Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Νεραϊδοβασίλισσα" του Πέρσελ με άλλο στόρι από την ΕΛΣ

Οι σκηνικές μουσικές του Έντβαρντ Γκρηγκ, για τον «Πέερ Γκυντ» του Χένρυκ Ίμπσεν, και του Φέλιξ Μέντελσον - Μπαρτόλντυ, για το «Όνειρο Θερινής Νυκτός» του Γουίλλιαμ Σαίξπηρ, είναι οι διαχρονικά επιτυχέστερες του είδους αυτού, αφού υπηρετούν ατμοσφαιρικά το θεατρικό κείμενο και με αυτοτελώς αξιομνημόνευτη μελωδικότητα. Μέρη της πρώτης μάλιστα ακούσαμε στην ενδιαφέρουσα παραγωγή του Δημήτρη Λιγνάδη για το Εθνικό Θέατρο, χωρίς αναφορά του μουσουργού στην οικεία καταχώριση του προγράμματος, ώστε θεατρικές κριτικές να μην πιστώνουν ούτε κατ’ ελάχιστον τη «μουσική επιμέλεια» στον από μακρού (1907) αποβιώσαντα Νορβηγό! Η μουσική του Μέντελσον πάλι συνδυάζεται ιδανικά με το σαιξπηρικό opus, όπως αποδεικνύει η ιστορική ηχογράφηση του Θιάσου Όλντ Βικ υπό τον Σερ Μάλκολμ Σάρτζεντ (EMI ALP 1262-4, 1954), στην οποία είχαμε προ ετών αφιερώσει ειδική «Βραδιά Όπερας» από το Γ’ Πρόγραμμα, δοκιμάζοντας την πολυμέρεια των μελομανών ακροατών μας.

Για τον Henry Purcell (1659-1695) όμως και τη δική του «Fairy Queen» (1692) το σενάριο του Σαίξπηρ (όχι η ποίησή του) αποτελούσε απλώς αφετηρία για ένα σύνθετο θέαμα αποκαλούμενο «semi-opera». Η διασκευή συμπληρωνόταν από μουσικά επεισόδια, τις λεγόμενες «masques», γενικής θεματικής αναφοράς (του Ύπνου, των Εποχών, του Υμεναίου...). Στις 12 Μαΐου παρακολουθήσαμε μια μουσική σύνοψη της «ημιόπερας» χωρίς ενδιάμεση πρόζα. Εγκαταλείποντας, δικαιολογημένα χωρίς αναστολές, τον εξαρχής απώτερο Σαίξπηρ για μιαν «αρκαδικής» έμπνευσης αναφορά στο μοιραίο ειδύλλιο Απόλλωνος και Δάφνης, ο Γιάννης Σκουρλέτης και η γνωστή από αξιόλογες επιδόσεις ομάδα «bijoux de kant» αξιοποίησαν ευφυώς τον εξίσου άσχετο Οριενταλισμό των αρχικών παρουσιάσεων ως επιχείρημα για την αναπαράσταση ενός παγανιστικής προϊστορίας χοροθεατρικού τελετουργικού δρώμενου ανδρών από τη Νάουσα της Ελληνικής Μακεδονίας.

Τα εντυπωσιακά κοστούμια για τους «γενίτσαρους» και τις «μπούλες», που επιμελήθηκε ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, δημιούργησαν ένα εξωτικό tableau vivant στο βάθος της σκηνής, υποβλητικά φωτισμένο από τη Χριστίνα Θανάσουλα, ώστε να αποσπάται η προσοχή από το δραματουργικά αδιάφορο ποιητικό κείμενο, ακόμη πιο πληκτικό στη μετάφραση των υπερτίτλων της Εναλλακτικής Σκηνής του Φαλήρου. Η διονυσιακή προέλευση του εθίμου, ωστόσο, και η εν γένει ακραία βακχική εμφάνιση και κίνηση του γενειοφόρου χορογράφου και χορευτή Τάσου Καραχάλιου, που μόνον στον Φοίβο δεν παρέπεμπε, ήταν επιπλέον μετωπικά αταίριαστα προς τη μάλλον «απολλώνια» μουσική.

Στη «νέα αφήγηση» η έμπειρη και εξειδικευμένη μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα (Δάφνη) δικαίωσε ευφωνικά και με ασφαλή αίσθηση του ύφους τις βαθυβίωτες λυρικές μονωδίες του Πέρσελ. Πλαισιώθηκε από έναν ισχυρό σχηματισμό διακεκριμένων μονωδών. Ο κόντρα τενόρος Νίκος Σπανός (Θέρος), ο τενόρος Γιάννης Καλύβας (Φθινόπωρο), η υψίφωνος Φανή Αντωνέλου (Άνοιξη) και ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός (Χειμώνας) εμπλούτισαν ιδιωματικά, με τις θυμικές «εποχικές» παρεμβάσεις τους, το ακρόαμα. Καθοριστική φυσικά υπήρξε η ενθουσιώδης, ζωηρή, ενημερωμένη και παράλληλα παρεμβατική διεύθυνση του Μάρκελου Χρυσικόπουλου, επικεφαλής της -εξαίρετα διδαγμένης από τον Σταύρο Μπερή - Χορωδίας του Δήμου Αθηναίων και μιας καλά προετοιμασμένης Latinitas Nostra. Διεύθυνση πειστική ακόμη και στα ίσως υπερβολικά καταληκτικά ritenuti μουσικών περιόδων, που λειτούργησαν όμως επιτατικά για την εκφραστικότητα της μουσικής.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μεταπολίτευση: Ιστορική μνήμη και δημοκρατία

Η δικτατορία του 1967 ήταν η κορύφωση της δραστηριότητας του μετεμφυλιακού κράτους. Από τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, ένα πραξικόπημα ήταν πάντοτε υπαρκτή επιλογή στα μυαλά των σκοτεινών μηχανισμών...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο