Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δέος για τα ανθρώπινα

ΒΙΒΛΙΟ


Της Ευγενίας Μπογιάνου

 

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος, στην καινούργια νουβέλα του «Μαύρο νερό», έχοντας λες αγγίξει με τα μύχια της ψυχής του την «ανοιχτή» σε όλα τα ανθρώπινα πένα του Παπαδιαμάντη (εκεί όπου η αγάπη και η συμπόνια για τον Άλλο είναι μια άφατη χειρονομία τρυφερότητας), φορτώνεται στην πλάτη του (όπως ο Πατέρας τον Χριστόφορο) τα αδύναμα, ανήμπορα πλάσματα ενός κατεστραμμένου κόσμου και με φόντο το γνωστό περιβάλλον των βουνών της Ηπείρου (που τόσο έχει αγαπήσει και αναδείξει με το έργο του), γράφει μια ιστορία αγάπης, αφοσίωσης, ακόμη και ομορφιάς, όταν όλα γύρω συνηγορούν για το αντίθετο.

Τα αδικημένα πλάσματα είναι αυτά που πιο πολύ τον απασχολούν. Ας μην ξεχνάμε τη μικρούλα Τσότσηγια από την προηγούμενη νουβέλα του. Πλάσματα όμως που δεν υστερούν αλλά που, μέσα στα ισχνά και σακάτικα κορμιά τους, φωλιάζουν ψυχές με άλλα χαρίσματα, υπερκόσμια κάποιες φορές, απ’ αυτά που ίσως δεν γίνονται αντιληπτά με την πρώτη ματιά, αλλά που δεν παύουν να χαρακτηρίζουν ψυχισμούς που συγχρονίζονται με τα αφανή.

Στην εν λόγω νουβέλα, μια οικολογική καταστροφή δεν έχει αφήσει τίποτα όρθιο. Όλα είναι νεκρά, ακόμη κι αυτά που δείχνουν να έχουν ακόμη λίγη ζωή μέσα τους. Το νερό είναι μολυσμένο, ό,τι αγγίζει μολύνεται κι αυτό. Η γη γίνεται αφιλόξενη, ενέχει κινδύνους, ορατούς και αόρατους. Μια ομάδα ανθρώπων, ηλικιωμένοι στο σύνολό τους ή τόσο βασανισμένοι που μοιάζουν ως τέτοιοι, παρ’ όλες τις δελεαστικές προτάσεις που δέχονται για καινούργια σπίτια στα Γιάννενα, αρνούνται να αφήσουν τον τόπο τους, αρνούνται ν’ αφήσουν πίσω τους νεκρούς τους, τα φαντάσματά τους. Δεν ρωτήθηκαν για τη ζωή τους και η μόνη πράξη αντίστασης που τους απομένει, η μόνη πράξη ελευθερίας, είναι να αποφασίσουν εκείνοι το πού θα πεθάνουν. Τα καινούργια σπίτια που τους υπόσχονται δεν κουβαλάνε μνήμες, δεν έχουν «ιστορικότητα», τα οικεία φαντάσματα δεν τα κατοικούν, τα θολά μάτια των πεθαμένων παύουν να κοιτάζουν μέσα από τα σκονισμένα κάδρα. Τη μνήμη τους προσπαθούν να σώσουν οι άνθρωποι, αυτή που δίνει «συνέχεια» και συνέπεια στη ζωή τους. Αυτή που δίνει ταυτότητα στα σπαραγμένα κορμιά τους.

Η ερημιά γύρω απλώνεται μέρα με τη μέρα, αλλά μικρές φλόγες μνήμης φωτίζουν την κάθε στιγμή τους. Όταν όμως παύει να έρχεται το λεωφορείο, το τελευταίο μέσο που τους συνέδεε με τον «έξω» κόσμο, ζόφος ακόμη πιο βαθύς απλώνεται και η απόγνωση κατακλύζει τα πάντα. Βουλιάζουν μέσα της. Ένα βύθισμα δίχως τέλος.

Και στο κέντρο της αφήγησης η μορφή του Πατέρα που φροντίζει τον ανάπηρο Χριστόφορο. Δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά του, όλες οι άλλες ιδιότητες, αυτές που καθόριζαν άλλοτε την προσωπικότητά του, έχουν περιοριστεί -ένας ιδιότυπος περιορισμός αφοσίωσης και αγάπης- στην έννοια του Πατέρα, του ταγμένου να υπηρετεί, ν’ απαλύνει τις πληγές και να καθοδηγεί την καθημαγμένη σιωπηλή ύπαρξη του Χριστόφορου.

Διέξοδοι όμως πάντα υπάρχουν. Και η μεγαλύτερη απ’ όλες, η γλώσσα. Οι λέξεις που διηγούνται ιστορίες, όπως αυτές που διαβάζει με θρησκευτική προσήλωση ο Χριστόφορος, είτε πρόκειται για αστυνομικές είτε πρόκειται για Τολστόι είτε για κείμενα της Αγίας Γραφής. Οι λέξεις και η ομορφιά της φύσης, καθώς την ατενίζουν από ψηλά και μπορούν να την φανταστούν όπως ήταν κάποτε, όπως δεν θα είναι ποτέ ξανά.

Ο Μακρόπουλος δεν καθοδηγεί, οδηγεί όμως τα βήματά μας σ’ έναν κόσμο όπου η ομορφιά που κρύβεται μέσα στις ψυχές των ανθρώπων καταλήγει, κόντρα σε όλα τα δεδομένα, σ’ έναν τόπο φωτεινό. Σε έναν τόπο όπου οι επιθυμίες έχουν τη δύναμη να πραγματοποιούνται. Και «όσο κρατήσει». Στιβαρή, λιτή γλώσσα, βαθύ αίσθημα, ανυπόκριτη ματιά, που αγκαλιάζει, σχεδόν με δέος, όλα τα ανθρώπινα.

Info

Μιχάλης Μακρόπουλος, «Μαύρο νερό»

Εκδ. Κίχλη

80 σελ. Τιμή:10 ευρώ

Δείτε όλα τα σχόλια