιο του ισχυρότερου» λέει. Δραπετεύει και, φυσικά, νικιέται από αυτόν τον πόλεμο των κυνικών. Η συνάντηση των δύο φίλων κάτω από δραματικές συνθήκες δίνει στον Ρότμαν τη δυνατότητα να καταθέσει μερικές από τις λυρικότερες και πιο σκληρές σελίδες του, σελίδες ωμού ρεαλισμού που φέρνουν σε δοκιμασία τις αντοχές του αναγνώστη.

Οι λεπτομερείς περιγραφές της φύσης -η φύση σαν ένα κομμάτι καθημερινότητας-, εκεί όπου όλα είναι καλοκουρδισμένα και αιώνια, έρχονται σε απόλυτη αντιδιαστολή με τον βίο των ανθρώπων, εκεί όπου δεν έχει μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα, εκεί όπου η λογική και το μέτρο έχουν αντικατασταθεί από τον μεγαλεπήβολο παραλογισμό και τη ματαιότητα.

Τα ερωτήματα -συνοδευόμενα από μια σπαρακτική αγωνία- ξεπηδούν από κάθε αράδα του Ρότμαν. Ποιοι είναι οι πραγματικοί φταίχτες; Ποιο το μερίδιο της ενοχής που αναλογεί στον καθένα; Όσοι σύρθηκαν στη δίνη δίχως τη θέλησή τους υπακούοντας σε εντολές είναι το ίδιο ένοχοι με αυτούς που τις έδωσαν; Όπως σε μεγάλο κομμάτι της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας η ενοχή είναι πάντα παρούσα. Και οι εφιάλτες που εφορμούν εξαιτίας της.

Ο Ρότμαν με έναν τρόπο καθηλωτικά λιτό και ακριβή, με σκηνές που εναλλάσσονται σαν κινηματογραφικές, με απαράμιλλο πάθος και ένταση σχεδόν σωματική, σκιαγραφεί εκπληκτικά τον πόνο, τη ματαιότητα και τον παραλογισμό του πολέμου, σε ένα έργο που τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η βαθιά -παγκόσμια θα έλεγα- μελαγχολία και η επίμονη σκιά της ενοχής.

Ραλφ Ρότμαν, «Πεθαίνοντας την άνοιξη»

Εκδ. Καστανιώτη

Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου

208 σελ. Τιμή: 12,72 ευρώ

Δείτε όλα τα σχόλια