Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Λεονώρα" του Μπετόβεν από τον Ρενέ Γιάκομπς στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Tου Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

Έχει χυθεί πολλή μελάνη για τον βαθμό επιτυχίας του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν ως συνθέτη όπερας, με δεδομένο ότι η μελοδραματική του παραγωγή περιορίστηκε σε μόνο ένα έργο, που γνώρισε τρεις διαδοχικές μορφές και δύο τίτλους. Ο αρχικός ήταν «Λεονώρα», ονομασία συνδετική του γίγαντα της Βόννης με τη γαλλική προέλευση μιας συγκεκριμένης θεματικής «όπερας σωτηρίας», που εξαίρει την αυτοθυσία της «συζυγικής πίστης» και επικεντρώνει τη σύγκριση του ελαφρότατα νεότερου μελοδράματος (Βιέννη, 1805) προς την ομοιότιτλη όπερα (Δρέσδη, 1804) του Ιταλού Φερντινάντο Πάερ (1771-1839). Η δεκαετία του 1970 εισέφερε εξαιρετικές ηχογραφήσεις αμφοτέρων, εκείνη δε του Μπετόβεν, υπό τον Χέρμπερτ Μπλόμστετ, προσεγγίζει ευτυχώς τη «Λεονώρα» από τη ρομαντική ερμηνευτική αντίληψη και παράδοση, κρατούσα για τον τελικό «Φιντέλιο» (1814). Όσο συζητήσιμη κι αν θεωρηθεί η προτίμησή μας αυτή, με γνώμονα τη μουσικολογική καθαρολογία και τη συνέπεια προς το εύλογο desideratum μιας κατά το δυνατόν «αυθεντικής» ερμηνευτικής παρουσίασης, παραμένουμε προσηλωμένοι στην πεποίθηση ότι μόνο έτσι τα εγκεφαλικά και οργανικά ακουστικά κέντρα των σύγχρονων ακροατών αποκτούν δυνατότητα ουσιαστικής συγκριτικής αποτίμησης των βασικών σταδίων της κοπιώδους -ως συνήθως- για τον Μπετόβεν διαδικασίας σύνθεσης.

Αντίθετα, η αντιπαράσταση μιας «Λεονώρας» ερμηνευμένης από καλλιτέχνες ειδικευμένους κυρίως στην «παλαιά μουσική» με τις καθιερωμένες εμπειρίες του «Φιντέλιο» αποβαίνει κατάφωρα ανεπιεικής έναντι της αρχικής μορφής της όπερας. Ακόμη κι όταν, όπως συνέβη στις 30 Οκτωβρίου στην Αθήνα, η αναβίωση της «Λεονώρας» (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης) πραγματοποιείται στο διεθνώς υψηλότερο δυνατό επίπεδο, με πρωταγωνίστρια την πρωτεϊκή Marlis Petersen και με αρχιμουσικό τον ευφάνταστο, κυριολεκτικά «αναγεννησιακό» René Jacobs. Έναν «πεφωτισμένο» αναδημιουργό που, χωρίς να υποτιμά την ακριβή λεπτολογία της «αυθεντικής» ερμηνευτικής πρακτικής, τολμά να θεωρεί την αδέσμευτη φαντασία ως βασικό στοιχείο του πυρήνα συγκρότησης αυτής της «αυθεντικότητας», αποσυνδέοντάς την έτσι από κάθε υπόνοια μουσειακής αναπαράστασης.

Σε παρόμοιο πλαίσιο, λοιπόν, η «Λεονώρα» όντως χρονοτριβεί πιο διαφωτιστικά από τον «Φιντέλιο» στην οικιακή ατμόσφαιρα της α’ πράξης. Η ακροθιγής διέλευσή της στον τελευταίο όμως αντισταθμίζεται από ουσιώδη μουσικοδραματική εμβάθυνση των χαρακτήρων (πρβλ. τις άριες της Μαρτσελίνε και της Λεονώρα). Ο «Φιντέλιο» εξάλλου διευρύνει έναντι της «Λεονώρας» το -διαχρονικά επίκαιρο- στίγμα των φυλακισμένων ως συμβόλων στέρησης της πολιτικής ελευθερίας. Στην τελευταία πράξη μάλιστα, ο Μπετόβεν την εξαίρει μουσικά «über alles», από την ψυχολογικά διεισδυτική εναρκτήρια άρια του πολιτικού κρατούμενου Φλορεστάν, απελπισμένου και σκελετωμένου, μέχρι το επίσης ευεργετικά αναθεωρημένο μεγάλο φινάλε της αποκατάστασής της, που ανάγεται σε δοξαστικό ύμνο για όσους μάχονται γι’ αυτή.

Τα παραπάνω δεν αναιρούν την ευγνωμοσύνη μας για την ευκαιρία γνωριμίας της αρχικής «Λεονώρας» ούτε για την τελειοθηρία της Ορχήστρας Μπαρόκ του Φράιμπουργκ και της Sing-Akademie της Ζυρίχης που ακολούθησαν τον Γιάκομπς με αξιοθαύμαστη εντέλεια. Επιπλέον επειδή, αν και σε συναυλιακή παρουσίαση, οι μονωδοί υποκρίθηκαν θεατρικά τους ρόλους: εν πρώτοις η Πέτερζεν, σφριγηλή και νεανική Λεονώρα, με λεία και δυναμική εκφορά, σκανδαλιστικά πειστική ως o ερωτεύσιμος νέος που εντός ρόλου υποδύεται. Απέναντί της η ζωηρή και ισχυρογνώμων Μαρτσελίνε της Robin Johannsen, ο πληθωρικός Ρόκκο του μπάσου Dmitri Ivaschenko, ο καλλιεπής στον μικρό ρόλο του υπουργού βαρύτονος Tareq Nazmi. Εκφραστικά ουδέτερος παρέμεινε όμως, ως διευθυντής της φυλακής, ο βαρύτονος Johannes Weisser, ενώ ο τενόρος Johannes Chum, ο Χακίνο του έργου, εκλήθη δυστυχώς να ερμηνεύσει και τον Φλορεστάν, ασθενούντος του προβλεπόμενου Maximilian Schmidt, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τις ισορροπίες σε αυτό το πρόπλασμα του «Φιντέλιο».

Εν κατακλείδι, η σποραδική αναβίωση της «Λεονώρας» είναι χρήσιμη, προϋποθέτει όμως λυρικούς ερμηνευτές, με προσωπικότητα κεντρικού ρεπερτορίου, για να αναπτύξει ίδιο αντίκτυπο έστω ως work-in-progress. Μας έπεισε γι' αυτό η -παράλληλη με τη γραφή αυτού του κειμένου- τεχνικά μέτρια ακρόαση παράστασης από το Φεστιβάλ Μπρέγκεντς, με κορυφαίους λυρικούς ερμηνευτές της εν έτει 1960 Κρατικής Όπερας της Βιέννης, ανάμεσά τους τον λυρικό Φλορεστάν του Άντον Ντερμότα και τον πραγματικά επίφοβο Πιτσάρο του Πάουλ Σαίφλερ...

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Η απύθμενη υποκρισία της Ν.Δ. για τους πρόσφυγες

Η Νέα Δημοκρατία είναι το κόμμα που κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι “έκανε τη χώρα ξέφραγο αμπέλι για τους λαθρομετανάστες”. Είναι το κόμμα που προσπάθησε να απομονώσει την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρώπη...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο