Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια σε σονάτες Σούμπερτ

Πέρα από διερμηνεία της γραπτής και άρρητης βούλησης ενός μουσουργού, η δεξιοτεχνία αποτελεί την κατ’ εξοχήν εκδήλωση προσωπικής έκφρασης του καλλιτέχνη. Οι σημαντικοί...

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

Πέρα από διερμηνεία της γραπτής και άρρητης βούλησης ενός μουσουργού, η δεξιοτεχνία αποτελεί την κατ’ εξοχήν εκδήλωση προσωπικής έκφρασης του καλλιτέχνη. Οι σημαντικοί ανάμεσά τους κατορθώνουν να πείσουν ότι η δική τους, ενδεχομένως αιρετική, πρόσληψη του έργου είναι δυνατόν να φιλοξενηθεί στα όρια του αριστουργήματος που καλούνται να υπηρετήσουν, λειτουργώντας ως ζωογόνος μηχανισμός πιστοποίησης κορυφαίων επιτευγμάτων του ανθρώπινου πνεύματος. Έτσι η αλήθεια του καλλιτέχνη συστεγάζεται πολλαπλασιαστικά με εκείνη του δημιουργού.

Μια από τις πιο βιωματικά φορτισμένες σχολές στην ιστορία του πιάνου είναι ασφαλώς η αποκαλούμενη, με μεγάλη δόση ιστορικής γενίκευσης, ρωσική. Με γενάρχες τόσο διαφορετικούς, όπως οι Αλεξάντερ Γκόλντενβάιζερ, Σαμουήλ Φάινμπεργκ, Χάινριχ Νώυχάουζ και Κονσταντίν Ιγκούμνοφ, υπάρχει ωστόσο ένα ερμηνευτικό στοιχείο που κυριαρχεί ενοποιητικά για τη σχολή αυτή. Εκείνο που η αυστριακής υπηκοότητας Elisabeth Leonskaja (*1945), διακεκριμένη εκπρόσωπός της, χαρακτηρίζει «εστίαση στην προσωπικότητα». Και το επεξηγεί χωρίς μισόλογα: «Σημαντικό είναι τι κάνεις και ποιος είσαι. Καμιά ιδέα για το τι είναι καλό ή κακό. Κανένας δογματισμός. Ποτέ!».

Ο συνδυασμός αυτής της αρχής με το υψηλό επίπεδο που η ίδια αναγνώριζε στους συμμαθητές της στο Ωδείο της Μόσχας, αν και το είχε πλαισιώσει μετά το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό «Ζωρζ Ενέσκου», καθώς και με ακραίες βιογραφικές δοκιμασίες πολλών από τους επιφανείς της σχολής, επεξηγεί επαρκώς την ερμηνευτική της ταυτότητα, όπως εκδηλώθηκε και κατά την παρακολούθηση του δεύτερου από τρία ρεσιτάλ της, προσφυώς προγραμματισμένα για την αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Μια τριλογία από τις 21 σονάτες του Franz Schubert, σώμα το οποίο η καλλιτέχνις ευαγγελίζεται με αταλάντευτη συνέπεια.

Γεννημένη στην Τιφλίδα, Ρωσίδα με αστερίσκο στη Μόσχα λόγω της Εβραίας μητέρας της και κάτοικος Βιέννης από το 1978, η Λεόνσκαγια ξένισε πεπειραμένους ακροατές της το βράδυ της 29ης Νοεμβρίου με τις αγέλαστες ερμηνείες της, ενισχύοντας σε εμάς τη (δισκογραφική) ανάκληση της μεγάλης προκατόχου της Maria Grinberg, ακόμη πιο σκυθρωπής είτε ερμήνευε Μπετόβεν είτε Ραχμάνινωφ.

Ο Σούμπερτ της Λεόνσκαγια όμως δεν κρυφοκοίταζε άκριτα τον Μπετόβεν, όπως κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει σε περίπτωση λιγότερο διακεκριμένου ερμηνευτή. Αντιθέτως αναδιατύπωνε το ρομαντικό εκφραστικό εύρος του Σούμπερτ στο πλαίσιο αυτής της ρωσικής «σχολής», με ενεπίγνωτη σοβαρότητα, όπου η «οδοιπορική» περιπλάνηση του πρώιμου ρομαντισμού εμβολιάζεται με μειδιάματα πιο βεβιασμένα και, ενίοτε, πιο σαρκαστικά.

Η πάλαι ποτέ συνεργάτις του Σβιατοσλάβ Ρίχτερ προσάρμοσε τον επιβλητικό και ρωμαλέο ήχο της στην ακουστική της μικρής αίθουσας (κοινή η αγάπη τους γι’ αυτές!), όπου υπερασπίσθηκε τρεις σονάτες αντιπροσωπευτικές διαφορετικών δημιουργικών περιόδων του Βιεννέζου μουσουργού.

Με την πεποίθηση ότι οι πρώιμες σονάτες του είναι μεταβατικές για την κατάκτηση εποπτείας της φόρμας, η Λεόνσκαγια προσπόρισε στη σύνθετη πενταμερή υπ. αρ. κατ. Deutsch 459[&459a], που εγκαινίασε το ρεσιτάλ, εντυπωσιακά αβίαστο και συνεκτικό ενδιαφέρον, αφήνοντας τη μουσική να ρεύσει με φυσικότητα, χωρίς υπερβολικές ρυθμικές, δυναμικές και εκφραστικές ταλαντώσεις. Έτσι, το chiaroscuro θλίψης και ανεμελιάς στο adagio αναδείχθηκε με αφοπλιστική εντιμότητα, ενώ το τελικό allegro patetico εντυπωσίασε με την κλιμάκωση της ανάπτυξής του.

Ομοίως, στη «μικρή σε λα μείζονα» σονάτα D.664 απολαύσαμε την αδρή ποιητικότητα του andante, αλλά και την εκρηκτική ισχύ μιας εξέχουσας δακτυλικής και διανοητικής καθαρότητας.

Η καλλιτέχνις ολοκλήρωσε το πρόγραμμά της με τη σονάτα σε λα ελάσσονα D.845, που η ίδια αξιολογεί ως ισάξια εκείνων του Μπετόβεν. Και σε αυτή τη συμφωνικής φιλοδοξίας και διάρκειας σύνθεση η μουσική ανέπτυξε όλο το αρχιτεκτονικό, δεξιοτεχνικό και εκφραστικό της διαμέτρημα, βαρυσήμαντη, με επίζηλη καθαρότητα ήχου ακόμη και στις πλέον θορυβώδεις σελίδες της. Και βέβαια με τον απαράλλαχτο τρόπο σμίλευσης μιας φράσης που η ίδια αναγνωρίζει ως ρωσικό σε σπουδαίους ομογάλακτούς της, όπως ο Μιχαήλ Πλέτνιεφ και ο Γκριγκόρι Σόκολωφ. «Είναι φυσικό να είναι έτσι», ενίσταται. «Έχουν ρωσική καρδιά, πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;». Εμείς θα της το αρνηθούμε;

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Διπλή μάχη

Τη Δευτέρα ξεκινά και επίσημα ο προεκλογικός αγώνας με την παρουσίαση του ευρωψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία από τον Αλέξη Τσίπρα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ένας αγώνας που δίνεται...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο