Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Χαμένη ευκαιρία για την Εθνική Λυρική Σκηνή

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

Δεν απαιτούνται μουσικολογικές ή θεατρολογικές απολογίες για την αξία των σημαντικότερων από τα μελοδράματα του Charles Gounod και η πρόσφατη αναβίωση της όπεράς του «Roméo et Juliette» από την Εθνική Λυρική Σκηνή ήταν πλέον ή ευπρόσδεκτη ως εορταστική των 200ών γενεθλίων του. Αγνοούμε αν η παραγωγή αυτή αποτέλεσε εκπλήρωση επιθυμίας διακεκριμένου καλλιτέχνη της διανομής, όπως ψιθυρίζεται, πρεσβεύουμε ωστόσο ότι, εν καιρώ ανέχειας, η επιμελής διαχείριση ενός λυρικού θεάτρου περιλαμβάνει και την κατ’ αρχάς προσαρμογή του δραματολογίου στο διαθέσιμο προσωπικό των μονωδών που το στελεχώνουν, ακόμη καλύτερα δε αν αυτοί αναπτύσσουν παράλληλα διεθνή σταδιοδρομία.

Η επιμελής διαχείριση, όμως, ιδίως σε εποχή οικονομικής στενότητας, επιβάλλει επιπλέον τη σταδιακή συγκρότηση ενός αποθέματος βιώσιμων παραγωγών, δηλαδή εύλογων και γι' αυτό αξιοποιήσιμων για πολλά χρόνια. Διασφαλίζεται έτσι η περιοδική επάνοδος ενός «κορμού» μελοδραμάτων με μικρή πρόσθετη δαπάνη, ενώ αποδεσμεύεται μέρος των διαθέσιμων πόρων προς εμπλουτισμό του ρεπερτοριακού εύρους. Αυτή η οπτική μάλλον δεν πρυτάνευσε στην επιλογή του επιτελείου της νέας παραγωγής. Όπως συνηθίζεται στις μέρες μας, οίκαδε και διεθνώς, διαπιστώσαμε ότι το έργο αντιμετωπίστηκε χωρίς σεβασμό, ως συμβατική πρώτη ύλη που δικαιολογεί την ad libitum αναθεώρηση του ιστορικού και αισθητικού πλαισίου. Είναι όμως έτσι; Ασφαλώς όχι! Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» (1867) αποτέλεσε την 3η και εξαρχής επιτυχέστερη από τις όπερες που ο Γκουνό εμπιστεύθηκε στο αυτοκρατορικό Théâtre Lyrique και στην «αχτύπητη» ομάδα της «Μιρέιγ» (1859) και του «Φάουστ» (1864). Αναφερόμαστε στους εμπειρότατους λιμπρετίστες Jules Barbier και Michel Carré, στον διευθυντή του θεάτρου Léon Carvalho και στη σύζυγό του, την υψίφωνο Marie Miolan-Carvalho, που ανέλαβε να ενσαρκώσει και τις τρεις ηρωίδες.

Ο ίδιος ο μουσουργός, μόλις «20 βήματα από τη θάλασσα» της Γαλλικής Ριβιέρας και σε παραφορά καθημερινής -έως και εντεκάωρης- εργασίας, συνέθεσε en bloc ένα λυρικό κόσμημα, πλημμυρισμένο από το χιμαιρικό στοιχείο του ρομαντισμού που οι Γάλλοι αποκαλούν «pathétique». Πρόκειται για έργο που η πανίσχυρη ατμόσφαιρά του περιλαμβάνει τέσσερα εξόχως οργανωμένα, εκτεταμένα και μελωδικά αξιομνημόνευτα ερωτικά ντουέτα! Χωρίς -γι' αυτό- να εξυπακούεται η εικονογραφική αναπαράσταση μιας μεσαιωνικής Ιταλίας, δεν δικαιολογείται όμως και η μετάκληση σκηνογράφου (Johannes Schütz) που εγκλωβίζει τη ρομαντική πλοκή σ’ έναν γεωμετρικό κόσμο πτυσσόμενων κουφωμάτων αλουμινίου! Το ενδυματολογικό patchwork που «επιμελήθηκε» (sic) η Ερμίνα Αποστολάκη, όπως και η εν αρχή απλώς τετριμμένη (χορευτές - alter ego των νεαρών εραστών) και, εν συνεχεία, δυσχερώς κατανοητή «κινησιολογία» της Μαρκέλλας Μανωλιάδη συνέτειναν μεθοδικά στην προσγείωση της πλοκής από την υψιπετή σφαίρα της προφανούς της φύσης. Το ανερμάτιστο θέαμα υπέγραψε ο debutant στην όπερα σκηνοθέτης Νίκος Μαστοράκης, συναινώντας και ο ίδιος με τη διδασκαλία του (π.χ. είσοδοι και έξοδοι) σε ένα συνολικά αποδομητικό παράδοξο.

Στο μουσικό πεδίο, ο Ισπανός τενόρος Ismael Jordi (*1973) υπήρξε αντάξιος της γαλλικής ερμηνευτικής παράδοσης. Ο ευσταλής Ρωμαίος του, άξιος μαθητής του Alfredo Kraus και της Teresa Berganza, επιβεβαίωσε ότι δεν απαιτείται καταγωγή, αλλά σχολή για τη μεθυστική απήχηση της ευκρινούς και ιδιωματικής μουσικής απαγγελίας του γαλλικού λόγου. Απολαύσαμε την ανοιχτή και στιλπνή εκφορά του, τη ρωμανική χρώση της, την εκφραστική του ελευθερία, όσο τουλάχιστον του επέτρεπε η ακόμη κάπως επιφυλακτική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού (μας έλλειψε καθοριστικά η φαντασία του στο rubato, κατεξοχήν δε στο κομβικό «Adieu, mille fois»!). Η νεανική Ιουλιέττα (Μυρτώ Παπαθανασίου) μας συνάρπασε μόνο σποραδικά, κατεξοχήν στην άρια του δηλητηρίου. Γενικά πάντως, η άρθρωσή της παρέμεινε ασαφής και η κολορατούρα της ωχρή, στερώντας της τον ενθουσιασμό που συνήθως ανταμείβει το πασίγνωστο βαλς της α' πράξης. Σφαιρική εντέλεια κατέγραψε, αντίθετα, στον σύντομο, αλλά καλογραμμένο ρόλο της, η μεσόφωνος Άρτεμις Μπόγρη, ως ο ακόλουθος του Ρωμαίου Στέφανο. Αν και, ως ανεμένετο, μελετημένοι, τόσο ο βαρύτονος Χάρης Ανδριανός όσο και ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς έχουν μολαταύτα πορεία για την τελείωσή τους ως Μερκούτιος και Λαυρέντιος αντίστοιχα. Γενική, τέλος, υπήρξε, αν και κυμαινόμενη, η αμηχανία των λοιπών συντελεστών, επισφραγίζοντας επίγευση απορίας και απογοήτευσης.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Κ. Μητσοτάκης: ανεπαρκής, καιροσκόπος, έμπορος εθνοπατριωτισμού

Για να καλύψει την πολιτική του αγωνία μπροστά στο τέλος των ελληνικών προγραμμάτων, αλλά και για να διαχειριστεί τη γενικότερη πολιτική του ανεπάρκεια, ο Κ. Μητσοτάκης καταφεύγει στο πιο χυδαίο είδος πολιτικής

Δειτε ολοκληρο το αρθρο