Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Λουκάς Θάνος: Η τεχνική είναι κάτι που μαθαίνεις μόνο για να ξεχάσεις

Δύο περίπου χρόνια μετά τη μελοποίηση του ποιητικού έργου του Κωστή Παλαμά «Ο δωδεκάλογος του γύφτου» σε ερμηνεία του Γιάννη Χαρούλη, τον δεύτερο μόλις δίσκο του με τραγούδια (μετά το ιστορικό...

Δύο περίπου χρόνια μετά τη μελοποίηση του ποιητικού έργου του Κωστή Παλαμά «Ο δωδεκάλογος του γύφτου» σε ερμηνεία του Γιάννη Χαρούλη, τον δεύτερο μόλις δίσκο του με τραγούδια (μετά το ιστορικό «Σάλπισμα» με τον οποίο είχε εισέλθει στα μουσικά πράγματα σε νεότατη ηλικία και έμελλε να είναι ο τελευταίος, δυστυχώς, δίσκος με τη μοναδική φωνή του αείμνηστου Νίκου Ξυλούρη) ο διεθνώς καταξιωμένος συνθέτης, χορογράφος και σκηνοθέτης Λουκάς Θάνος επανέρχεται με ένα ακόμα τραγουδοποιητικό album.

Πρόκειται για το «Χρόνος ερωτικός», αντίστοιχα τη μελοποίηση της ομότιτλης ποιητικής συλλογής του Πάνου Δημητρόπουλου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από την έγκριτη ανεξάρτητη εταιρεία Μετρονόμος και δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο διαφορετικό από το προηγούμενο!

Ο λόγος φυσικά δεν είναι ότι αυτή τη φορά ο ερμηνευτής είναι ο Σταύρος Σιόλας, αλλά το ότι η γραφή του Λουκά Θάνου δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με εκείνη για το «Ο δωδεκάλογος του γύφτου». Αυτή τη φορά ο δημιουργός αφήνει εντελώς εκτός τη σταθερή αναφορά του στην παραδοσιακή μουσική μας και συνθέτει μια σειρά από εξαιρετικά λιτά τραγούδια βασισμένα στη μακρόχρονη παράδοση της κλασικής μουσικής με πινελιές από τον γαλλικό ιμπρεσιονισμό και κάποια στοιχεία από τη σύγχρονη μουσική, ακόμα και ίχνη του μινιμαλισμού σε ορισμένες περιπτώσεις και τα ενορχηστρώνει ακόμα λιτότερα, επί της ουσίας με μόνο ένα πιάνο -που μάλιστα επέλεξε να το παίξει ο ίδιος- να συνοδεύει την αδρή, δωρική φωνή του Σταύρου Σιόλα και μια υποβλητική ατμοσφαιρικότητα να αναδύεται μέσα από την εσωτερικότητα των συνθέσεών του.

Συνομιλήσαμε με τον ξεχωριστό αλλά και ιδιοσυγκρασιακό Λουκά Θάνο για την προσέγγισή του στον θαυμάσιο αυτό δίσκο, αλλά και συνολικά στη μουσική, ανεξάρτητα από ιδιώματα και επιμέρους φόρμες.

 

* Τι σε έκανε μετά τον Κωστή Παλαμά να κάνεις έναν ολόκληρο δίσκο σε στίχους του Πάνου Δημητρόπουλου; Ποιο είναι το κυριότερο στοιχείο το οποίο σε έλκυσε σε αυτούς;

Θέλησα να μελοποιήσω νέους Έλληνες ποιητές. Ο Πάνος Δημητρόπουλος μου έδωσε το ποιητικό του έργο «Χρόνος ερωτικός» όταν ήμασταν στην ιστορική μπουάτ «Απανεμιά». Στο ταξί προς το σπίτι μου, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, μελοποίησα το πρώτο μέρος, το «Από έρωτα γεμίσαν τα πνευμόνια». Φτάνοντας, έτρεξα γρήγορα στο πιάνο και το ολοκλήρωσα. Στις επόμενες τρεις εβδομάδες είχα συνθέσει ολόκληρο το έργο.

* Και μετά τον Γιάννη Χαρούλη, ο Σταύρος Σιόλας. Ποιες είναι οι διαφορές και ίσως οι ομοιότητές τους κατά τη γνώμη σου; Και τι σε έκανε να επιλέξεις τον δεύτερο αυτή τη φορά;

Αμφότεροι έχουν ρίζες βαθιά ελληνικές. Οι διαφορές τους είναι η Κρήτη και η Ξάνθη, από τις οποίες αντίστοιχα κατάγονται, διαφορές που όμως σμίγουν στο κέντρο του πυρήνα τους που λέγεται Ελλάδα. Επιλέγω από ένστικτο και παρόρμηση και κάθε φορά που ακούω τα τραγούδια μου. Αισθάνομαι τυχερός για το ότι τα ερμήνευσαν τέτοιοι τραγουδιστές και αυτό μόνο λίγο δεν είναι.

* Συνήθως ορίζουμε τον χρόνο ως περισσότερο ή λιγότερο «πυκνό» και «γρήγορο» ή «αργό». Ποιες είναι οι ιδιότητες του «Ερωτικού χρόνου»;

Οι ιδιότητες του «Ερωτικού χρόνου» πιστεύω ότι μάλλον είναι η βασανιστικά γοργή πυκνότητα, αλλά και η ηδονικά αργή ελαφρότητα. Κάποια ενδεχομένως τυχαία στιγμή μιας πιθανώς αβέβαιης βεβαιότητας μιας μακρόσυρτα αναπάντεχης αμφιβολίας. Όταν το γρήγορο φαντάζει αργό και το πυκνό ανάλαφρο, τότε δεσπόζει ο έρωτας και ο χρόνος καταλύεται. Έτσι τουλάχιστον νομίζω, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος...

* Το ερωτικός σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να εκληφθεί με τη συναισθηματική ή με την πολύ βαθύτερη και ευρύτερη φιλοσοφική έννοια;

Και με τις δύο. Στο τότε που η ψυχή γίνεται σάρκα μήπως και κατορθώσει να ξαναγίνει ψυχή μιας σάρκας που, έτσι και αλλιώς, άξιζε να υπάρχει μόνο και μόνο για να χαθεί εκεί που ακριβώς ήταν πριν υπάρξει.

* Μουσικά ο δίσκος είναι τρομερά διαφορετικός από τον προηγούμενο, αν και αυτό συνέβαινε λίγο - πολύ σε όλους μέχρι τώρα. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι απουσιάζουν σχεδόν παντελώς τα λαϊκά και σίγουρα τα παραδοσιακά στοιχεία και στη θέση τους υπάρχουν πάρα πολλά από την κλασική μουσική, ακόμα και από την πιο σύγχρονη, συχνά και αρκετά ανανεωτική εκδοχή της. Ποια ρεύματα και ίσως δημιουργούς αναγνωρίζεις ο ίδιος σαν κυριότερες επιδράσεις σου αυτή τη φορά και ποιο στοιχείο των στίχων σε οδήγησε σε αυτήν την κατεύθυνση;

Ο Αισχύλος, ο Μπαχ, ο Σοπέν, ο Στραβίνσκι, ο Σοστακόβιτς, ο Ραβέλ, ο Σατί, ο Χατζιδάκις και ξανά ο Μπαχ και ο Αισχύλος είναι αυτοί που καθόρισαν την προσέγγισή μου αυτή τη φορά. Το έργο «Χρόνος ερωτικός» ως ένας ερωτικός μονόλογος προς το αιώνιο Ένα και η προσεκτική επιλογή των λέξεων με τον εσωτερικό ρυθμό με απελευθέρωσαν οδηγώντας με προς μια τάση πιθανής δομής μιας απρόσμενης αλληλουχίας ήχων και σιωπών.

* Και γιατί επέλεξες έναν ερμηνευτή με παραδοσιακές καταβολές σαν τον Σταύρο Σιόλα και όχι, για παράδειγμα, έναν λυρικό που θα είχε την εμπειρία, την τεχνική, αλλά και θα γνώριζε πολύ καλύτερα πώς να τοποθετήσει τη φωνή του σε ένα τέτοιο υλικό;

Επέλεξα τον λυρισμό του Σιόλα με τον βυζαντινό απόηχο μιας εύθραυστης και ευάλωτης αθωότητας του ενστίκτου και ο οποίος διαθέτει αυτήν την έντονα παραδοσιακή τεχνική, την αψεγάδιαστα ελληνική. Έτσι κι αλλιώς πιστεύω ότι η τεχνική είναι κάτι που το μαθαίνεις μόνο και μόνο για να το ξεχάσεις και έτσι ξεχαστήκαμε και οι δύο στις λέξεις του Πάνου Δημητρόπουλου.

* Ποιο ήταν το κίνητρό σου για μια τόσο λιτή ενορχήστρωση η οποία επί της ουσίας αποτελείται μόνο από πιάνο; Και γιατί επέλεξες να παίξεις ο ίδιος και όχι ένας ή μία σολίστ του οργάνου; Ήταν η επιθυμία σου να αναμειχθείς πιο άμεσα στην ηχογράφηση ή κάτι άλλο;

Είχα αυτά που ήθελα. Ένα πιάνο και τον Σιόλα δίπλα μου να ταράζει με τον ήχο της φωνής του την υπόστασή μου. Εγώ απλώς χάιδεψα τα πλήκτρα. Ίσως είναι καλό να πρωτοακούμε ένα έργο από τον δημιουργό του, ίσως και όχι. Το ίδιο ισχύει και για κάποια τραγούδια μου σε ποίηση Καρυωτάκη που ερμηνεύω ο ίδιος. Έτσι ένιωσα και αφέθηκα, δεν αφέθηκα και πορεύτηκα. Επιθυμώ όμως να γευτώ το έργο μου αυτό και ως ακροατής από έναν ή μία σολίστ του οργάνου.

* Τι προσφέρει κυρίως, κατά τη γνώμη σου, στο συγκεκριμένο ελληνικό μουσικό τοπίο, αλλά και την κοινωνικοπολιτική συγκυρία του 2018 αυτός ο δίσκος;

Θα μπορούσε να είναι μια χειρονομία εξερεύνησης των πιθανοτήτων ως νύξη μιας ακόμα εκδοχής της πορείας του τραγουδιού, αλλά και γενικότερα της μουσικής σύνθεσης του μέλλοντος. Όχι σαν ένα διαφορετικό αναγκαστικά, αλλά ως ένα άλλο παρόν...

* Πιστεύεις ότι υπάρχει σήμερα στη χώρα μας κοινό για τέτοιες εργασίες;

Ναι, και όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και σε άλλες. Περισσότερο μάλιστα από πριν, αλλά λιγότερο από μετά...

* Τα τραγούδια αυτά μπορούν να μεταφερθούν στη σκηνή χωρίς να χάσουν την εσωτερικότητα και την ατμοσφαιρικότητά τους; Πρόκειται να συμβεί αυτό;

Σε μια ήσυχη σκοτεινή σκηνή, με ανεπαίσθητα αχνό φωτισμό κάπου εκεί στο βάθος, όλα μπορούν να συμβούν...

* Γενικότερα δεν σε ενδιαφέρει πολύ η ζωντανή, συναυλιακή διάσταση της μουσικής σου ή έχεις λόγους για να την αποφεύγεις, τουλάχιστον επί του παρόντος;

Με τις συνθήκες που προανέφερα δεν θα μπορούσε να μην με ενδιαφέρει η ζωντανή διάσταση της μουσικής μου. Όταν οι συνθήκες το ευνοούν όχι μόνο δεν το αποφεύγω, αλλά και το επιδιώκω.

* Και τα άμεσα, ίσως και λίγο μακροπρόθεσμα σχέδιά σου, μουσικά και όχι μόνο, καθώς είσαι ασυνήθιστα πολυδιάστατος δημιουργικά;

Τον Απρίλιο θα εκδοθεί ο δεύτερος τόμος από την εργασία μου στον Αισχύλο, το «Επτά επί Θήβας». Τον Μάιο θα κυκλοφορήσει η δισκογραφική εργασία μου σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη. Ώς το τέλος του χρόνου πιστεύω πως θα καταφέρω να παρουσιάσω τις όπερες «Προμηθέας» και «Isadira», έργα πάνω στα οποία έχω εργαστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ετοιμάζω επίσης το δεύτερο μέρος από την τριλογία μου πάνω στην ποίηση του Κωστή Παλαμά.

Οι πολλές εκφάνσεις ενός πολυσύνθετου δημιουργού με κεντρικό όμως πυρήνα του έργου του, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, έναν βαθύτατα ελληνικό ουμανισμό...

 

Δείτε όλα τα σχόλια