Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τόσκα στη Μετ της μετά Τζεφιρέλλι εποχής!

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

Δεν θα μπορούσε να είναι ευτυχέστερη η ακολουθία των αλλεπάλληλων παραστάσεων της «Τόσκα» (1900), που παρακολουθήσαμε εντός του Ιανουαρίου του 2018, με προηγηθείσα τη δορυφορική αναμετάδοση από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης. Σημαντικό όρο επίτασης της δυαδικής αυτής εμπειρίας αποτέλεσε, ωστόσο, για εμάς, η άμεση επαφή μας με τους φυσικούς χώρους εκτύλιξης της πλοκής, τόσο απτούς κατά την ολιγοήμερη παραμονή μας στη Ρώμη. Την «Αιωνία Πόλη» που αγάπησε ο Τζάκομο Πουτσίνι, που την περιηγήθηκε σχολαστικά κατά τη σύνθεση του αριστουργήματός του, εκείνη της οποίας τις καμπάνες ενσωμάτωσε όσο πιο αυθεντικά στο πρελούδιο της γ' πράξης, με φόντο το μεγαλειώδες όσο και απεχθές στη χρήση του καστέλο του Sant' Angelo. Κι αν ασφαλώς το Palazzo Farnese, παρεμπιπτόντως ακόμη γαλλικό έδαφος μισθωμένο συμβολικά στο ιταλικό κράτος, όπου κορυφώνεται το δράμα στη β' πράξη, δεν «γράφει» αντίστοιχα στη συνείδηση του θεατή, το αντίστοιχο εσωτερικό του μεγαλοπρεπούς Sant' Andrea della Valle, όπου πρωτογνωρίζουμε τις dramatis personae, βοά ως λατρευτικός χώρος αντάξιος για μια πριμαντόνα, όπως η επώνυμη πρωταγωνίστρια αυτής της κομβικής όπερας.

H πολυτελής παραγωγή του David McVicar για τη Μετ, που προβλήθηκε ως συνήθως στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ακολούθησε χωρίς περιστροφές και ουσιώδεις αναπαραστατικές απώλειες την ιστορικά ακριβή, νατουραλιστική παρακαταθήκη του -από το 2012 απόμαχου- Franco Zeffirelli (*1923). Το ότι ο τελευταίος είχε το προνόμιο να διαθέτει για την πρεμιέρα του μια Κάλλας και έναν Τίτο Γκόμπι υπενθυμίζει ενισχυτικά προς τον Σερ Ντέηβιντ ότι και η δική του δουλειά προοριζόταν αρχικά να πλαισιώσει το καλλιτεχνικό κουαρτέτο Κριστίνε Όπολάις, Γιόνας Κάουφμαν, (σερ πλέον) Μπρυν Τέρφελ και Τζέημς Ληβάιν. Με τον τελευταίο δε σε χαρακτηριστική για αρχιμουσικούς καμπή ωριμότητας, όπως απέδειξε ο τελευταίος του σπουδαίος «Μαγικός Αυλός», πάντα από τη σκηνή της Μετ. Μιας Μετ η οποία, ας μάς επιτραπεί να παρατηρήσουμε, παρά την τεράστια προσφορά του σε αυτήν, εξοβέλισε συνοπτικά τον γηραιό πλέον και από ετών καθηλωμένο σε αμαξίδιο πυλώνα της, ως ελεγχόμενο για «συμπεριφορές» που καταγγέλλονται μετά 35ετία τουλάχιστον από τη φερόμενη ως «τέλεσή» τους και χωρίς επιπλέον -έως στιγμής- επαρκή ένδειξη αξιόποινης διάστασής τους!

Ήταν λοιπόν περίπου αναμενόμενο, κατόπιν των ανωτέρω, ότι οι συντελεστές που τελικά παρακολουθήσαμε θα υπολείπονταν σε κάποιο βαθμό των αρχικά προβλεπόμενων συναδέλφων τους. Και αυτό παρά τον στατιστικό πρωταθλητισμό της νέας Τόσκα, της υψιφώνου Sonya Yoncheva, με (4 παρακαλώ!) «μητροπολιτικά» ντεμπούτα σε μια και μόνη σαιζόν του Θεάτρου. Φωνή με ποιότητα και πληρότητα λυρικού τόνου, ικανή για σποραδικές δραματικές εκτινάξεις, η βουλγαρικής καταγωγής καλλιτέχνις αιμοδότησε με νεανικότητα και δυναμισμό τον χαρακτήρα, αλλά δεν κατάφερε να τον εμποτίσει με τον βιωματικό πλούτο και την ηχοχρωματική ταυτότητα που διέθεταν προκάτοχοί της. Όσο για την «προσευχή», η απουσία εσωτερικότητας και ενσυναίσθησης των παθημάτων μάς άφησε με την πείνα μας. Αν και αντίστοιχα ελαφρύς (ένας μόλις χθεσινός Νεμορίνο!), ο Ιταλός Vittorio Grigolo έχει δουλέψει σοβαρά τη λυρική πτυχή της εκφοράς του, κυρίως σε γαλλικούς ρόλους, και αυτό βοήθησε σημαντικά στην πειστική ενσάρκωση του φλογερού και εκρηκτικού Μάριο. Η υπερφόρτωση του φωνητικού του οργάνου ήταν σποραδικά προφανής, άλλο τόσο όμως και η επιστράτευση μιας ευπρόσδεκτης mezza voce στο πρότυπο του παιδικού ινδάλματός του, του Λουτσιάνο Παβαρόττι, πλάι στον οποίο ο νεώτερος καλλιτέχνης είχε ερμηνεύσει, παιδί ακόμη, τον εκτός σκηνής ποιμενίσκο της τελευταίας πράξης. Ο Σέρβος βαρύτονος Željko Lučić υποδύθηκε τον τρομερό αστυνομικό διευθυντή του έργου με λιτή κίνηση και αρκούντως ογκώδη φωνή, κατάλληλα στηριγμένη και συνολικά ομοιογενή, εκπέμποντας μιαν υπαινικτικότερη επικινδυνότητα από τον Σκάρπια του Γκόμπι ή του Τέρφελ.

Από τους άλλους ρόλους ξεχωρίσαμε τον εύηχο και αρκούντως παραστατικό νεωκόρο του βαρυτόνου Patirick Carfizzi, καθώς και τη σκηνική βινιέτα του τενόρου Brenton Ryan ως Σπολέττα. Επιμελής αλλά συχνά ωχρή και πίσω από τη σκηνική δράση αναδείχθηκε η μουσική διεύθυνση του Βέλγου Emmanuel Villaume, no match -που θα έλεγαν οι φίλοι μας Αμερικανοί- για τον Ληβάιν που τόσο λυπηρά -για τη μουσική αλλά και για το κράτος δικαίου- στερηθήκαμε!

Δείτε όλα τα σχόλια