Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Όπερα από την ΕΛΣ για το θέρος

Επίμετρο της καλλιτεχνικής περιόδου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής αποτέλεσε η αναβίωση (8 και 10.7) δυσεύρετου συνδυασμού έργων του Τζάκομο Πουτσίνι, τα οποία, από κοινού με τον κωμικό «Gianni Schicchi», συναπαρτίζουν την τριλογία του «Il Trittico». Με νωπή ακόμη την εσφαλμένη αναβίωση των «Βακχών» του Ιάννη Ξενάκη, που αποκάλυψε συστημικές αδυναμίες αρμοδίων και σχολιαστών τους, τα μονόπρακτα «Suor Angelica» και «Il Tabarro» στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής, έστω και με τις επιφυλάξεις ενός νεανικού - πειραματικού πλαισίου παραγωγής (το επιδοτούμενο από το Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση πρόγραμμα «Οι νέοι της όπερας» με υπεύθυνο τον παλαίμαχο πυλώνα του θεάτρου Βαγγέλη Χατζησίμο), υπήρξε πολλαπλώς ευπρόσδεκτη, αφού λειτούργησε και ως αναβάπτιση σε μια ανανεωτική μελοδραματική ορθοδοξία, χάρη και στη -μη αντιμαχόμενη τη μουσική- σκηνοθεσία (Νικολέτα Φιλόσογλου), σκηνογραφία και ενδυματολογία (Αλεξία Θεοδωράκη).

Αποκλειστικά γυναικεία είναι η πλοκή της «Αδελφής Αγγελικής». Στην απατηλή γαλήνη της μοναστικής ζωής αποκαλύπτεται σταδιακά -και με καταλύτη την εισβολή στον χώρο της Θείας Πριγκίπισσας- ένα προσωπικό δράμα. Η κοινωνικά ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και η αποξένωση μιας άγαμης μητέρας από το εν τω μεταξύ μεταστάν νήπιό της, κατάσταση που πυροδότησε έντονες προσωπογραφίες από τις εμπλεκόμενες καλλιτέχνιδες. Κυρίως ανέδειξε φωνητικές και υποκριτικές δυνατότητες της υψιφώνου Ελένης Κομνή ως της επώνυμης αριστοκράτισσας μοναχής, κάπως άωρης μεν ακόμη για τον Πουτσίνι από άποψη τονικής πληρότητας, αλλά με ενσυναίσθηση της γραμμής και λιτότητα στην ενσάρκωση. Η παράσταση υπενθύμισε περαιτέρω άλλες επιτυχείς επιδόσεις της εκλεκτής μεσοφώνου Μαρίας Βλαχοπούλου, που σκιαγράφησε τη Θεία Πριγκίπισσα με πλούσιο και βαθύ ήχο, χωρίς υπερβολή στηθικής καταφυγής και με όλη την κυνική αποστασιοποίηση και υπεροψία που δικαιώνει τον ρόλο. Από τον αξιομνημόνευτο όμιλο αδελφών της μονής εξαίρουμε την Ηγουμένη της Λεονώρας Γαϊτάνου και την Αδελφή ζηλώτρια της δυναμικής Μαρισίας Παπαλεξίου.

Μια εκτός σκηνής παιδική απώλεια πλανάται ομοίως πάνω από τον «Μανδύα», δράμα ζεύγους αποξενωμένων συζύγων, που άκληροι πια τελματώνονται μέσα στις πνιγηρές λέμβους της όχθης του Σηκουάνα. Η αποξένωση του μεταφορέα Μικέλε από την προφανώς νεότερή του Τζορτζέτα ενισχύει το απελπισμένο όσο και εκρηκτικό πάθος της για τον νεαρό εργάτη Λουίτζι με μοιραία κατάληξη τη δολοφονία του νέου από τον απατημένο. Η μουσική διεύθυνση του Μιχάλη Παπαπέτρου, ρέουσα στον αφηγηματικό λυρισμό του πρώτου έργου, φάνηκε πολύ πιο σπασμωδική και αβέβαιη στη διαχείριση των αλλεπάλληλων δραματικών μεταπτώσεων του άλλου, γεγονός όχι άσχετο ενδεχομένως με αδυναμίες πρωταγωνιστών. Ο βαρύτονος Γιάννης Σταματάκης (Μικέλε) διαθέτει ωραία φύση φωνής, αλλά το τραγούδι του παρουσίαζε ενδημική τραχύτητα, δηλωτική εισέτι ανεπίλυτων προβλημάτων τεχνικής. Ομοίως η σποραδικά χειμαρρώδης εκφορά του τενόρου Χρήστου Δεληζώνα ως Λουίτζι δυσχερώς απέκρυπτε ερασιτεχνικά όρια στην απόδοσή του. Η Τζορτζέτα, πάλι, βοά για μεγαλύτερη φωνητική ωρίμανση από εκείνην της καλλιεπούς Ελεάννας Κωνσταντά. Σημειώνουμε βεβαίως την παρουσία ορισμένων ισχυρών δευτεραγωνιστών (Λ. Γαϊτάνου, Γιώργος Παπαδημητρίου), «Ο Μανδύας» όμως επιτάσσει άλλης τάξεως γενικό επίπεδο εντέλειας για να ευοδωθεί. Ο σαρωτικός Πουτσίνι φυσικά πάντοτε επικρατεί!

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ποιες Πρέσπες; Οι συντάξεις είναι το θέμα του

Απλή λογική: Αν ο Κ. Μητσοτάκης πιστεύει στα σοβαρά ότι η κυβέρνηση παζάρεψε το μακεδονικό με τις συντάξεις, προφανώς θεωρεί ότι οι Ευρωπαίοι θέλουν να λυθεί το μακεδονικό εις βάρος της Ελλάδας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο