Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ρενέ Φλέμινγκ, τίτλοι τέλους για μια ντίβα;

Είκοσι χρόνια μετά τις νεανικές επιδόσεις της στη Βαστίλλη, έχοντας περιοδεύσει σε Βιέννη, Δρέσδη, Λονδίνο και αλλού, η Αμερικανίδα συνόψισε την ιδιοποίηση αυτού του θείου μέρους με επίγνωση των επισφαλών πλέον για την ίδια φωνητικών του ορίων και επιτυγχάνοντας ένα μέτρο προσωπικής ανάμειξης που κατέστησε διπλά φορτισμένες τις αποχαιρετιστήριες αυλαίες ενώπιον μιας ισταμένης και παραληρούσης Μετ

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Όπως ήδη αναπτύξαμε, ίσως δεν υπάρχει πιο τετριμμένη θεματική έργου από τον χρόνο ως συνιστώσα της ανθρώπινης ζωής. Στράους και Χόφμανσταλ διεκδίκησαν ωστόσο αυτό τον οικείο προβληματισμό χωρίς ψευδαισθήσεις ότι «στο πώς» του χειρισμού του «έγκειται η μεγάλη διαφορά». Η πρόσφατη αναμετάδοση (13/05/2017) του «Ιππότη με το Ρόδο» από τη Μετροπόλιταν Όπερα συσκότισε το γεγονός πως πρόκειται για συμπαραγωγή της με τη Βασιλική Όπερα Κόβεντ Γκάρντεν, το Τεάτρο Κολόν του Μπουένος Άιρες και το Τεάτρο Ρέτζο του Τουρίνου, ενώ συνέπεσε με την ημέρα των 300ών γενεθλίων της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας, στον καιρό της οποίας φέρεται να διαδραματίζεται η πλοκή. Ήταν μια συγκινητική περίσταση αποχαιρετισμού των ρόλων τους, τόσο για την άτυπη πρωταγωνίστρια Renée Fleming ως «Marschallin» (Στραταρχίνα) όσο και για την ερμηνεύτρια του επώνυμου ανδρικού ρόλου, τη Λεττονή μεσόφωνο Elina Garanca. Η δεύτερη αποφάσισε να εγκαταλείψει συνολικά την ενσάρκωση νεαρών ανδρών, ως βήμα αποδοχής του αποκλειστικά θηλυκού χαρακτήρα μιας ηλικιακής φάσης. Είναι πραγματικά κρίμα γιατί ο Οκτάβιαν της Γκαράντσα υπήρξε ό,τι πληρέστερο ερμηνευτικά έχουμε βιώσει γι’ αυτή τη δύσκολη ανάθεση. Είναι η μόνη που μέχρι σήμερα μάς έπεισε, ως κατάξανθος και πανέμορφος έφηβος, να λησμονήσουμε τη γυναίκα πίσω από το 17χρονο αγόρι του έργου, με την επιτηδευμένη αρρενωπότητα της ηλικίας, με τη μέθη της ερωτικής αυτοπεποίθησης μετά την κατάκτηση της 32χρονης εξαδέλφης του, ατρόμητος(η) στο βαθύ μεθεόρτιο φιλί της ερωτικής συνεύρεσης με τη Φλέμινγκ, απολαυστικός στην ολοένα και πιο καταλυτική αυτοπεποίθηση του αρσενικού που αφήνει ανοιχτή τη μεταμόρφωσή του σε σεξιστικό τέρας, ανάλογο του αρχικού πρωταγωνιστή της «μουσικής κωμωδίας».

Για την ίδια τη Φλέμινγκ ο αποχαιρετισμός στη Ρέζι ήλθε όταν -επιτέλους- μια ολόκληρη συμπαραγωγή δομήθηκε γύρω της, αλλά και αφού ο ρόλος είχε αφήσει σαφέστατο το αποτύπωμά του στην αναπόφευκτη ηλικιακή καμπή. Είκοσι χρόνια μετά τις νεανικές επιδόσεις της στη Βαστίλλη, έχοντας περιοδεύσει σε Βιέννη, Δρέσδη, Λονδίνο και αλλού, η Αμερικανίδα συνόψισε την ιδιοποίηση αυτού του θείου μέρους με επίγνωση των επισφαλών πλέον για την ίδια φωνητικών του ορίων και επιτυγχάνοντας ένα μέτρο προσωπικής ανάμειξης που κατέστησε διπλά φορτισμένες τις αποχαιρετιστήριες αυλαίες ενώπιον μιας ισταμένης και παραληρούσης Μετ. Σε ένα πλαίσιο μάλιστα κάθε άλλο παρά «one star performance»: το αντίθετο μάλιστα, με την ισχυρογνώμονα Σοφία της νεαρής Μορμόνας Erin Morley, ως πιστευτής μελλοντικής Μάρσαλλιν και ήδη ερωτικής αντιζήλου της συμπατριώτισσάς της Φλέμινγκ. Και με μια κυριολεκτικά αναβαπτισμένη ερμηνευτική πρόσληψη του αγροίκου Όχς από τον χαρισματικό Γερμανό βαθύφωνο Günther Groissböck που μεταμορφώνει τον χαρακτήρα σε σοβαρό διεκδικητή της κοινωνικής ανόδου μέσω ενός προνομιακού γάμου. Γοητευτικός και επικίνδυνος, κυνικός και αδίστακτος, ο Βαρώνος πέφτει θύμα κυρίως της αλαζονείας του, εκτιθέμενος πέραν των ορίων της κοινωνικής σύμβασης που τον αδρανοποιεί τελικά, εξίσου αδίστακτα.

Η επιμελημένη πινακοθήκη χαρακτήρων πιστοποιεί κατανόηση της πεμπτουσίας του κειμένου από τον σκηνοθέτη Ρόμπερτ Κάρσεν, που μεταφυτεύει πειστικά την υπόθεση στον χρόνο της πρεμιέρας του έργου, αξιοποιώντας εύστροφα το αναγνωρίσιμο λυκόφως των Αψβούργων στο κατώφλι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (ο αγχώμενος για τίτλο ευγενείας πατέρας της Σοφίας είναι έμπορος όπλων...). Μόνο στην γ’ πράξη ο μαιτρ επιχειρεί ένα μεικτής υποδοχής αναχρονιστικό άλμα απέναντι στην ίδια τη σύλληψή του, πιθανόν ως φόρο τιμής στους εκούσιους αναχρονισμούς των δημιουργών της όπερας, όταν μετατρέπει το -πάντως κακόφημο- πανδοχείο σε οίκο ανοχής της δεκαετίας του ’30 και ανυψώνει τον μεταμφιεσμένο σε καμαριέρα Οκτάβιαν σε ένα «Γαλάζιο Άγγελο» α λα Μαρλένε Ντήτριχ. Όταν όμως διαθέτεις μια Γκαράντσα, γιατί να μην το τολμήσεις;

Την παράσταση παρακολουθήσαμε στην αίθουσα «Αλ. Τριάντη» του ΜΜΑ χάρη στη γενναιόδωρη στήριξη του ομίλου ΑΝΤ1 και προφανώς του εκλιπόντος ηγέτη του Μίνωα Κυριακού. Στην καθυστερημένη έκφραση συλλυπητηρίων για την οδυνηρή απώλειά του ας μας επιτραπεί να επισυνάψουμε τη διακριτική παράκληση προς τους διαδόχους του για συνέχιση αυτής της πολύτιμης χορηγίας, που, σε καιρούς γενικής και πολιτισμικής πενίας, παρέχει ποιοτικό πήχη αξιολόγησης για την απαιτητική και σύνθετη τέχνη του Μελοδράματος...

Δείτε όλα τα σχόλια