Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Με χιούμορ φωτίζω τα αιχμηρά θέματα"

Ο Λεωνίδας Μαριδάκης μιλά στην «Αυγή»

Γνωρίσαμε τον Λεωνίδα Μαριδάκη το 2006 από τον πρώτο δίσκο του «Αβάδιστα», στον οποίο είχε κάνει παραγωγή ο Νίκος Ξυδάκης. Τέσσερα χρόνια αργότερα ακολούθησε ο δεύτερος. Ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα και αφού είχε προηγηθεί το επιτυχημένο ντουέτο του με τη Φωτεινή Βελεσιώτου στη διασκευή του «Χαράματα η ώρα τρεις» του Μάρκου Βαμβακάρη, πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε από την έγκριτη ανεξάρτητη εταιρεία Μετρονόμος ο τρίτος, το «Βάρκα στο σπίτι». Συνομιλήσαμε με τον τραγουδοποιό και ερμηνευτή για το γιατί επιμένει να κάνει τραγούδια με παιγνιώδες συνήθως μουσικό ύφος, αλλά με στίχους οι οποίοι διακατέχονται από μια σατιρική ίσως μα και γλυκόπικρη, κάποτε ακόμα και αυτοσαρκαστική διάθεση.

* Τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στον πρώτο και τον δεύτερο δίσκο σου ήταν ένα λογικό διάστημα, αλλά τα διπλάσια ανάμεσα στον δεύτερο και τον τρίτο είναι ομολογουμένως μάλλον πολλά. Ήταν μόνον η κατάρρευση της δισκογραφίας, η κρίση και άλλοι οικονομικοί λόγοι, ή κάτι άλλο που έκανε τη χρονική απόσταση ανάμεσα σε αυτόν και τον προηγούμενο δίσκο τόσο μεγάλη;

Μάλλον περισσότερο απ' όλα έπαιξε ρόλο ο χρόνος που χρειάστηκε για να κατασταλάξουν μέσα μου όλα αυτά που συνέβαιναν γύρω μας, μέσα μας κι έξω μας, αλλά και ο χρόνος που χρειάστηκε για να σιγουρευτώ για τον δίσκο αυτό ως καλλιτεχνικό βήμα.

* Ισχύει για εσένα αυτό που λέγεται για το «δύσκολο τρίτο album», ή όχι;

Από δημιουργικής πλευράς, σε αυτό το album ένιωθα όχι ακριβώς δυσκολία, αλλά μια μεγάλη πρόκληση καθώς από τη μία είχα πλέον μια εμπειρία για το πώς να διαχειριστώ ένα υλικό και από την άλλη ο πήχης ήταν υψηλότερα από τις προηγούμενες φορές.

* Σε τι μοιάζουν και σε τι διαφέρουν οι δύο τελευταίοι δίσκοι; Συγκρίνοντας με τη σχέση που είχε ο δεύτερος δίσκος με το ντεμπούτο σου, είναι ίδια, μεγαλύτερη ή μικρότερη;

Ο δεύτερος με τον πρώτο δίσκο είχαν μια απόσταση. Αντίθετα με τον πρώτο, στον δεύτερο ήμουν εγώ ο βασικός ερμηνευτής και είχε ένα πιο σαφές «πρόσωπο» στον ήχο. Ήταν μια συνέχεια του πρώτου, ένα μείγμα τραγουδιών και μελοποιημένων ποιημάτων και τα διαβάσματά μου πάντα σε πρώτο πλάνο. Ο τρίτος είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τους δύο προηγούμενους. Έχει μόνο τραγούδια, «αμασκάρευτα», που όλα τους φωτίζουν με κάποιο τρόπο κάτι μέσα μου.

* Παρότι γράφεις και ο ίδιος στίχους, αντίθετα με τους περισσότερους άλλους τραγουδοποιούς - ερμηνευτές προτιμάς μάλλον να συνεργάζεσαι με στιχουργούς, έτσι δεν είναι; Οι στίχοι των τραγουδιών που δεν είναι δικοί σου γράφτηκαν ειδικά για τον δίσκο ή όχι; Με ποιο κριτήριο επέλεξες με ποιους και ποιες θα συνεργαστείς; Φιλικές σχέσεις ή ακόμα και... οικογενειακές σε μια περίπτωση, ή κάτι άλλο;

Εκτός από το τραγούδι σε στίχους του πατέρα μου που γράφτηκε σε μια άλλη εποχή, όλοι οι άλλοι στίχοι γράφτηκαν ή επιλέχτηκαν ειδικά για τον δίσκο. Επιλέγω συνήθως κάτι που με αφορά ως περιεχόμενο και ο συνεργάτης μου στιχουργός το αποτυπώνει με την τέχνη του με έναν ευθύβολο τρόπο.

* Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Μάνο Ελευθερίου, έναν σπουδαίο στιχουργό που όμως δεν μας έχει συνηθίσει σε συνεργασίες με δημιουργούς του δικού σου μουσικού ύφους;

Γνωριστήκαμε με αφορμή τον δεύτερο δίσκο μου, τον οποίο με κάλεσε να παρουσιάσουμε στην εκπομπή του στον ραδιοσταθμό Αθήνα 9.84 όταν είχε κυκλοφορήσει. Νομίζω πως ο Μάνος, όταν μου έδωσε τους στίχους, είδε μια δυνατότητα διαφορετικής τραγουδοποιίας σ' εμένα που ούτε εγώ ο ίδιος είχα συνειδητοποιήσει Αυτοί οι στίχοι ήταν για εμένα ένα ισχυρό ερέθισμα και μου άνοιξαν ένα νέο δρόμο που δεν υπήρχε στις προηγούμενες δουλειές μου.

* Aν και ο ίδιος θα ήταν ο αρμόδιος για να εξηγήσει τι σημαίνει «Βάρκα στο σπίτι», πώς αντιλαμβάνεσαι εσύ το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου; Γιατί, ας πούμε, να μην ήταν το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή... σπίτι στη βάρκα;

Είναι ένα τραγούδι με πολλαπλούς συμβολισμούς και μιαν αριστοτεχνική αφήγηση. Μιλάει για μια εισβολή από κάτι μαγευτικό και άγνωστο συνάμα, που μας φέρνει αντιμέτωπους με τον βαθύτερο εαυτό μας. Αν ο τίτλος ήταν «Σπίτι στη βάρκα», το νόημα θα ήταν πολύ διαφορετικό.

* Πώς ξεκίνησε αλήθεια η αγάπη σου για την jazz και ιδιαίτερα το latin; Θεωρείς πως είσαι το ίδιο επηρεασμένος από αυτό, όσο προφανώς και από τη μεγάλη παράδοση του ελληνικού λόγιου τραγουδιού; Όπως κι αν έχει, τι σε οδηγεί στις επιλογές σου για την ενορχήστρωση κάθε τραγουδιού;

Οι jazz και οι latin φόρμες μου πάνε γιατί μου πάει το «μουσικό υπέδαφός» τους, ο σαρκασμός, η χαρά, η κίνηση. Μέσα από αυτές τις φόρμες μπορούν να αναπνέουν οι ιστορίες μου. Οι ενορχηστρώσεις προκύπτουν από τον λιτό και ενίοτε ονειρικό ήχο της folk μπαλάντας, που νιώθω πολύ οικείο μου.

* Με την ευκαιρία, ποιοι Έλληνες δημιουργοί θα έλεγες ότι ήταν εξαρχής και παραμένουν οι κυριότερες επιρροές σου;

Έχω επηρεαστεί, φανερά ή «κρυφά», από τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Δήμο Μούτση και αρκετούς άλλους,

* Το χιούμορ, στιχουργικό αλλά ακόμη και μουσικό θα έλεγα, είναι πολύ σημαντικό για εσένα. Το θεωρείς απαραίτητο να υπάρχει στα τραγούδια σου; Θέλεις απλά να υπάρχει μια χαρούμενη ή και εύθυμη ακόμη ατμόσφαιρα και διάθεση σε αυτά, ή περισσότερο λειτουργεί σατιρικά ή και σαρκαστικά, φτάνοντας μερικές φορές και να υπονομεύει το νόημά τους;

Μου αρέσει πολύ το χιούμορ και ο υπαινιγμός γιατί μου δίνουν τη σωστή απόσταση ώστε να καταπιάνομαι με αιχμηρά θέματα, αλλά και να τα φωτίζω πιο σφαιρικά. Άλλωστε το συναίσθημα της χαρμολύπης πιστεύω πως εκφράζει πιο γοητευτικά και τα σοβαρά και τα αστεία της ζωής.

* Αν και Κρητικός, το Αιγαίο ασκεί μιαν ιδιαίτερη γοητεία επάνω σου; Ποιο στοιχείο του ακριβώς και γιατί; Και μιλώντας για θάλασσα, θα έλεγες ότι είναι ένας «καλοκαιρινός» δίσκος, ή όχι απαραίτητα;

Έχω μεγαλώσει ατενίζοντας τη θάλασσα. Η θάλασσα τα αγκαλιάζει όλα. Αν και με πολλά «ανάλαφρης» διάθεσης τραγούδια, δεν θα έλεγα πως είναι ένας καλοκαιρινός δίσκος αλλά ότι από το «Κάποτε στη Ράδα» στην «Αστυπάλαια» και από εκεί στον αλληγορικό ομότιτλο, περιέχει όλες τις εποχές και όλους τους «καιρούς»...

* Τι σε έκανε να ερμηνεύσεις τρία τραγούδια του δίσκου ντουέτο με ισάριθμους άλλους και πώς και γιατί επέλεξες καθέναν από αυτούς;

Οι συνεργάτες - συνοδοιπόροι που προσκάλεσα σε αυτόν το δίσκο έδωσαν τον δικό τους κόσμο μέσα από τις ερμηνείες τους και πήγαν τα τραγούδια πιο πέρα. Τη σπιρτάδα του ο Σπύρος Γραμμένος στο «Έρωτας ή τίποτα», την επική και δραματική ερμηνεία του ο Αργύρης Λούλατζης στο «Κάποτε στη Ράδα» και την ανεμελιά της στο «Κόκκοι καφέ» η Dunja Botic.

* Ο δίσκος φτιάχτηκε έχοντας κατά νου τα τραγούδια να μπορούν να παιχτούν εύκολα ζωντανά, έτσι δεν είναι; Τι ακριβώς σημαίνει αυτό πρακτικά;

Ότι ο ακροατής του δίσκου έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το υλικό όπως πρέπει και στις συναυλίες. Εμένα με βοηθάει στο να μπορώ να κινήσω τη δουλειά και να τη μοιραστώ με ευελιξία μέσα από τη διαδικασία των ζωντανών εμφανίσεων.

* Και τα επόμενα σχέδιά σου;

Ολοκληρώνοντας τις ζωντανές παρουσιάσεις του δίσκου που έκανα τις προηγούμενες ημέρες στην Αθήνα, στο Ηράκλειο Κρήτης και στα Χανιά, ακολουθεί αυτή στον πολυχώρο "Περίπου", στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης, στις 4 Μαΐου, και μετά έρχεται το πρώτο καλοκαιρινό live μου στην Αθήνα. Θα πραγματοποιηθεί στη μουσική σκηνή «Ρότα» στις 23 Ιουνίου, με ένα «χορταστικό» εφ’ όλης της ύλης πρόγραμμα!

Αν και πρόκειται για κλειστό χώρο και θα είναι ήδη καλοκαίρι, κάτι μας λέει ότι τα τραγούδια του Λεωνίδα Μαριδάκη θα μπορέσουν να φέρουν λίγη από τη δροσιά της θαλασσινής αύρας που τόσο αγαπά στο κοινό...

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Νέος αγώνας

Αν τη Δευτέρα - Τρίτη στο Μαξίμου ήταν ο Σαμαράς, θα μας έλεγαν ό,τι ψελλίζουν κάτι χρόνια τώρα πως θα συνέβαινε αν οι πολίτες δεν έκαναν το λάθος (έτσι το λένε, ανερυθρίαστα) να ψηφίσει Αριστερά:...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο