Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Το τραγούδι είναι η Ιστορία ενός τόπου»

Το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι χρειάζεται κοινωνιολόγο περισσότερο από μουσικολόγο

Ο κρητικής καταγωγής Γιώργος Σταυριανός είναι από τις πολύ ξεχωριστές και διαφορετικές περιπτώσεις Έλληνα συνθέτη. Με πολύ σοβαρές ακαδημαϊκές σπουδές στην Ελλάδα και στη Γαλλία (είναι πτυχιούχος των Φιλολογιών αμφοτέρων των χωρών και κατέχει ένα διδακτορικό στη Φιλοσοφία), παράλληλα με την κλασική μουσική παιδεία του έκανε την εμφάνισή του στη δισκογραφία το ’82 και έκτοτε κυκλοφορεί, με όχι πολύ συχνό ρυθμό, μια σειρά δίσκων με τραγούδια αλλά μερικές φορές και ορχηστρικών, στους οποίους έχει συνεργαστεί με τους περισσότερους/ες από τους/τις κορυφαίους/ες ερμηνευτές/ιες αλλά και αρκετούς από τους/τις καλύτερους/ες στιχουργούς της χώρας μας.

Πριν και πάνω από όλα έξοχος μελωδός, οι δουλειές του διακρίνονται επίσης πάντα για την πολύ υψηλή αισθητική τους και φυσικά δεν αποτελεί εξαίρεση το πιο πρόσφατο album του «Η πηγή των θαυμάτων», που κυκλοφόρησε από την ανεξάρτητη εταιρεία Μετρονόμος. Όντας εδώ και αρκετά χρόνια επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, παράλληλα με τη συνθετική δραστηριότητά του, μας μίλησε για τον τελευταίο δίσκο του αλλά και για την κατάσταση του ελληνικού μουσικού γίγνεσθαι σήμερα, με αμφότερες τις ιδιότητες του, δηλαδή ως διανοούμενος της μουσικής ή ίσως ως δημιουργός που σκέφτεται πολύ περισσότερο από τους πιο πολλούς άλλους.

* Είχατε εξαρχής και εξελίσσετε όλο και περισσότερο ένα ύφος και μιαν αισθητική που δεν μοιάζει σχεδόν με κανενός άλλου, σίγουρα έχετε ελάχιστη ώς και καμία σχέση με το ευρύτερα εννοούμενο λαϊκό τραγούδι ούτε όμως και με το λεγόμενο «έντεχνο». Να υποθέσω λοιπόν ότι, αν θεωρείτε ότι συνεχίζετε μια παράδοση μάλλον παρά σχολή, αυτή είναι του Μάνου Χατζιδάκι, αν και φυσικά με πολύ λιγότερα λαϊκά στοιχεία από όσο εκείνος;

Μια πανσπερμία ιδιωμάτων συγκρότησε το μουσικό σώμα της μετα-Αττίκ και μετα-ρεμπέτικης μουσικής στην Ελλάδα. Ανάμεσα σε δύο ουσιαστικά κόσμους η χώρα μας τελικά επέλεξε τον δεύτερο, μέσα από μια σειρά δραματικών πολιτικοκοινωνικών γεγονότων και ανακατατάξεων που διαμόρφωσαν -και ώς ένα σημείο διαμορφώνουν ακόμα σήμερα- την πολιτιστική μας ταυτότητα. Η μουσική ιδιοφυΐα του Μάνου Χατζιδάκι έγκειται στο γεγονός ότι άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του προσδιορίζοντας κατά κάποιον τρόπο την αναδυόμενη ελληνικότητα. Είναι δύσκολο να εντοπίσεις ο ίδιος τις επιρροές σου. Σίγουρα υπάρχουν κατάλοιπα όλων αυτών των ακουσμάτων που τροφοδότησαν και τον δικό μου τρόπο έκφρασης, με κυρίαρχα εκείνα τα οποία προσδιόρισαν τη μουσική -και όχι μόνο- ταυτότητα μου.

* Θα λέγατε ότι είναι η κλασική παιδεία σας που πριν και πάνω από όλα καθόρισε το ύφος σας; Όσον αφορά στα ακούσματα της ελληνικής μουσικής, ποια ήταν ίσως που έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε αυτό;

Είναι σίγουρο ότι η παιδεία λειαίνει όχι μόνο το περίγραμμα αλλά τροφοδοτεί και το περιεχόμενο και είναι αλήθεια ότι στα αυτιά του παιδιού που υπήρξα ηχούν ακόμα οι ήχοι της λύρας και του λαούτου των κρητικών πανηγυριών, τα μουσικά προγράμματα του τότε κρατικού ραδιοφώνου και λίγο αργότερα η ανακάλυψη του ρεμπέτικου και των πρώτων «εύπεπτων» κλασικών μουσικών θεμάτων.

* Ο τίτλος «Η πηγή των θαυμάτων» θα μπορούσε να είναι και μια αναφορά ή και επιστροφή μεταφορικά στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας;

Αυτή η περίφημη παιδική αθωότητα υποδηλώνει περισσότερο άγνοια και έλλειψη εμπειριών. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει, στη βάση που στο μυαλό ενός παιδιού θεωρούνται όλα δεδομένα και αμετακίνητα. Ο χρόνος δεν αποτελεί σημείο αναφοράς για ένα παιδί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τα πάντα μπορούν να συμβούν, ακόμα και το παιχνίδι που μας κάνει στα μάτια των άλλων αόρατους. Και τώρα που το ξανασκέφτομαι, στον τίτλο μπορεί και να υπάρχει μια νοσταλγία επιστροφής...

* Προτιμάτε να κάνετε δίσκους με αρκετούς ερμηνευτές και ερμηνεύτριες, συνήθως περισσότερους από τρεις. Τι σας κάνει να αποφεύγετε έναν ολόκληρο κύκλο τραγουδιών με μία μόνο φωνή; Αντίθετα με άλλους συνθέτες, δεν έχετε γράψει ποτέ για μια συγκεκριμένη φωνή;

Με εξαίρεση τον Μίλτο Πασχαλίδη στην τελευταία μου δουλειά και στο τραγούδι που ερμηνεύει, είναι αλήθεια ότι δεν σκέφτηκα ποτέ να γράψω εμπνεόμενος από μια συγκεκριμένη φωνή και τρόπο ερμηνείας Δεν είναι κάτι που απέφυγα, απλώς δεν προέκυψε σαν σχεδιασμός.

* Στον συγκεκριμένο δίσκο, η παρουσία των Νένας Βενετσάνου, Βασίλη Γισδάκη, ακόμα και της Σοφίας Παπάζογλου, θα μπορούσε να θεωρηθεί απολύτως εύλογη, όχι όμως και τόσο του Μίλτου Πασχαλίδη, ακόμα περισσότερο του Κώστα Παρίσση (που και μόνον η τόσο μεγάλη συμμετοχή του στο εκτελεστικό σκέλος του album δείχνει ότι είναι μεν ένας εξαίρετος μουσικός αλλά όχι και ερμηνευτής) και, περισσότερο από όλους βέβαια, του Φοίβου Δεληβοριά. Τι σας έκανε να επιλέξετε τους τρεις τελευταίους και ιδιαίτερα τον Φ. Δεληβοριά, ο οποίος, ως και δημιουργός επίσης όλων των τραγουδιών του, έχει εδώ και πολλά χρόνια διαμορφώσει ένα ερμηνευτικό ύφος που μόνο κοντινό με την μουσική σας δεν είναι;

Τον Φοίβο τον θεωρούσα πάντοτε «αρτίστα» με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Προσέδωσε στο τραγούδι που του εμπιστεύτηκα μια ήπια θεατρικότητα, το έφερε στα μέτρα του αναδεικνύοντας το ύφος του. Ο Κώστας Παρίσσης μπορεί να μην έχει την ερμηνευτική δεινότητα άλλων, είναι όμως «τεχνίτης» της μουσικής, δουλεύει κάθε τμήμα της, είναι χρήσιμος σε πολλά επίπεδα. Όσο για τον Μίλτο, έχω πει ότι όταν παρακολουθώ μια εμφάνισή του δεν τον ακούω απλώς αλλά κυριολεκτικά τον χαζεύω. Ένας πραγματικά μεγάλος ερμηνευτής!

* Πιστεύω ότι η μελοποίηση του ποιήματος του Καβάφη «Η πόλις» δεν είναι ένα ακόμα τραγούδι για εσάς αλλά κάτι ως πνευματική υποθήκη, παρ’ ότι βέβαια έχετε πολλά ακόμα χρόνια δημιουργίας. Τι σας ώθησε να το κάνετε στη συγκεκριμένη συγκυρία και όχι σε μιαν άλλη; Και τι θέλετε να πείτε ερμηνεύοντάς το ο ίδιος; Γιατί φαντάζομαι ότι δεν συνέβη αυτό επειδή δεν μπορούσατε να βρείτε τον κατάλληλο ερμηνευτή...

Ένα τέτοιο ποίημα, από τα μεγαλύτερα που έχουν ποτέ γραφτεί παγκοσμίως, θέλησα να το «χρεωθώ» ο ίδιος, να αναλάβω προσωπικά την ευθύνη για το καλύτερο ή το χειρότερο. Εδώ δεν είναι απαραίτητη τόσο η τραγουδιστική δεινότητα όσο η βαθύτερη αίσθηση της υπαρξιακής αγωνίας την οποία αποπνέει και του φιλοσοφικού στοχασμού που επιβάλλεται, μοιάζει με έναν εποικοδομητικό συγκλονισμό. Μελοποιήθηκε μια κι έξω, έτσι και τραγουδήθηκε. Την κόλαση πρέπει να την περνάς πάντα μόνος, χωρίς να είναι απαραίτητο να μένεις εγκλωβισμένος σε μια μοίρα.

* Και το τελευταίο κομμάτι του δίσκου; Θέλατε να υποδηλώσετε κάτι αναθέτοντας στον Νότη Μαυρουδή να επανεκτελέσει σόλο μια παλαιότερη σύνθεσή σας ή απλώς σας άρεσε για φινάλε μια όμορφη μελωδία με τον γλυκό ήχο της κιθάρας;

Θεωρώ τιμή μου που συμμετέχει «κλείνοντας» τη δουλειά αυτή ένας σολίστ του επιπέδου και της ποιότητας του Νότη. Δεν είναι διασκευή παλαιότερου θέματος, είναι το τραγούδι που ερμηνεύει στον ίδιο δίσκο ο Βασίλης Γισδάκης, το «Ο αμαρτωλός». Ε, δεν είναι φυσικό το πέρασμα από την αμαρτία στην «Εξιλέωση»;

* Αφού σαφώς διαθέτετε και με το παραπάνω την ικανότητα για αυτό, άλλωστε το έχετε κάνει στο παρελθόν, τι σας ώθησε να αναθέσετε εξ ολοκλήρου την ενορχήστρωση στον Κώστα Παρίσση; Θεωρείτε ότι κύριο έργο σας είναι η σύνθεση των τραγουδιών και από τη στιγμή που θα τα γράψετε δεν ασχολείστε ιδιαίτερα μαζί τους;

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ηχογράφησης ενός δίσκου είμαι παρών, ακόμα και όταν οι συνθήκες με υποχρεώνουν να απουσιάζω. Με τη σύγχρονη τεχνολογία υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Από την άλλη, έχεις δίκιο να αναρωτιέσαι αν κύριο μέλημά μου είναι η σύνθεση τραγουδιών, γιατί έτσι είναι. Εκ των υστέρων -και εννοώ μετά την ηχογράφηση και την κυκλοφορία του έργου- υπάρχει πάντα ο χρόνος να αναθεωρούμε κάτι που όμως πια δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Και το καλύτερο αποτέλεσμα να έχουμε, πάντα θα υπάρχει αυτή η ανασφάλεια, άλλοτε δικαιολογημένα και άλλοτε αδικαιολόγητα.

* Θεωρείτε ότι το τραγούδι μας σήμερα ανθεί ή νοσεί; Στη δεύτερη περίπτωση, ιεραρχήστε μου τι, κατά τη γνώμη σας, ευθύνεται περισσότερο για αυτό, η έλλειψη παιδείας, αισθητικής, ήθους ή οράματος;

Κοίταξε γύρω μας...Τα πάντα μοιάζουν λίγο - πολύ ατάκτως ερριμμένα. Απούσα κάθε έννοια τάξης, προοπτικής. «Εικόνα σου είμαι, πολιτεία, και σου μοιάζω» έλεγε ο ποιητής. Το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι χρειάζεται έναν κοινωνιολόγο περισσότερο και από μουσικολόγο για να το μελετήσει και αυτό θα γίνει σωστότερα μέσα από μια διαχρονική ανάλυση τάσεων και περιεχομένων. Πασχίζει να βρει έναν δρόμο που μοιάζει ακόμα θολός και δυσπρόσιτος μέσα σε μια τεχνολογική αγριότητα η οποία είναι πια μονόδρομος στον μοιραία παγκοσμιοποιημένο πλανήτη μας...

* Ποιο είναι για εσάς το αίτημα του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού και πώς το υπηρετείτε ο ίδιος;

Ο κόσμος σήμερα έχει ανοιχτά σύνορα και αυτό το έχει καταφέρει εν πολλοίς η «διαδικτυακή δημοκρατία». Το τραγούδι είναι η ζωντανή και διαχρονική μαρτυρία ενός τόπου, η Ιστορία του, η διαδρομή του, το πολιτιστικό του πρόσωπο. Το τραγούδι γεννήθηκε για να ενώνει, να αφουγκράζεται, να γίνεται ο καθρέφτης μιας κοινωνίας. Στη χώρα μας, οι περισσότεροι ιστοί έχουν διαρραγεί, δεν είναι τωρινό φαινόμενο το οποίο προέκυψε ξαφνικά, πάνε δεκαετίες τώρα που αυτή η κατάσταση εξυφαίνεται. Είναι απούσα η συγκρότηση, η περίσκεψη...Τα εμφυλιακά τραύματα ακόμα δεν έχουν επουλωθεί, τα πάθη κυριαρχούν στην καθημερινότητα και μια σοβαροφάνεια που επικρατεί αφοπλίζει την όποια ενδοσκόπηση και σεμνότητα, απαραίτητα συστατικά για το μεγάλο έργο. Ο κόσμος γύρω μας αλλάζει δραματικά, το τραγούδι πια μόνο του δεν είναι ικανό να περιγράψει την εποχή και την τρομακτική περιπλοκότητα της. Παρ’ όλα αυτά και στη χώρα μας γίνονται πράγματα, τραγούδια εξακολουθούν να γράφονται και, πιστεύω, ώς ένα βαθμό «αθωότερα» από εκείνα της χρυσής λεγόμενης εποχής!

* Ακόμα και πριν αρχίσει να απασχολεί ένα πολύ μεγάλο μέρος του χρόνου σας η εκπαιδευτική δραστηριότητά σας οι συναυλίες σας ήταν επί της ουσίας ανύπαρκτες. Δεν σας ενδιαφέρει το να παρουσιάζετε τη μουσική σας ζωντανά και σας αρκεί να είναι σωστά καταγεγραμμένη σε δίσκους ή δεν βρίσκετε τις κατάλληλες συνθήκες για να γίνει αυτό;

Είναι αλήθεια πως δεν μου αρέσει να δυσκολεύω τη ζωή μου και μια ζωντανή εμφάνιση απαιτεί, πέρα από τα ουσιαστικά μουσικά προσόντα, την ύπαρξη μιας ομάδας δεμένης στον χώρο και στον χρόνο. Απαιτεί πολύ δουλειά και με αβέβαια πάντα αποτελέσματα. Έχω κάνει συναυλίες παλαιότερα, με τον καιρό όμως αφοσιώθηκα σε πράγματα που με ενδιέφεραν περισσότερο. Άλλωστε σημασία δεν έχει να επαναλαμβάνεσαι αλλά να συγχρονίζεσαι με το πνεύμα του καιρού σου, ακόμα και σε επίπεδο συναυλιακής εμφάνισης. Σήμερα οι τέχνες συνεργάζονται, υπάρχει διάδραση με το κοινό, μια αναζήτηση σε όλα τα επίπεδα και σ’ αυτό βοηθά και η τεχνολογία. Στον τόπο μας έχουμε μείνει αρκετά πίσω υπηρετώντας μια δήθεν παράδοση, στην ουσία όμως παραμένουμε στάσιμοι και τραγικά επαναλαμβανόμενοι, με ελάχιστες πάντα φωτεινές εξαιρέσεις.

* Και τα προσεχή σχέδια σας, τα πιο άμεσα και σίγουρα αλλά ίσως και αυτά που θα θέλατε να υλοποιήσετε σε ένα βάθος χρόνου;

Στη συγκλονιστική αυτή εποχή που ζούμε θα ήθελα να προσθέσω ακόμα περισσότερη γνώση στη μικρή μου αποσκευή, να μη σταματήσω να θαυμάζω και να εντυπωσιάζομαι με το καινούργιο, να ταξιδέψω...γιατί όχι και να γράψω, αν υπάρχει κάτι που θα πρέπει να μοιραστώ με άλλους!

Είναι ακριβώς αυτή η μόνιμη «αναζήτηση», η οποία αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό του έργου του Γιώργου Σταυριανού που τον οδηγεί αλάθητα σε μια συνεχή και διαρκή εσώτερη ωρίμανση και δημιουργική βελτίωση...

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ποιον κοροϊδεύουν;

Η Νέα Δημοκρατία και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. σύρθηκαν εχθές στην υπερψήφιση της τροπολογίας που ανοίγει τον δρόμο για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Το έκαναν επειδή ήξεραν ότι, αν καταψήφιζαν, θα είχαν...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο