Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Terrapin: «Η συναισθηματική πτώχευση προηγείται και έπεται της οικονομικής»

Με τους No Man’s Land να διανύουν μια παρατεταμένη περίοδο αδράνειας ο Βασίλης Αθανασιάδης μαζί με τον μπασίστα -και επίσης ιδρυτικό και επί πάρα πολλά χρόνια σταθερό μέλος των τελευταίων- Γιώργο Παπαγεωργιάδη και τον ντράμερ Γιώργο Τζίβα σχημάτισε τους Terrapin

Ο συνθέτης, στιχουργός, κιθαρίστας και τραγουδιστής Βασίλης Αθανασιάδης, ήταν και εξακολουθεί να είναι, η ηγετική φυσιογνωμία των No Man’s Land, του πρωτοποριακού για την εποχή του ψυχεδελικού rock συγκροτήματος που, έστω και με μεγάλα διαλείμματα και με μόλις τέσσερα albums στο ενεργητικό του, από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1980 όχι μόνο έχει γράψει τη δική του σημαντική ιστορία στην εγχώρια rock σκηνή, αλλά και έχει επηρεάσει ουκ ολίγους μεταγενέστερους.

Με τους No Man’s Land να διανύουν μια παρατεταμένη περίοδο αδράνειας ο Βασίλης Αθανασιάδης μαζί με τον μπασίστα -και επίσης ιδρυτικό και επί πάρα πολλά χρόνια σταθερό μέλος των τελευταίων- Γιώργο Παπαγεωργιάδη και τον ντράμερ Γιώργο Τζίβα σχημάτισε τους Terrapin.

Ο πρώτος δίσκος τους «Sanctuary» κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από την ανεξάρτητη εταιρεία G.O.D. Records του Μιχάλη Ματθαίου. Ο ηθελημένα ακουστικός στη βάση του, ήχος του τρίο σε αυτόν ενισχύεται από μια σειρά από όργανα (keyboards, αλλά και μαντολίνο, βιολοντσέλο ακόμα και το ινδικό έγχορδο σιτάρ!) που παίζουν συμμετέχοντες εκλεκτοί μουσικοί της rock σκηνής -και όχι μόνο- οδηγώντας σε ένα καλειδοσκοπικό αποτέλεσμα, «ήρεμο» και ατμοσφαιρικό μεν το οποίο, όμως, διατηρεί δε αρκετή από την «εξερευνητική» διάθεση της ψυχεδέλειας.

Επίκεντρο, όμως του «Sanctuary» είναι πάνω από όλα τα στέρεα δομημένα τραγούδια του Βασίλη Αθανασιάδη που με αφετηρία την ακουστική folk αποτυπώνουν το σήμερα με σαφήνεια και περίσκεψη, αλλά και ορμώμενα από μια ολοκάθαρα και αδιαπραγμάτευτα rock ψυχοσύνθεση. Η αψεγάδιαστη ερμηνεία του την οποία η πολύχρονη εμπειρία του έχει κάνει να υπερβεί τις όποιες ατέλειες και αδυναμίες της έρχεται για να τα εκφράσει με τον καλύτερο τρόπο ολοκληρώνοντας το «Sanctuary» και καθιστώντας το ένα από τα πιο μεστά και ουσιώδη ελληνικά rock albums που ακούσαμε εδώ και αρκετά χρόνια. Συζητήσαμε με τον δημιουργό του για το καθόλου ευκαταφρόνητο αυτό επίτευγμά του.

Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα

* Αφού οι No Man’s Land υπάρχουν ακόμα τι σε οδήγησε στον σχηματισμό των Terrapin; Τι δεν μπορούσες να πεις με τους πρώτους και μπορείς να το κάνεις με τους δεύτερους;

Υπήρχαν κάποια τραγούδια, ορισμένα παλιότερα και άλλα πιο καινούργια, τα οποία δεν θα μπορούσαν να παιχτούν από τους No Man’s Land τη δεδομένη στιγμή. Ο λόγος είναι ότι οι No Man’s Land είχαν αρχίσει να κατευθύνονται προς πιο «απλωμένες» φόρμες: συλλογικές «αυθόρμητες συνθέσεις» μεγάλης διάρκειας και με τον αυτοσχεδιασμό να κυριαρχεί. Το συγκεκριμένο υλικό ήταν, επομένως εκείνο που υπαγόρευσε τη δημιουργία ενός νέου και «απλούστερου» σχήματος.

 

* Ποιες είναι αλήθεια κατά τη γνώμη σου ο βασικές μουσικές διαφορές των Terrapin από τους No Mans Land;

Η βασική διαφορά είναι ότι, σε σύγκριση με τους No Man’s Land, οι Terrapin στοχεύουν σε μία απλούστευση των μέσων (λιγότερα όργανα, πιο λιτές ενορχηστρώσεις), καθώς και σε τραγούδια πιο συμπαγή και περιορισμένα χρονικά, αν και, ιδιαίτερα στα live, το τελευταίο δεν τηρείται πάντα.

 

* Βρίσκεις τη φόρμα του τρίο, περιοριστική αντίθετα απελευθερωτική ή, δεν έχει καμία σημασία για το τελικό αποτέλεσμα, θα ήταν δηλαδή το ίδιο και αν η μπάντα ήταν τετραμελής ή και πενταμελής;

Πιστεύω πως το τρίο είναι κατ’ αρχήν απελευθερωτικό. Σου δίνει τη δυνατότητα να «αδειάσεις» τη μουσική σου, να ασχοληθείς περισσότερο με τη σιωπή ανάμεσα στις νότες (πράγμα καθόλου εύκολο). Οι Terrapin σχηματίστηκαν εξαρχής ως τρίο με την πρόβλεψη να προστίθενται επιπλέον όργανα όποτε αυτό κρινόταν αναγκαίο. Αυτόν τον καιρό, μάλιστα, μετά την αποχώρηση του μπασίστα Γιώργου Παπαγεωργιάδη, εμφανιζόμαστε ως ντούο. Για το άμεσο μέλλον υπάρχει η σκέψη της επέκτασης σε κουαρτέτο με την προσθήκη ξανά μπάσου και keyboards. Γενικά η ευελιξία είναι επίσης μία επιδίωξη, τουλάχιστον στις συναυλίες κι αυτό σημαίνει ολιγομελές και συμπαγές σχήμα.

 

* Νομίζω ότι αυτή τη φορά εμπνεύστηκες περισσότερο από τραγουδοποιούς - ερμηνευτές παρά από συγκροτήματα. Έχω δίκιο; Αν ναι, ποιοι ήταν οι κυριότεροι από αυτούς;

Η «ροκ τραγουδοποιΐα», από όπου και αν προέρχεται, υπήρξε πάντοτε πρωταρχική έμπνευσή μου. Νομίζω ότι με έχουν επηρεάσει εξίσου τραγουδοποιοί, όπως οι Neil Young, Bert Jansch, Van Morrison και Nick Drake και συγκροτήματα όπως οι King Crimson ή οι Van Der Graaf Generator που στο βάθος ακόμα και των πιο «ελεύθερων» κομματιών τους διακρίνει κανείς έναν πυρήνα τραγουδιού.

 

* Επίσης είναι μόνο δική μου αίσθηση ή αυτή τη φορά δίνεις πολύ περισσότερη έμφαση στον ακουστικό, τουλάχιστον όσον αφορά στις κιθάρες, παρά στον ηλεκτρικό ήχο; Ήταν συνειδητή απόφαση αυτό; Ποιες ήταν οι αιτίες της και τι επιδίωξες εφαρμόζοντάς το;

Οπωσδήποτε ήταν συνειδητή απόφαση, τα τραγούδια του «Sanctuary» γράφτηκαν με σκοπό οι ακουστικές κιθάρες να βρίσκονται «σε πρώτο πλάνο». Όταν άρχισα να μαθαίνω μουσική ξεκίνησα με ακουστική κιθάρα, εξάχορδη και δωδεκάχορδη και η ηλεκτρική ήρθε αργότερα. Πολύ νωρίς συνειδητοποίησα ότι αυτό που ήθελα να κάνω αναπόφευκτα θα κινείτο μεταξύ των δύο πόλων, ηλεκτρικού και ακουστικού. Μετά από αρκετά χρόνια ηλεκτρισμού με τους No Man’s Land είχε έρθει, λοιπόν, η ώρα για κάτι πιο ακουστικό.

 

* Τι σε ελκύει αλήθεια τόσο στον ήχο του σιτάρ και σε έκανε να το χρησιμοποιήσεις; Ή ήταν κυρίως φόρος τιμής σε μια εποχή και ιδίως στη μουσική της;

Το σιτάρ, έτσι όπως χρησιμοποιείται στη δυτική μουσική, εντελώς προσχηματικά τις περισσότερες φορές, καλώς ή κακώς παραπέμπει στα ‘60s, flower power κ.λπ. Οπότε, θέλοντας και μη, η χρήση του αποτελεί ένα είδος φόρου τιμής σε όλα αυτά. Το συγκεκριμένο τραγούδι το «City Ltd.» μου έδινε από την αρχή την αίσθηση ότι θα κέρδιζε κάτι από τον ήχο του σιτάρ, όπως κάποια άλλα κομμάτια θα ωφελούνταν από το μαντολίνο, τη φυσαρμόνικα, το βιολοντσέλο και τα keyboards. Μεγάλη σημασία είχε βέβαια η παρουσία των συγκεκριμένων φίλων που έπαιξαν τα όργανα αυτά και εμπλούτισαν τα τραγούδια μας με τη μαγεία τους.

 

* Το ύφος της ερμηνείας σου στους Terrapin είναι σαφέστατα αφηγηματικό οπότε δεν μπορώ παρά να σε ρωτήσω, οι στίχοι καταγράφουν προσωπικές, αληθινές ή και συναισθηματικές εμπειρίες, αποτελούν ιστορίες που επινοείς ή αμφότερα κατά περίπτωση;

Οι στίχοι τις περισσότερες φορές έχουν ως αφορμή είτε προσωπικές, αληθινές ή και συναισθηματικές εμπειρίες, όπως λες, είτε πράγματα που διαβάζω, βλέπω ή ακούω. Σε κάθε περίπτωση μεταχειρίζομαι τον στίχο ως αποσπασματικό λόγο, ένα από τα συστατικά του τραγουδιού, όχι το σημαντικότερο, ούτε όμως και το πιο ασήμαντο.

 

* Το «Emotional Bankruptcy» είναι καθαρά προσωπικό τραγούδι ή και έμμεσο σχόλιο για την οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα μας εδώ και αρκετά πια χρόνια;

Τους στίχους του «Emotional Bankruptcy» τους έγραψε η σύζυγός μου Sandra Dillon εμπνευσμένη από ένα διήγημα του σπουδαίου Ιάπωνα συγγραφέα Ryūnosuke Akutagawa. Έχει όντως εκληφθεί από πολλούς ως σχόλιο για τη σημερινή κατάσταση, όχι μόνο της χώρας μας θα έλεγα, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. Η συναισθηματική και διανοητική πτώχευση προηγείται και έπεται των οικονομικών κρίσεων.

 

* Ήταν μέλημά σου ο ήχος και το ύφος του δίσκου να είναι τόσο «ζωντανά» ώστε τα τραγούδια να μπορούν να παιχτούν εύκολα, αλλά και δίχως απώλειες στη σκηνή;

Από την αρχή το σχέδιο για τους Terrapin ήταν να αποτελέσουν ένα ολιγομελές σχήμα με συμπαγή και «ζωντανό» ήχο. Ταυτόχρονα φροντίζουμε πάντοτε να αφήνουμε περιθώριο για οτιδήποτε απρόβλεπτο. Με αυτά τα δεδομένα το ηχητικό αποτέλεσμα του «Sanctuary» είναι πάρα πολύ κοντά σε αυτό που είχαμε κατά νου πριν ξεκινήσουμε τις ηχογραφήσεις. Από την άλλη, η άποψή μου είναι ότι δίσκος και ζωντανή εμφάνιση είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

 

* Υπάρχουν κάποια ονόματα από το εξωτερικό, αλλά και την Ελλάδα, τα οποία τα αισθάνεσαι περισσότερο ή λιγότερο συγγενικά με τους Terrapin και αυτό που κάνουν;

Πολλά χωρίς ωστόσο η όποια συγγένεια να εντοπίζεται απαραίτητα στο ύφος ή στον ήχο. Μεταξύ άλλων οι Thin White Rope, Low, Steve Gunn, Cian Nungent, Ryley Walker, Λευτέρης Μουμτζής, Athenian Phanerothyme Conspiracy, Σείριος Σαββαΐδης, Small Blues Trap και Robert Sin.

 

* Τι θα έλεγες συγκρίνοντας την ελληνική rock σκηνή όταν ξεκινούσες με τη σημερινή, καλύτερη, χειρότερη ή ίδια από κάθε πλευρά;

Η μόνη διαφορά είναι ότι τότε δεν υπήρχε Διαδίκτυο. Κατά τα άλλα το ίδιο πάθος και η ίδια ειλικρίνεια από την πλευρά των συγκροτημάτων, παλαιών και νέων, η ίδια ηρωική άρνηση της πραγματικότητας, αλλά και η ίδια μιζέρια, η ίδια απαξίωση, η ίδια ανυπαρξία «σκηνής», το ίδιο παραμύθιασμα.

 

* Και τα προσεχή σχέδιά σου με τους Terrapin αλλά ίσως και με τους No Man’s Land, αν υπάρχουν κάποια και με αυτούς;

Οι No Man’s Land αυτόν τον καιρό κάνουν ένα διάλειμμα το οποίο θα τελειώσει μόλις έχουν κάτι καινούργιο να πουν. Με τους Terrapin συνεχίζουμε τις ζωντανές εμφανίσεις, στις οποίες παρουσιάζουμε τα τραγούδια του «Sanctuary» μαζί με κάποια πρωτόλεια καινούργια, προς το παρόν, όπως είπαμε ως δίδυμο (και με πιο ηλεκτρικό ήχο) και προσεχώς με νέα μέλη. Η επόμενη θα είναι στο «Κύκλωπας» (Σουλτάνη 8, Εξάρχεια) το Σάββατο 21 Οκτωβρίου. Ήδη όμως έχουμε αρχίσει να δουλεύουμε το υλικό για τον δεύτερο δίσκο ο οποίος πιστεύω ότι θα είναι αρκετά διαφορετικός από τον πρώτο.

Και τουλάχιστον εξίσου ενδιαφέρων, θα τολμούσαμε να προβλέψουμε εμείς...

Δείτε όλα τα σχόλια