Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο φόβος ο ατελεύτητος

Της Ευγενίας Μπογιάνου

 

Στο «Κάθε πρωί», ένα από τα ωραιότερα διηγήματα της συλλογής «Ο έτερος εχθρός» της Ελισάβετ Χρονοπούλου, δύο νέοι και ερωτευμένοι άνθρωποι, εν μέσω γερμανικής Κατοχής σε μια Αθήνα βυθισμένη στην πείνα, ανύποπτοι μέσα στον μικρό ιδιωτικό τους παράδεισο, σε μια μόνο στιγμή που διάλεξαν να κάνουν αυτό και όχι το άλλο -όπως γίνεται πάντα δηλαδή-, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον «ίδιο τον διάβολο» μέσα σε ένα λεωφορείο, έτσι ώστε όταν κατεβαίνουν από αυτό, να μην είναι ποτέ ξανά οι ίδιοι άνθρωποι. Μια χειρονομία που μένει μετέωρη. Μια στρατιωτική μπότα στον λαιμό ενός ανθρώπου πεσμένου στο πάτωμα. Η ανημποριά μπροστά στην άκαμπτη και χυδαία εξουσία. Ο φόβος που ποτίζει κάθε πόρο του σώματος και της ψυχής. Η σιωπή που τα σκεπάζει όλα. «Ο καθένας κρυβόταν στη σιωπή του, λες και είχαμε φταίξει σε κάτι, λες κι ήμαστε εμείς που είχαμε φταίξει». Και το χειρότερο ίσως απ’ όλα: η ενοχή. Ενοχή μπροστά στην αδυναμία του σώματος. Μπροστά στον φόβο του σώματος που προσπαθεί να επιβληθεί. Δεν είναι μόνο η μάχη της επιβίωσης αυτή που κυριαρχεί σε όλα σχεδόν τα κείμενα της συλλογής. Είναι η επιβολή της αδυναμίας της ύλης πάνω στην περηφάνια της ψυχής. Είναι ο περιορισμός, είναι το σώμα που γίνεται φυλακή, που τα σαρώνει όλα μπροστά στην επιθυμία του να μην ηττηθεί, να συνεχίσει να ζει, να μην πονάει. Να τα βγάλει πέρα με την πείνα.

Στο «Λεβίδου 3, Κολωνός», η ηλικιωμένη γυναίκα -η μάνα, η αγαπημένη, η αδελφή-, πάει να περισυλλέξει τα ρούχα του προσφιλούς νεκρού. Όταν όμως της προσφέρονται δυο - τρεις σταφίδες, ένα θεόσταλτο δώρο δηλαδή, τις βάζει αμέσως στο στόμα και τις τρεις μαζί, για να χορτάσει την πείνα της, μια κίνηση τόσο αναγκαία όσο και βέβηλη. Γιατί η πείνα του σώματος του ζωντανού όντος, υπερνικά ακόμη και το πένθος, ακόμη και τον ίδιο το θάνατο. Το ίδιο και ο «έτερος εχθρός», ο φόβος. «Ο λιμός επέφερε την φυσικήν φθορά, την εκμηδένισιν του σώματος, ο έτερος όμως εχθρός επέφερε την ψυχικήν αποκαρδίωσιν, την ηθικήν εκμηδένισιν. Ο φόβος ο ατελεύτητος, ο εγκατεστημένος εις τας ψυχάς», λέει στη μεταθανάτια διαθήκη του, προσπαθώντας ίσως να δικαιολογήσει τις πράξεις του κυρίως στον εαυτό του και μετά στον γιο του, ο άνθρωπος που, υποχείριο ο ίδιος του ατελεύτητου φόβου, προδίδει την κρυψώνα του συνομήλικου φίλου για να σώσει τη δική του ζωή. Η ενοχή γίνεται ένα με τη σάρκα του. Την κουβαλά μαζί του. Μαθαίνει να ζει με την παρέα της. Όμως ζει.

Η Χρονοπούλου δεν ασχολείται με τους ήρωες -υπήρξαν και αυτοί-, αντιθέτως απομυθοποιεί τους ήρωές της. Τους δίνει ανθρώπινες διαστάσεις. Έχουν σάρκα, αίμα, στομάχι, νευρικό σύστημα. Πονάνε, πεινάνε, κρυώνουν, φοβούνται. Κινούνται πέρα από τα όρια του καλού και του κακού. Την ακεραιότητά τους την καταπίνει η συγκυρία, η ιστορική στιγμή η οποία τους έλαχε να ζήσουν. Προσπαθούν να επιβιώσουν, αποκαρδιωμένοι και ανήμποροι, τα διλήμματα και οι ερωτήσεις, πολλές φορές, έρχονται μετά από τις πράξεις τους. Το «μεγάλο κάδρο» καταπίνει το μικρό, το ιδιωτικό. Η ίδια η ασημαντότητα του στόχου ευτελίζει την προσπάθειά τους. Ευτελίζει και τους ίδιους.

Η Χρονοπούλου θέτει ερωτήματα απ’ αυτά που ποτέ δεν χάνουν την αξία τους. Ποιο είναι το σημείο πέρα από το οποίο αρχίζει η αποθηρίωση; Μέχρι που μπορούν να μετατοπιστούν τα όρια της ηθικής, δίχως ο άνθρωπος να χάσει την υπόσταση που τον κάνει να ξεχωρίζει από όλα τα άλλα έμβια όντα; Τη δυνατότητα να σκέφτεται, να αισθάνεται, να συμπάσχει, να βοηθά; Οι ακραίες συνθήκες νομιμοποιούν την προδοσία;

Και αρκείται, φυσικά, στις όποιες απαντήσεις περικλείονται μέσα σ’ αυτά τα ερωτήματα.

 

Ελισάβετ Χρονοπούλου, «Ο έτερος εχθρός»

Εκδ. Πόλις

136 σελ. Τιμή:11,00 ευρώ

Δείτε όλα τα σχόλια