Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ηλίας Βολιότης - Καπετανάκης: Το ρεμπέτικο είναι ένα πορτρέτο της κοινωνίας

"Το ρεμπέτικο είναι ένα πορτρέτο της κοινωνίας" λέει ο Ηλίας Βολιότης - Καπετανάκης και ως τέτοιο το ιχνογραφεί στο τελευταίο του βιβλίο "Αδέσποτες Μελωδίες. Αείζωτοι λαϊκοί καημοί" (εκδ. Μετρονόμος), στο οποίο ανθολογεί και αναλύει τις εκδοχές και τις επιρροές του.

Ερευνώντας για μισό αιώνα περίπου το λαϊκό αστικό τραγούδι, ο γνωστός ερευνητής και δημοσιογράφος υποστηρίζει ότι "δεν υπάρχει έκφανση της ελληνικής κοινωνίας που να μη φωτογραφίζεται και να μην εκφράζεται από το ρεμπέτικο τραγούδι. Από πολιτικές εξελίξεις μέχρι εγκλήματα πάθους, από κοινωνικές καταστάσεις μέχρι φυσικές καταστροφές" και μιλάει για την προέλευση του ονόματος και την ιστορία του, τον τρόπο που επηρεάζει ακόμα και σήμερα τη λαϊκή μουσική, τη διασύνδεσή του με την κοινωνία, τις αιτίες που συνειρμικά το συνδέουν με την παραβατικότητα, αλλά και για την πρόσφατη εγγραφή του στον κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO.

 

Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη

 

* Tι ακριβώς επιχειρείτε με το βιβλίο;

Δεν υπάρχει έκφανση της ελληνικής κοινωνίας που να μην φωτογραφίζεται και να εκφράζεται από το ρεμπέτικο τραγούδι. Από πολιτικές εξελίξεις μέχρι εγκλήματα πάθους, από κοινωνικές καταστάσεις μέχρι φυσικές καταστροφές, τραγούδια για βασιλιάδες, πρωθυπουργούς, ληστές, αθλητικούς μύθους κ.ά. Με αυτή τη λογική είναι ένα πορτρέτο της κοινωνίας όσο διαρκεί το ρεμπέτικο τραγούδι, δηλαδή από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1955 που κλείνει ο παραγωγικός του κύκλος με τον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ανθολογούνται λοιπόν γύρω στα 60 δισκογραφημένα τραγούδια που αναφέρονται σε γεγονότα που απασχόλησαν έντονα την κοινή γνώμη, δηλαδή το ρεμπέτικο είναι το χρονογράφημα της κοινωνίας, λειτουργεί εν είδει εφημερίδας. Από την άλλη αναφέρομαι στους αμανέδες της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης. Είναι μια πρωτότυπη εργασία που δημοσιεύεται για πρώτη φορά.

Εξετάζω αυτό το μουσικό είδος στις βασικές του εκφάνσεις, το οποίο προίκισε και ακόμα τροφοδοτεί με μοναδικές μελωδίες και εμπνεύσεις τη λαϊκή μας μουσική. Από τις πρώτες δισκογραφήσεις του 1905 ή 1908 μέχρι όταν απαγορεύτηκε από τη δικτατορία του Μεταξά και οι μεγάλοι συνθέτες περνούσαν τις μελωδίες των αμανέδων "μισοκρυμμένες μες τες φράσεις τους".

Παρουσιάζονται τωρινά τραγούδια που αντλούν οι συνθέτες τους εμπνεύσεις από αυτά τα μοναδικά μουσικά έργα. Μια άλλη εικόνα είναι οι παραδοσιακές μελωδίες που οι λαοί της βαλκανικής δουλεύουν καθένας με την ιδιοσυγκρασία του. Ενδεικτικά εξετάζονται περίπου σαράντα τέτοιες μελωδίες, πως δισκογραφούνται μέχρι τις μέρες μας.

* Μεγάλο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στην προέλευση του όρου ρεμπέτικο και στα στοιχεία της ταυτότητάς του. Ποια είναι η ιστορία του;

Έχουν γραφτεί πολλά ανιστόρητα. Εδώ και χρόνια υποστηρίζω ότι το ρεμπέτικο είναι η ποιοτική μετεξέλιξη της εγχώριας δημοτικής παράδοσης, της ανατολικής και βαλκανικής προίκας, στις συνθήκες συγκρότησης και παγίωσης των προβληματικών ελληνικών πόλεων. Προσθέστε εδώ τη μετανάστευση στα σκλαβοπάζαρα των ΗΠΑ και την τεράστια εσωτερική μετανάστευση.

 

* Πώς ακριβώς συντελείται αυτή η μετεξέλιξη;

Όλοι αυτοί οι πληθυσμοί που συρρέουν στις πόλεις έχουν κάποια τραγούδια. Στο αστικό κέντρο πολλαπλασιάζονται θεαματικά οι φορείς, οι δέκτες, οι παραγωγοί μουσικού έργου και συντίθεται πλέον στις συνθήκες του αστικού κέντρου, υπό την επίδραση ευρύτερων κοινωνικών καταστάσεων και πολιτικών εξελίξεων. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σε μία πόλη με τα δικά τους τραγούδια συμπλέκονται και δημιουργείται ένα καινούργιο είδος. Για να το πω παραστατικά, σκεφτείτε το ποτάμι του Ηράκλειτου. Κυλάει συνέχεια, κανείς δεν μπορεί να μπει δυο φορές στον ρου του και πέφτουν μέσα από γάργαρα νερά μέχρι λύματα. Παραμένει όμως ποτάμι και βγαίνει στη θάλασσα. Αυτό είναι το ρεμπέτικο τραγούδι, που συρρέει, δροσίζει και εκβάλλει στη θάλασσα της ψυχής μας.

 

* Ο όρος ρεμπέτικο από πού προήλθε;

Στο βιβλίο αποδεικνύεται, μέσα από αρχαία κείμενα και νεότερες μαρτυρίες, ότι μπορεί να υπάρχει μια πιο ελληνική, πιο ελληνόφωνη προέλευση από τις διάφορες αστειότητες που λένε ορισμένοι ερευνητές. Για παράδειγμα, από την τουρκική λέξη ρεμπέτ ασκέρ, που δεν υπάρχει στα τουρκικά. Το όνομα ρεμπέτικο προέρχεται από το πανάρχαιο ελληνικό ρήμα ρέμβω - ρέμβομαι, και στα βυζαντινά ρέμπω - ρέμπομαι. Σημαίνει τριγυρίζω, διαβαίνω, αλητεύω, περιοδεύω, γυρίζω από 'δώ και από 'κεί. Μεταφορικά περιέχεται και το συναίσθημα που προκύπτει από αυτόν τον τρόπο ζωής, σήμερα λέμε ρεμβάζω, ρέμβη.

 

* Και πώς κατέληξε το ρεμπέτικο να συνδέεται συνειρμικά με το περιθώριο;

Ας όψονται διάφοροι ανιστόρητοι ερευνητές, με ή χωρίς εισαγωγικά, και συλλέκτες δίσκων γραμμοφώνων, που τα κονόμισαν χοντρά και κατ' ουσίαν εξυπηρέτησαν ιδεολογικά την ξενόδουλη εξουσία στην Ελλάδα η οποία κάθε λαϊκό, από το δημοτικό τραγούδι μέχρι το ρεμπέτικο, το καταδίκαζαν, το πετροβολούσαν είτε ως προϊόν σκλαβιάς, είτε ως περιθωριακά φαινόμενα χασικλίδων και φυλακισμένων. Αληθινά, το ρεμπέτικο τραγούδι ήταν... περιθωριακό και διωγμένο, σε σημείο ώστε από τις 24.000 ηχογραφήματα στις 78 στροφές, τα 14.000 με 16.000 να είναι ρεμπέτικα και δημοτικοφανή που κυκλοφορούσαν αβέρτα οι εταιρείες, μέχρι το '55!

Το ρεμπέτικο ήταν... απαγορευμένο ώστε όταν η Αθήνα είχε 8.000 με 10.000 γραμμόφωνα, η "Φαληριώτισσα" του Παπαϊωάννου πούλησε πάνω από 15.000 αντίτυπα! Η "Κακούργα πεθερά" του Μοντανάρη είναι το εμπορικότερο ελληνικό τραγούδι μέχρι το '59. Η "Βραδυνή" στις 18 Ιουλίου του 1931 γράφει ότι "σε 15 ημέρες πωλούνται 2.500 αντίτυπα" και σε λίγους μήνες συμπληρώνεται το μυθικό ρεκόρ των 90.000 αντιτύπων που ξεπερνιέται μόνο το 1959 από το "Γκρίζο γατί" του Μάνου Χατζιδάκι. Για ποιο περιθώριο και για ποιες απαγορεύσεις μιλάνε όλοι αυτοί;

 

* Πώς σκιαγραφείται το πορτρέτο του ρεμπέτη;

Μέσα από τα ίδια τα τραγούδια. Υπάρχουν πανέμορφα τραγούδια που αναφέρονται στη ρεμπέτικη ζωή, όχι σαν περιθωριακή δράση αλλά σαν καθημερινή ζωή του μέσου πολίτη, του εργαζόμενου, του μεσοπολέμου και μετέπειτα που αναζητάει εκτόνωση από τα βάσανα του. Για πρώτη φορά σκιαγραφείται το ψυχογράφημα του ρεμπέτη και οι παράμετροι της καλλιτεχνικής του δημιουργίας μέσα από τη ζωή και το έργο του πατριάρχη Μάρκου Βαμβακάρη. Για παράδειγμα, ο άτυχος πρώτος γάμος του αποτυπώνεται με πρωτόγονη ομορφιά και δωρική δύναμη σε όλα του τα τραγούδια που γράφει πριν από το 1946.

 

* Εσύ πότε άρχισες να ερευνάς το ρεμπέτικο;

Το χαρακτηριστικό αυτού του βιβλίου μπορεί να συνοψιστεί σε 45 χρόνια εργασίας, από τότε που ο αείμνηστος Μπάμπης Γκολές μου έδωσε στην Πάτρα με αυθεντικά ρεμπέτικα τραγούδια, μέχρι σήμερα είχαν συσσωρευτεί στο αρχείο μου χιλιάδες τραγούδια. Στις "Αδέσποτες μελωδίες. Αείζωοι λαϊκοί καημοί" ανθολογείται όλη αυτή η συλλογή. Αυτό το βιβλίο είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας, προηγήθηκαν το "Μάγκες αλήστου εποχής" και το "Μουσικό σεργιάνι". Προσθέστε εδώ δυο ακόμα πιο θεωρητικά έργα για την ελληνική μουσική, τα "Μούσα πολυτροπος" και "Του κυρίου του η φωνή. Ιστορία της δισκογραφίας", όλα από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Νά 'μαστε καλά, πολύ σύντομα συμπληρώνουμε μισό αιώνα έρευνας, και αγάπης για την ελληνική λαϊκή μουσική.

 

* Πρόσφατα το ρεμπέτικο εγγράφηκε στον κατάλογο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO.

Καιρός δεν ήταν; Είναι μια καθυστερημένη παγκόσμια αναγνώριση στο επίπεδο της αστικής εξουσίας. Γιατί ακόμα και σε όλο τον κόσμο το ρεμπέτικο, εδώ και τουλάχιστον 40 χρόνια έχει πολλούς φανατικούς θαυμαστές. Για παράδειγμα η "Μισιρλού" του Ρουμπάνη παίζεται, διασκευάζεται από το 1945 μέχρι σήμερα σε όλο τον κόσμο. Η πολύ θετική αυτή ενέργεια της UNESCO ελπίζω να είναι μια ακόμα αφετηρία για μεγαλύτερη μέθεξη της παγκόσμιας κοινότητας με το ρεμπέτικο τραγούδι.

Δείτε όλα τα σχόλια