Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μάκης Τσίτας: Έγινα συγγραφέας από ζήλεια

Φωτογράφος: Γιώργος Φερμελετζής

Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε στα Γιαννιτσά το 1971 και σπούδασε δημοσιογραφία. Έχει εκδώσει δεκαέξι βιβλία για παιδιά, μία συλλογή διηγημάτων, ένα εικονογραφημένο βιβλίο για ενήλικους και το μυθιστόρημα «Μάρτυς μου ο Θεός», για το οποίο έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 και το οποίο θα μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες. Έργα του ανέβηκαν στο Θέατρο των Καιρών σε σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη και στο Θέατρο Vault σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη. Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Τάκη Σούκα, τον Γιώργο Σταυριανό και την Τατιάνα Ζωγράφου.

Στα 23 του χρόνια ήταν αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού «Περίπλους» (1994-2005), αργότερα (2006-2011) συνεκδότης του περιοδικού Index, του πρώτου free press για το βιβλίο.

Το 2012 δημιούργησε το diastixo.gr, το μεγαλύτερο ελληνικό ενημερωτικό site για το βιβλίο και τον πολιτισμό, το οποίο διευθύνει μέχρι σήμερα.

Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

 

*Ποια ήταν τα πρώτα λογοτεχνικά βιβλία που διαβάσατε;

Το καλοκαίρι που τελείωσα το Δημοτικό έκανα το πρώτο μου ταξίδι με την νταλίκα (διεθνών μεταφορών) του πατέρα μου. Πήγαμε στο Μόναχο και στη Φρανκφούρτη. Για να περνάνε κάπως ευχάριστα οι ατέλειωτες ώρες αναμονής στις αποθήκες των εργοστασίων και στα τελωνεία, ξεκίνησα να διαβάζω την «Αιολική γη» του Ηλία Βενέζη και μαγεύτηκα -το τελείωσα σε δύο μέρες.

Όταν επιστρέψαμε, αναζήτησα κι άλλο βιβλίο. Ήταν το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Μενέλαου Λουντέμη, που με ενθουσίασε εξίσου.

Μετά την ανάγνωση αυτών των μυθιστορημάτων όλα άρχισαν να αλλάζουν: και μέσα μου και γύρω μου. Αισθανόμουν πια πως ο κόσμος του χωριού μου ήταν πολύ μικρός κι ότι υπήρχε κάτι παραέξω που με περίμενε.

 

* Σας ενθάρρυναν οι γονείς σας να διαβάζετε λογοτεχνία;

Αντιθέτως, η μητέρα μου με αποθάρρυνε.

 

* Τι εννοείτε;

Όταν ήμουν μαθητής Γυμνασίου, απέκτησα ξαφνικά δύσπνοια που με ταλαιπωρούσε. Οι γονείς μου έντρομοι με έτρεξαν στους γιατρούς, οι οποίοι αποφάνθηκαν πως έπρεπε να βγαίνω έξω και να μην είμαι κλεισμένος στο δωμάτιό μου διαβάζοντας. Η μητέρα μου λοιπόν ερχόταν κάθε τόσο στο δωμάτιό μου και μου έλεγε: «Άντε να βγεις με τους φίλους σου». Η μόνιμη απάντησή μου ήταν: «Δεν τελείωσα ακόμα το διάβασμα».

Είχα κρυμμένα μέσα στα σχολικά βιβλία (ευτυχώς ήταν μεγάλου σχήματος) ολιγοσέλιδα βιβλία λογοτεχνίας. Ίσως αυτός να είναι ένας απ’ τους λόγους, σκέφτομαι τώρα, που μου αρέσουν οι συλλογές διηγημάτων και οι νουβέλες.

 

* Και πότε ξεκινήσατε να γράφετε;

Έγινα συγγραφέας από ζήλεια: μου άρεσαν τόσο αυτά που διάβαζα, ώστε πολύ σύντομα είπα «Θα γράψω κι εγώ τέτοια». Γύρω στα δεκατέσσερα σκάρωσα τις πρώτες ιστορίες και τα πρώτα ποιήματα, που ήταν βέβαια κακές απομιμήσεις. Ήδη όμως απ’ τα δεκαεφτά είχα πάρει πολύ «στα σοβαρά» το γράψιμο: δούλευα καθημερινά, γράφοντας και σβήνοντας, τουλάχιστον τρεις με τέσσερις ώρες.

 

* Έχετε γράψει πολλά και σημαντικά παιδικά βιβλία που έχουν γνωρίσει επιτυχία. Υπάρχει κάποια τεχνική για να προσεγγίσουμε τον συναισθηματικό κόσμο των παιδιών;

Αυτά που χρειάζονται είναι αγάπη, σεβασμός, διακριτικότητα και βέβαια ειλικρίνεια. Και να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι τα παιδιά αλλάζουν όχι απλώς χρόνο με τον χρόνο, αλλά ημέρα με την ημέρα. Να μην ξεχνάμε ότι γράφουμε για παιδιά σύγχρονα, που ζουν στο 2017 κι όχι στο 1960... Και, προς Θεού, δεν χρειάζεται διδακτισμός. Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ καλά, δεν έχουν ανάγκη τις υποδείξεις μας.

 

* Επιστρέψατε στη λογοτεχνία ενηλίκων με το μυθιστόρημα «Μάρτυς μου ο Θεός». Γιατί επιλέξατε να γράψετε για αυτόν τον αντιήρωα, τον Χρυσοβαλάντη;

Έχω την πεποίθηση ότι δεν βρίσκει ο συγγραφέας τα θέματα, αλλά έρχονται και τον συναντούν εκείνα. Κάποια μέρα, λοιπόν, χωρίς να ξέρω γιατί, σκέφτηκα να φτιάξω έναν πολυδιάστατο ήρωα, που θα ήταν εντελώς έξω από μένα: αντιφατικός, αγαθός και πονηρός, θρησκόληπτος και θαμώνας οίκων ανοχής, λάτρης των γυναικών και μισογύνης ταυτόχρονα, βαθιά καλοσυνάτος και συνάμα ξενοφοβικός.

Οι ιστορίες μου ξεκινούν πάντα από τον ήρωα και ύστερα έρχεται το θέμα. Για να μιλήσουμε με κινηματογραφικούς όρους, είναι σαν να εστιάζει ο φακός από τις πρώτες λέξεις στο πρόσωπο του ήρωα και σιγά σιγά να ανοίγει το πλάνο και να εμφανίζεται ο κόσμος που τον περιβάλλει. Με αφορμή λοιπόν την ιστορία ενός ανθρώπου, μπορώ να μιλήσω για δεκάδες άλλα πράγματα.

 

* Είναι το «Μάρτυς μου ο Θεός» ένα ακόμα μυθιστόρημα για την κρίση;

Το «Μάρτυς μου ο Θεός» δεν αναφέρεται στην εποχή της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα -γράφτηκε άλλωστε πριν από την εκδήλωσή της. Αναφέρεται στην περίοδο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, τότε που η χώρα ευημερούσε και κινούνταν σε ευρωπαϊκούς, όπως θέλαμε να πιστεύουμε, ρυθμούς.

Παρόλα αυτά ο Χρυσοβαλάντης βρίσκεται σε κατάσταση απόγνωσης, καθώς βιώνει βαθιά κρίση σε πολλές πτυχές της ζωής του: στην προσωπική, την οικογενειακή και την επαγγελματική, αφού μένει άνεργος όταν όλοι οι γνωστοί του έχουν καλοπληρωμένες δουλειές κι αυτός (μαζί με όλα τα άλλα που κουβαλάει) γίνεται ο χαμένος και ο δακτυλοδεικτούμενος.

Υπ’ αυτήν την έννοια, το «Μάρτυς μου ο Θεός» δεν μιλάει για την οικονομική κρίση που βιώνουμε στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, αλλά για την άλλη κρίση, που ξεκίνησε πριν από δεκαετίες και ήταν πρωτίστως κοινωνική, αξιακή, πολιτιστική.

 

* Το βιβλίο τιμήθηκε το 2014 με το σημαντικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πώς αισθανθήκατε;

Αισθάνθηκα πολύ μεγάλη χαρά, τιμή και ικανοποίηση. Η βράβευση ήταν το επιστέγασμα της καλότυχης πορείας του βιβλίου, που γνώρισε απ’ την πρώτη στιγμή την αποδοχή της κριτικής και του αναγνωστικού κοινού.

 

* Το βιβλίο μεταφέρθηκε με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο σε δική σας διασκευή και σε σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη, με τον Ιωσήφ Ιωσηφίδη. Φέτος παίζεται για τρίτη χρονιά στο Θέατρο Vault. Πώς είναι αυτή η εμπειρία;

Η Καραγιάννη και ο Ιωσηφίδης αγάπησαν απ’ την πρώτη στιγμή το βιβλίο και μου ενέπνευσαν εμπιστοσύνη. Όταν πήγα να δω μία από τις τελευταίες πρόβες, είχα, όπως είναι φυσικό, αγωνία. Όμως από τα πρώτα λεπτά διαπίστωσα ότι είχε γίνει εξαιρετική δουλειά. Ήταν σαν να είχα γράψει τον ρόλο για τον Ιωσήφ και αισθανόμουν ότι, αν το είχα σκηνοθετήσει εγώ, θα ακολουθούσα την ίδια πάνω - κάτω γραμμή της Σοφίας.

 

* Το «Μάρτυς μου ο Θεός» έχει κάνει πετυχημένη πορεία στο εξωτερικό. Μιλήστε μας γι’ αυτό.

Το βιβλίο πρόκειται να μεταφραστεί σε 10 γλώσσες. Μέχρι στιγμής έχει κυκλοφορήσει στην Κροατία, στη Σερβία, στα Σκόπια και στην Αλβανία και θα ακολουθήσουν η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Γεωργία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Πολωνία. Κι επίσης υπάρχει ενδιαφέρον μέχρι τώρα από άλλες τρεις χώρες.

 

* Ποια συμβουλή θα δίνατε στους επίδοξους συγγραφείς;

Να διαβάζουν πολύ, να γράφουν πολύ και να πετάνε εξίσου πολύ... Η «λογοτεχνία» -είχε πει κάποτε, πολύ σοφά, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς- «γράφεται με το μολύβι και το ψαλίδι».

 

Δείτε όλα τα σχόλια