Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Φιλαρμόνια Αθηνών στο Μέγαρο Μουσικής

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

Έχει λόγο να καμαρώνει ο Σύλλογος Φίλων της Μουσικής. Ακόμη και μετά τη νομοθετική αποδυνάμωσή του σε σχέση με τη διοίκηση του Μεγάρου των Αθηνών, αποδεικνύει ενισχυμένα αντανακλαστικά έναντι προσπαθειών εθνικής εμβέλειας που, τυπικά μόνο, αναπτύσσονται σε ιδιωτικό πλαίσιο. Τέτοια αποτελεί η Ορχήστρα Φιλαρμόνια Αθηνών. Από το 2016 παράγει έργο στην Ελλάδα της κρίσης και καλύπτει κενά δράσης και ευαισθησίας της αρμοδιότητας δημόσιων δομών. Ψυχή της, από κοινού με τον μουσικολόγο καθηγητή Νίκο Μαλλιάρα, ο Βύρων Φιδετζής, ο βιολοντσελίστας, ο αρχιμουσικός, αλλά, πάνω από όλα, ο ερευνητής και πρωτοπόρος στην αναβίωση λησμονημένων έργων της σοβαρής ελληνικής μουσικής. Με τη δική τους καθοδήγηση, η Φιλαρμόνια παραπέμπει στη βρετανική συνώνυμή της, που επίσης αποτέλεσε έργο φωτισμένου ανθρώπου, του Walter Legge, και υπήρξε το όχημα αναβίωσης και ηχητικής αποτύπωσης μουσικών έργων σε κορυφαίες ερμηνείες. Ακόμη πιο επικεντρωμένη αποστολή επιτελεί ο αθηναϊκός σχηματισμός, αφού, σε ένα εν πολλοίς ανεξερεύνητο εργογραφικό τοπίο, πυροδοτεί τη μουσικολογική έρευνα και συμβάλλει στην εκδοτική καθαρολογία και την αποκατάσταση έργων με γνώμονα τη συναυλιακή τους παρουσίαση και την ηχογράφησή τους, συγκροτώντας έτσι ένα διευρυνόμενο πολιτιστικό απόθεμα λόγιας ελληνικής μουσικής τόσο για επαγγελματίες όσο και για εραστές. Ποιος λοιπόν πιο ανταποδοτικός εορτασμός των εικοστών «γενεθλίων» της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης Λίλιαν Βουδούρη από την ευκαιρία που εξασφάλισε ο πολύτιμος αυτός βραχίονας του Συλλόγου στην Ορχήστρα για το ντεμπούτο της στην αίθουσα Χρήστος Δ. Λαμπράκης (Φίλων της Μουσικής);

Το ίδιο το γεγονός συνήγειρε έναν διόλου ευκαταφρόνητο πυρήνα φιλόμουσου κοινού και η πληρότητα της αίθουσας το βράδυ της 13ης Φεβρουαρίου αποτελούσε ηχηρή απάντηση σε μεμψιμοιρίες δημόσιων φορέων που επιτυγχάνουν μικρότερη προσέλευση, παρά το γεγονός (ή μήπως τελικά εξαιτίας;) του ότι αποφεύγουν εκτροπές από την πεπατημένη ή, και όταν τις αποτολμούν, αυτές αποτελούν στοιχειώδες άλλοθι του προβλέψιμου λοιπού ακροάματος. Η συναυλία αυτή πάντως, όπως και άλλες που έχουν προηγηθεί, διέθετε πραγματικό και συνεκτικό προγραμματικό υπόβαθρο, ενισχυτικό της απήχησής της. Η ανέκδοτη σύνθεση (1894) του ελάχιστα οικείου Γερμανο-ρωσο-ελβετού Paul Juon (1872-1940), οι δύο του Νίκου Σκαλκώτα (1904-1949), που ανακαλύφθηκαν στα 2013 από τον Γιάννη Τσελίκα στο Πανεπιστήμιο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης και ενορχηστρώθηκαν με μεράκι από τον Γιάννη Σαμπροβαλάκη, η "2η Δωδεκανησιακή Σουίτα" (1949) του Γιάννη Κωνσταντινίδη (1903-1984), αλλά και η "2η Συμφωνία" (1934) του Kurt Weill (1900-1950) αποτέλεσαν σταθμούς ενός αφηγηματικού μίτου που συγκροτούσε η κοινή δράση, εκπαιδευτική και συνθετική, των δημιουργών αυτών στο εκρηκτικά ελεύθερο και φιλελεύθερο Βερολίνο της δεκαετίας του 1920, όπου όλοι συνέπεσαν. Το κυριότερο όμως παραμένει ότι ανακαλούμε με συγκίνηση και υπερηφάνεια το επίπεδο της συνολικής απόδοσης των μουσικών της Φιλαρμόνια Αθηνών στη συναυλία αυτή, μια πραγματική ημεδαπή μετάκληση στο Μέγαρο, που -ω του θαύματος- δεν είχε, τηρουμένων των εύλογων αναλογιών, κάτι να ζηλέψει από εκείνες του εξωτερικού.

Τη συναυλία εγκαινίασε το ορχηστρικό πρωτόλειο του Γιούον, η ορχηστρική μπαλάντα "Ingeborgs Klage" (Ο Θρήνος της Ίνγκεμποργκ, έργ. 3α) μελωδική, λυρική και με την ποιότητα ενορχήστρωσης που αναμένει κάποιος από μαθητή του Αρένσκι και κάποιον που ένας Ραχμάνινοφ αποκάλεσε «Ρώσο Μπραμς». Ο Γιούον δίδαξε για πολλά χρόνια στη Ανώτατη Μουσική Ακαδημία του Βερολίνου, σε μιαν εποχή που Σκαλκώτας, Κωνσταντινίδης αλλά και ο Δημήτρης Μητρόπουλος αναζητούσαν εκεί τη μουσική τους εξέλιξη. Τη "Σουίτα για βιολί και μικρή ορχήστρα" του Σκαλκώτα (1929) υπηρέτησε με οίστρο ο ακάματος βιολονίστας Γιώργος Δεμερτζής και ο ίδιος πλαισίωσε έναν εξίσου ενθουσιώδη Βασίλη Βαρβαρέσο στο πιάνο για το "διπλό" κονσέρτο (1930) που οδήγησε την εκδήλωση στο διάλειμμά της. Η εμβληματική "2η Δωδεκανησιακή Σουίτα" του Γιάννη Κωνσταντινίδη, ζωηρά και διάφανα ερμηνευμένη, επανέφερε την απορία πώς -αν και από την πάστα των «αειθαλών»- ανακρούεται τόσο σπάνια από την ΚΟΑ. Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τη " συμφωνία" του Kurt Weill, ερμηνεία τόσο μεστή ώστε να μας πείσει ότι, με την εκδίωξή του από την Ευρώπη, η μουσική έχασε ένα σημαντικό συμφωνιστή. Παρόμοιο επίπεδο αφομοίωσης των καυστικών αλλά και των νοσταλγικών παραμέτρων αυτής της γοητευτικής παρτιτούρας δεν είναι αυτονόητο ούτε καν στην έστω και περιορισμένη διεθνή δισκογραφία του έργου. Εύγε!

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Το "αφήγημα"

Σε κάθε περιστατικό ακροδεξιάς βίας σκάνε μύτη οι “ισαποστάκηδες”. "Πώς τολμάει και μιλάει ο ΣΥΡΙΖΑ για επιθέσεις μίσους;" αναρωτιούνται. Αυτοί δεν δίχασαν την κοινωνία στις πλατείες των...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο