Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι εξηγήσεις μοιάζουν με βλαστήμιες

Της Ευγενίας Μπογιάνου

Όταν η Κατερίνα, στην πρώτη από τις δύο νουβέλες του βιβλίου του Μιχάλη Μακρόπουλου «Τσότσηγια και Ώ’μ», βλέπει τα μερμήγκια να πηγαίνουν και να απιθώνουν μπροστά στη μικρή της κόρη το καθένα από ένα ψίχουλο και μετά να φεύγουν και να επιστρέφουν με άλλο ένα, στην αρχή βυθίζεται στη σιωπή και μετά σκέφτεται πως καμιά εξήγηση δεν χωράει για κάτι τέτοιο, γιατί «οι εξηγήσεις μοιάζουν με βλαστήμιες».

Διαβάζοντας το βιβλίο, καθώς αφηνόμουν όλο και περισσότερο στη σαγηνευτική μαγεία της αφήγησης, στην αρτιότητα της γλώσσας, στην τρυφερότητα που αναδύεται σχεδόν από κάθε σελίδα του, στην προσπάθειά μου να το «εξηγήσω» αυτή η φράση είχε κολλήσει στο μυαλό μου: οι εξηγήσεις μοιάζουν με βλαστήμιες. Ας είναι.

Το παραμύθι συντροφεύει και παρηγορεί, ο μύθος στοχάζεται και γυρεύει ερμηνείες.

Στην «Τσότσηγια», μια γυναίκα ξένη, απομονωμένη, κακοποιημένη από έναν σκληρό αντρικό κόσμο που δεν γνωρίζει έλεος, βρίσκει την παρηγοριά και τη δύναμη να συνεχίσει τη ζωή της λόγω της ύπαρξης (ή της εφεύρεσης, του παραμυθιού) της μικρούλας Τσότσηγιας. Μιας κόρης που της «προσφέρεται» ως αντιστάθμισμα σε όλα τα δεινά.

Στον περιορισμένο χώρο του μαγειρείου δημιουργείται ένας μικρόκοσμος θαλπωρής και φροντίδας σε απόλυτη αντίθεση με την κοινωνία «των δράκων» που τους περιβάλλει. Μόνο όμως όταν τολμήσουν να δραπετεύσουν, με τη βοήθεια της καλής τους νεράιδας, από αυτόν θα αποκτήσουν το πραγματικό τους μέγεθος μέσα στον κόσμο.

Ο Μακρόπουλος, ωμός, ρεαλιστής, με εικόνες σκληρές που σε κοιτάζουν κατάματα για να τις κοιτάξεις και συ, αλλά και βαθιά λυρικός όταν χρειάζεται, με μια τρυφερότητα που πηγάζει από τα σπλάχνα των ηρωίδων του, έχοντας πάρει υπό μάλης θαρρείς όλους τους αδικημένους αυτής της γης, καταφέρνει, μέσω της γλώσσας του παραμυθιού, με έναν αβίαστο και συγκινητικά λιτό τρόπο, να θίξει θέματα πολλά και διαχρονικά: την καταπίεση, τον φόβο που γεννά η αδυναμία, τη θέση της γυναίκας σε έναν ανδρικό αφιλόξενο κόσμο, τη διαφορετικότητα, τη μητρότητα, την προσωπική αφύπνιση, τον δρόμο προς τη χειραφέτηση.

Η δεύτερη νουβέλα με τον τίτλο «Ώ’μ» κινείται στα όρια του μύθου. Σαράντα χιλιάδες χρόνια πριν, ο Ώ’μ, σακατεμένος και ανήμπορος, αφήνεται από τους συντρόφους του σε μια σπηλιά για να πεθάνει. Εκείνος, για να καταφέρει να επιβιώσει, έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τα στοιχειά της φύσης, αλλά και με τον πυρήνα του εαυτού του. Κυριευμένος από μοναξιά, για να μπορέσει να εκφράσει τα συναισθήματά του, αρχίζει να σχεδιάζει φιγούρες στα τοιχώματα της σπηλιάς.

Το θαύμα έχει συντελεστεί. Η τέχνη -η ζωγραφική, η μουσική, η αφήγηση-, αυτή που έχει τη δύναμη να αφυπνίζει και να παρηγορεί, από 'κεί και από τότε ξεκινά. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ο στοχασμός πάνω στο θάνατο και στο πέρα απ’ αυτόν.

Πράγματα γνωστά από την επιστήμη, στα χέρια του Μακρόπουλου γίνονται λογοτεχνική ύλη μεγάλης δύναμης και πυκνότητας. Κι όλα αυτά δίχως να παραμερίζεται καθόλου το στοιχείο της περιπέτειας και της ταύτισής μας με αυτόν τον συγγενή άνθρωπο των σπηλαίων.

Βλέπουμε την πορεία του προς τη συνειδητοποίηση του Εγώ. Η κατάκτηση του Εγώ, όμως, συντελεί και στην αναγνώριση του Άλλου. Στην αναγνώριση της ετερότητας, που είναι η αρχή για τη δύσκολη συνθήκη του «μαζί».

Γλώσσα κεντημένη με ακρίβεια, λέξη τη λέξη -γνωστή και από προηγούμενα έργα του-, χρήση του ιδιώματος του Πωγωνίου, που συντελεί στην αίσθηση της προφορικότητας, εικόνες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη, που δημιουργούν μια μοναδική ατμόσφαιρα, ο Μακρόπουλος καταφέρνει να συναρπάσει όχι μόνο με τη δύναμη του στοχασμού του, αλλά και με το βάθος και τις αποχρώσεις των συναισθημάτων του.

Μιχάλης Μακρόπουλος

Τσότσηγια και Ώ’μ

Εκδ. Κίχλη

144 σελ. Τιμή:13,50 ευρώ

Δείτε όλα τα σχόλια