Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο μέσον ενδιαφέρουσας καλλιτεχνικής περιόδου

Julia Bauer

Εκδηλώσεις που η ακολουθία τους επισφραγίζει ευτυχή πολιτική μετακλήσεων εκ μέρους του Στέφανου Τσιαλή, αναβαπτισμένου καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, περιλαμβάνει το σημερινό αφιέρωμά μας στην ήδη μεσούσα καλλιτεχνική περίοδο 2017/18 του Σχηματισμού.

Αν και το φως της δημοσιογραφικής προβολής επικεντρώθηκε στον σολίστ, η πραγματική αποκάλυψη της 30ής/11/2017 υπήρξε -για εμάς- ο αρχιμουσικός Γιώργος Βράνος, που, συμπτωματικά, λίγες μέρες νωρίτερα, μάς είχε δελεάσει ως πλοηγός στην 3η συμφωνία του Γκούσταφ Μάλερ από την τηλεόραση της ΕΡΤ 3. Ήταν, παρεμπιπτόντως, μια αναμετάδοση παλαιότερης συναυλίας της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, κατά τη θητεία του ως καλλιτεχνικού διευθυντή της, από το Μέγαρο Μουσικής της συμπρωτεύουσας. Έχοντας αποτύχει να πάρουμε γεύση αυτής της περιόδου, εκτιμήσαμε ακόμη περισσότερο την επίδοσή του στην παρούσα αθηναϊκή του μετάκληση. Εν πρώτοις με τη διεισδυτική διεύθυνσή του για την εισαγωγή «Εβρίδες» του Felix Mendelssohn Bartholdy: έξοχη δουλειά σε έγχορδα και χάλκινα (μαγική και η ανάδυση του κλαρινέτου), επίζηλη ανάδειξη της εικονογραφικής υποδομής του έργου και αγωγική ευπλασία με αδιόρατες εσωτερικές μεταβάσεις επεισοδίων. Ο ίδιος εγκαθίδρυσε λεπταίσθητο και χαλαρής ενδιάθεσης διαλογικό πλαίσιο της ΚΟΑ με τον ώριμο πλέον δεξιοτέχνη Antonio Meneses στο αντιστοίχως ώριμο (έργον 129) κοντσέρτο του Robert Schumann για το βιολοντσέλο και ορχήστρα που ακολούθησε. Η διολίσθηση στο αργό μέρος, κυριολεκτικά υπερκόσμια, μάς έπεισε αμετάκλητα ότι παρακολουθούσαμε μιαν από τις ποιητικότερες αναγνώσεις του, με την άδουσα και βαθυβίωτη καντιλένα του Μενέζες να βοά για την κλάση που διείδε σε αυτόν τέσσερις δεκαετίες πριν ένας Κάραγιαν. Τη συναυλία ολοκλήρωσε συνεκτικά (αφού ο Σούμαν συνδέθηκε προσωπικά τόσο με εκείνον όσο και με τον Μέντελσον) η συμφωνία, η πλέον «μπετοβενική», του Johannes Brahms. Με σφοδρότητα μάς πόντισε ο Βράνος στο έργο, διαβάζοντας κατά γράμμα το σχήμα λιτότητας της αγωγικής ένδειξης Un poco sostenuto. Όσο για το allegro, το ζωηρό και μυώδες τέμπο ανέπτυξε έναν δυναμισμό απελπισίας και οδήγησε σε σχεδόν τελετουργική εκτόνωση την κίνηση. Χωρίς έλλειμμα φωτοσκίασης, αλλά με αγροτική ευρωστία να αντισταθμίζει την τρυφερότητα των εγχόρδων και τη θλίψη των ξύλινων, κύλισε το αργό μέρος, με απόταξη κάθε αυτοοικτιρμού από την εκφραστική διαχείριση του λυρισμού. Μετά το φωτεινό διάλειμμα του ειδυλλιακού un poco allegretto, το -συμμετρικά ογκώδες προς το πρώτο- καταληκτικό μέρος της Συμφωνίας κτίσθηκε με αξιοσημείωτο αφηγηματικό μέγεθος, επισφραγίζοντας μια συγκροτημένη, συμφωνικά και ψυχαναλυτικά, ερμηνεία της συμφωνίας αυτής.

Μιαν εβδομάδα αργότερα, ένα αντίστοιχα δραματικό πρόγραμμα παρουσίασε, πάντοτε επικεφαλής της ΚΟΑ, ο μαέστρος Frank Beerman. Μουσικός από τους πλέον ανήσυχους και κινητικούς της γενιάς του, ο 53χρονος αριθμεί ήδη αξιοσημείωτη δισκογραφία προσανατολισμένη προς την rara avis συμφωνικού και μελοδραματικού ρεπερτορίου, «παρασάγγας» δηλαδή από την προβλέψιμη για τους Αθηναίους carte de visite του, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ο Γερμανός εγκαινίασε τη συναυλία του με αγωνιώδη και φλογερή ανάγνωση της εισαγωγής του Μπετόβεν στη σκηνική μουσική (1810) για το δράμα «Egmont» (1787) του Γκαίτε. Ήταν μια ξέφρενη ερμηνεία, χωρίς ρομαντικές παύσεις και με τα έγχορδα να απηχούν συγκινητικά τους παλμούς της μεγάλης καρδιάς του επώνυμου επαναστάτη. Την ίδια νευρώδη και αμείλικτης ταχύτητας αγωγική οδό ακολούθησε ο αρχιμουσικός και για την συμφωνία, την «Eroica» του «γίγαντα της Βόννης», που ολοκλήρωσε το γεγονός, παραβλέποντας όμως καίρια τις δυνατότητες της Κρατικής μας. Ο Μπέερμαν διεξήλθε ακόμη και το Marcia funebre απνευστί, προφανώς εν ονόματι μιας ενιαίας αντίληψης γι’ αυτό το magnum opus, συνταγή που όμως απέδωσε καρπούς έξαψης μόνον στην «προμηθεϊκή» τελευταία κίνηση, καθυστερημένα δηλαδή για την εξιλέωση του συνολικού αποτελέσματος. Γέμιση του μπετοβενικού «σάντουιτς» αποτέλεσαν οι 6 μελωδίες (1918) του R. Strauss, σε ποίηση του ρομαντικού Clemens Brentano, έργ. 68, με αχίλλειο πτέρνα, ωστόσο, γι’ αυτά τα κατ’ εξοχήν ερωτικά Lieder, την υψίφωνο Julia Bauer. Προορισμένα για πιο αισθησιακά λυρικά κέντρα, απαιτούν κάτι περισσότερο από τις στρατοσφαιρικές ευκολίες μιας coloratura. Η εκφορά της παρουσίαζε σποραδική τραχύτητα, ενώ, παρά την αδιαμφισβήτητη διαφάνεια της ενορχήστρωσης, ολόκληρες φράσεις, γραμμένες χαμηλά για εκείνην, καταβροχθίστηκαν από τη μεγάλη ορχήστρα...

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Κ. Μητσοτάκης: ανεπαρκής, καιροσκόπος, έμπορος εθνοπατριωτισμού

Για να καλύψει την πολιτική του αγωνία μπροστά στο τέλος των ελληνικών προγραμμάτων, αλλά και για να διαχειριστεί τη γενικότερη πολιτική του ανεπάρκεια, ο Κ. Μητσοτάκης καταφεύγει στο πιο χυδαίο είδος πολιτικής

Δειτε ολοκληρο το αρθρο