Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μαγικός Αυλός διά χειρός Μπάρυ Κόσκι

Έξι χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή της έφθασε και στην Εθνική Λυρική Σκηνή η πολυσυζητημένη παραγωγή της όπερας του W.A. Mozart «Die Zauberflöte» Ο Μαγικός Αυλός»), με την υπογραφή του αμφιλεγόμενου αλλά ιδιοφυούς Barrie Kosky.

Η άθροιση δυνάμεων του ιδίου με τους Suzanne Andrade και Paul Berritt της ομάδας «1927» απέδωσε ευρεία χρήση των κινουμένων σχεδίων, που δρουν από κοινού με τα φυσικά πρόσωπα των χαρακτήρων και συνδυάζονται ευεργετικά με τρόπους του βωβού κινηματογράφου για τη σύνδεση των μουσικών μερών. Περικόπτεται έτσι δραστικά ο ασήμαντος και φλύαρος διάλογος του λιμπρετίστα Emmanuel Schikaneder (ειδικά στη β’ πράξη) και αντικαθίσταται με συνοπτικά, άλαλα, επιγραφικά ιντερμέδια, συνοδευόμενα από φορτεπιάνο εποχής.

Μετά την εισαγωγή, που αφήνεται να λειτουργήσει ως κενή από σκηνικά δρώμενα μουσική διαδικασία εισόδου στο έργο, η δράση αναπτύσσει όργιο κινητικότητας και εικαστικής φαντασίας, ευρηματικό και συνάμα εξαντλητικό, που περιορίζει την υποκριτική συμμετοχή των ανθρώπων και υπαγορεύει την προσαρμογή του πολυδιάστατου μεγέθους της μουσικής του Μότσαρτ στη συγκεκριμένη θεατρική συνθήκη. Το μέγεθος αυτό αναζήτησε πιο επίμονα η διεύθυνση του Γιώργου Μπαλατσινού, καίτοι το πνεύμα της παραγωγής υπηρετήθηκε συνεπέστερα από την μπαγκέτα της Ζωής Τσόκανου.

Με αυτά τα δεδομένα, ελάχιστα ξενίζει η ωχρή επίδοση ενός δυναμικού ερμηνευτή, όπως ο βαρύτονος Μάριος Σαραντίδης, στον κατ’ εξοχήν κινητικό ρόλο του Παπαγκένο. Η λαμπερή Παπαγκένα Μαριλένα Στριφτόμπολα κλέβει τελικά τις εντυπώσεις. Έλλειμμα λυρικού βάθους σημειώσαμε για τις Μαρία Παλάσκα και Χρύσα Μαλιαμάνη που μοιράστηκαν την Παμίνα. Τη Βασίλισσα της Νύχτας, ως εξαρχής (λάθος!) γιγάντια αράχνη, τραγούδησαν με νεανικό σφρίγος η Χριστίνα Πουλίτση και με τη μουσικότητα της εμπειρίας η Βασιλική Καραγιάννη, καμιά τους όμως δεν είναι δραματική κολορατούρα.

Τόσο ο πιο συμβατικός Sascha Emanuel Kramer όσο και ο πιο ευφάνταστος Βασίλης Καβάγιας ενσάρκωσαν έναν Ταμίνο κλασικής γραμμής, ο δεύτερος πειστικά τρυφερός και παθιασμένος στην ερωτική πρώτη του άρια. Το αγόρι άλτο «Πανίτο» συναντήσαμε με συγκίνηση, δεκαετίες αργότερα, ως μπασοβαρύτονο Παναγιώτη Οικονόμου, εύηχο Σαράστρο, η ιερατικότητα της μουσικής του οποίου άνθησε περισσότερο υπό την πιο ευρύχωρη διεύθυνση του Μπαλατσινού. Καλλιεπής Ομιλητής (Δ. Κασιούμης), παραστατικού Sprechgesang Μονόστατος (Ι. Φίλιας), ομοιογενές τρίο Κυριών (Κωστράκη - Μπόγρη - Μαραγκού) και Παίδων.

Με την παραγωγή αυτή ο Αυστραλός δημιουργός αποδεικνύει ότι δεν αποφεύγει τα άκρα, αλλά και δεν διαπραγματεύεται τη σοβαρότητα ενασχόλησής του με τα λυρικά έργα. Έτσι είχε συμβεί με τη ριψοκίνδυνα φαραωνικού μεγέθους, en bloc παρουσίαση της τριλογίας του Μοντεβέρντι, για την εγκατάστασή του στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της Komische Oper. Ομοίως δε με τους υπολογίσιμους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης» του Φεστιβάλ Bayreuth που τον καθιέρωσαν ως ολόπλευρα διαβασμένο σκηνοθέτη, με σεβασμό στην Ιστορία και, πρωταρχικά -όπερ και όλο σπανιότερο για το «συνάφι»-, στη Μουσική.

Στην αίθουσα του ΚΙΠΣΝ αφεθήκαμε με ενδιαφέρον σε μιαν αιρετική, αλλά καλλιτεχνικά επιτυχημένη παραγωγή, έστω και οπωσδήποτε περιοριστική, αναφορικά με τις μουσικές δυνατότητες και τη μεγάλη, ελληνική και ξένη, ερμηνευτική παράδοση της συγκεκριμένης όπερας.

Δείτε όλα τα σχόλια