Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στο τέλος οι Γαλάτες πάντα νικούν

Μάλλον, σκέφτηκε ο ασκητής, πρέπει κάποιος να διαθέτει περίσσευμα άγνοιας κινδύνου, για δηλώνει ότι δεν θα ανεχθεί φαινόμενα γαλατικού χωριού στην ελληνική επικράτεια.

Μάλλον, σκέφτηκε ο ασκητής, πρέπει κάποιος να διαθέτει περίσσευμα άγνοιας κινδύνου, για δηλώνει ότι δεν θα ανεχθεί φαινόμενα γαλατικού χωριού στην ελληνική επικράτεια. Θέλει και περίσσευμα οίησης να θεωρείς ότι είσαι ο Ιούλιος Καίσαρας. Αυτά σκεφτόταν ο άνθρωπος του Θεού, όταν ένας κρότος ακούστηκε από την πόρτα του κελιού του που έσπαγε. Πάνοπλοι εκαμίτες μπήκαν μέσα και τον διέταξαν να τους ακολουθήσει. Ήταν η ώρα 4η πρωινή.

-Αρκούσε να μου χτυπήσετε την πόρτα και θα σας άνοιγα, είπε ο ασκητής με χαμόγελο.

Ήξερε όμως κατά βάθος πως τα "τάγματα εφόδου" ήθελαν να σπείρουν τρόμο, και όχι να λειτουργήσουν με κανόνες ευπρέπειας. Αυτές τις διαταγές είχαν. Πέταξαν όλα του τα βιβλία κάτω, είδε με πόνο το βιβλίο με κείμενα του αββά Ισαάκ του Σύρου να γίνεται ένα με τον "ηλιακό πρωκτό" και σκέφτηκε πως η μοίρα παίζει παράξενα παιχνίδια. Γιατί αυτά τα δύο είχαν πια γίνει ένα μέσα στο μυαλό του και σήμερα γίνονταν ένα κάτω από την αστυνομική μπότα. Τον έβαλαν μέσα σ' ένα καμιόνι και τράβηξαν κατά την Σαλονίκη. Μέσα στο καμιόνι ήταν κι άλλοι. Γυναίκες, παιδιά, άντρες, γέροι και γερόντισσες, άλλοι τραγουδούσαν παλιά τραγούδια του ΕΑΜ κι άλλοι γέλαγαν λες και πηγαίναν εκδρομή. Ο ασκητής απόρησε κι εκείνοι του εξήγησαν πως έχουν πια περάσει από το στάδιο του θυμού και της οργής και φτάνουν στο ανώτερο στάδιο αυτού του γέλιου. Τα καμιόνια τα συνόδευαν πολλά αυτοκίνητα και κόσμος πολύς με νταούλια και μουσικές πήγαινε στην αστυνομική διεύθυνση της Σαλονίκης.

Τον ασκητή τον έβαλαν σ' ένα κελί μαζί με δυο πόρνες από τον Βαρδάρη και πέντε μετανάστες. Μέρες του Απρίλη του 2013, είπε ο ασκητής και άρχισε να διαβάζει ένα μικρό βιβλίο που το 'χε κρυμμένο στο ράσο του, έτσι για μια δύσκολη ώρα. Ήταν ποιήματα του Νίκου Καββαδία. Πάντα αγαπούσε τον Καββαδία, από μικρός. Και τώρα που 'ταν κλεισμένος σ' ένα στενό χώρο, είχε ανάγκη να διαβάσει για τις ανοικτές θάλασσες. "Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη...". Όμως η πόλη δεν κοιμόταν. Μυστικά, λες και ένα ρεύμα την είχε διαπεράσει, σκιές έβγαιναν από τα σπίτια τους, πολλές σκιές, μαζί και οι καπνεργάτες του '36, και πήγαιναν κατά την αστυνομική διεύθυνση. Σαν μια λιτανεία μυστική και άχρονη. Τον ειδοποίησαν ότι είχε επισκεπτήριο. Τον οδήγησαν σ' ένα γραφείο και είδε την αγαπημένη φίλη του λίγο ανήσυχη.

-Τα έμαθα κι έψαχνα να σε βρω, του είπε.

-Μην ανησυχείς. Όλα γίνονται όπως πρέπει. Ο υπουργός θαρρεί πως είναι ο Καίσαρας και σε λίγο θα μαζεύει τα αποκαΐδια του. Άλλωστε περνώ καλά εδώ, στο κελί μου, είμαι μαζί με φίλους του Θεού.

-Ούτε το ράσο δεν σε έσωσε.

-Το ράσο δεν με έσωσε ποτέ, και το ξέρεις. Είναι ένα ρούχο πρακτικό και τίποτε περισσότερο.

Η σκληράδα της φωνής του ήταν πρωτόγνωρη. Απλώς οι μνήμες γυρνούσαν επιτακτικές και θυμόταν πώς έφυγε τότε από τις ιερές σπουδές, σ' αυτή την ίδια πόλη. Τότε που έγινε ερημίτης ψυχικός. Αλλά αυτά είναι παλιά πράγματα, υποθέσεις που δεν αφορούν στο παρόν. Άγγιξε το χέρι της αγαπημένης του φίλης.

-Μην σκιάζεσαι, σε λίγο θα είμαστε ελεύθεροι, έρχονται χιλιάδες, αυτό έχουμε μπροστά μας, μια εξουσία που καταρρέει, και μέσα στον τρόμο της σκορπίζει τρόμο, μπας και σώσει κάτι από τα τελευταία απομεινάρια της.

Ο αστυνομικός που τους παρακολουθούσε διέταξε να συντομεύουν. Ο ασκητής τον κοίταξε με βλέμμα γαλήνιο.

-Τι φοβάσαι, άνθρωπε, τον ρώτησε; Τι φοβάσαι; Σε λίγο όλα θα έχουν τελειώσει.

Μυριάδες κόσμου είχαν μαζευτεί έξω από την αστυνομία.

-Καιρός να φεύγουμε, είπε ο ασκητής.

Πήρε από το χέρι την αγαπημένη του φίλη, άνοιξε το κελί του, έβγαλε έξω τις πόρνες και τους μετανάστες, πέρασαν ανάμεσα από τους αστυνομικούς που ασάλευτοι τους παρακολουθούσαν, και βγήκαν έξω. Χάθηκαν μέσα στους χιλιάδες, και τράβηξαν κατά την θάλασσα. Ο ήλιος έβγαινε πάνω από τον Θερμαϊκό, η Σαλονίκη όμως είχε ξυπνήσει από το βράδυ. Ο υπουργός μπήκε στο πρώτο ελικόπτερο κι έφυγε.

-Είδες, είπε ο ασκητής, οι Γαλάτες στο τέλος νικούν. Εκείνη γέλασε και του είπε πειρακτικά:

-Είχες πει ότι σ' ένα όνειρό σου είδες πως δεν θα ξανάγραφες ποτέ.

-Έτσι είναι τα όνειρα, ενοχλητικές υπομνήσεις του φθαρτού.

Δείτε όλα τα σχόλια