Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Το απλό δεν είναι απαραίτητα και εύκολο»!

Το ζητούμενο είναι να κάνεις μουσική, ανεξάρτητα από το πώς! Η μουσική είναι κάτι πάρα πολύ προσωπικό, τόσο για τον δημιουργό όσο και για τον ακροατή

Ο Thomas Siffling είναι ένας από τους καλύτερους, όχι απλά τρομπετίστες, αλλά γενικότερα jazz μουσικούς της Γερμανίας. Μετά από πολλά χρόνια δουλειάς με το τυπικό jazz τρίο του με τον περυσινό του δίσκο «Flow» έκανε μια δραστική στροφή σχηματίζοντας ένα κουιντέτο το οποίο συναποτελείται από ηλεκτρική κιθάρα, ακουστικό αλλά και ηλεκτρικό πιάνο, μπάσο και ντραμς.

Το «Flow» περιλαμβάνει μόλις πέντε μεγάλης διάρκειας κομμάτια τα οποία συνδυάζουν, αριστοτεχνικά μα και απολαυστικά, τους σύγχρονους ρυθμούς με την πιο «παραδοσιακή» έκφανση της jazz. Συνομιλήσαμε με τον σαραντατετράχρονο δημιουργό του γι’ αυτόν τον θαυμάσιο δίσκο, αλλά και για τη σοβαρή πιθανότητα να έρθει για συναυλίες το φθινόπωρο στην Ελλάδα.

- Είναι ένας δίσκος φτιαγμένος για να ακούγεται όχι απαραίτητα μεν σε κλειστό χώρο, αλλά εντός ενός αστικού περιβάλλοντος, έτσι δεν είναι;

Όχι απαραίτητα. Θέλω να πιστεύω ότι η μουσική μου μπορεί να ακουστεί οπουδήποτε. Πάντα εξαρτάται από τις συνθήκες. Για παράδειγμα, ο τίτλος «Urban Flow» προφανώς συνιστά μια αναφορά σε αστικό περιβάλλον, άρα σε ένα πρώτο επίπεδο θα ήταν λογικό να το ακούσεις σε ένα τέτοιο. Από την άλλη, όμως, θα μπορούσε να είναι πολύ ενδιαφέρον το να αισθανθείς την αντίθεση ακούγοντάς το σε μια στιγμή που χαλαρώνεις και είσαι γαλήνιος. Θα έλεγα, λοιπόν, πως μπορεί κανείς να τον ακούσει οπουδήποτε και οποτεδήποτε θέλει και νιώθει καλά να το κάνει.

- Από τι και πώς προήλθε η έμπνευση για το CD και τι ακριβώς σημαίνει «flow» για εσάς;

Εδώ και πολύ καιρό εμπνέομαι από τον τρόπο που κάνει μουσική η νορβηγική σκηνή και γενικότερα τον ήχο της, για παράδειγμα, ο Bugge Wesseltoft. Την «οριζόντια» μουσική, μελωδίες και ήχους που επίσης έκανε ο Miles Davis κατά τη διάρκεια της περιόδου της cool jazz και ήταν μια ώθηση για εμένα να συνδυάσω το ύφος του Wesseltoft με τους ρυθμούς των Medeski, Martin & Wood και τον ήχο της τρομπέτας του Miles κατά τη διάρκεια της ηλεκτρονικής φάσης του. Το αποτέλεσμα είναι ένα όμορφο κατά τη γνώμη μου μείγμα από πάρα πολλά στοιχεία με το προσωπικό μου άγγιγμα, αυτό θα έλεγα ότι είναι το στιλ μου (γέλια). Όσο για τη λέξη flow στην τελευταία συζήτηση που είχαμε για τον τίτλο αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε δύο άλλους πιο σύνθετους και σοφιστικέ τους οποίους είχαμε κατά νου και έτσι καταλήξαμε στο flow που υποδηλώνει τη συνεχώς «ρέουσα» μουσική, την οποία προσπαθούμε να κάνουμε. Για εμένα προσωπικά flow σημαίνει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μυαλό και το σώμα μας λίγο πριν αποκοιμηθούμε, την κατάσταση που η ένταση καταλαγιάζει και αρχίζουμε να χαλαρώνουμε.

- Μέχρι τώρα λειτουργούσατε κυρίως στο πλαίσιο του τρίο. Τι σας έκανε αυτή τη φορά να προτιμήσετε ένα κουιντέτο; Τι αντιπροσωπεύει για εσάς ένα κουιντέτο με τη συγκεκριμένη σύνθεση και ποια είναι τα παραπάνω μέσα και τρόποι έκφρασης που σας έδωσε;

Ναι, δούλεψα με το τρίο μου για περισσότερα από δέκα πέντε χρόνια. Ήταν μια σημαντική και αποδοτική περίοδος, παίξαμε μαζί πολύ και σε πολλά διαφορετικά μέρη. Είχα αρχίσει όμως να αισθάνομαι ότι ήταν καιρός για μια αλλαγή, καιρός για νέες εμπνεύσεις με μουσικούς με τους οποίους δεν είχα ξανασυνεργαστεί, διαφορετικές ιδέες και άλλους ήχους. Έτσι σκέφτηκα πολύ το τι ήθελα και μπορούσα να κάνω για να υλοποιηθεί αυτή η αλλαγή, πού ήθελα να πάω και τι ήταν απαραίτητο για το επόμενο βήμα στη μουσική διαδρομή μου. Μετά από τόσο καιρό με το τρίο στο οποίο το μόνο μελωδικό όργανο ήταν το δικό μου, επιθυμούσα πολύ να έχω στην μπάντα μου τόσο κιθάρα όσο και keyboards.

Μου αρέσει πολύ ο χαρακτηριστικός ήχος τους ηλεκτρικού πιάνου Fender Rhodes, αλλά επίσης και ο καθόλου τυπικός τρόπος παιξίματος της κιθάρας του, για παράδειγμα, Aivind Aarset. Έτσι αποφάσισα να χρησιμοποιήσω και τα δύο αυτά όργανα μαζί με ηλεκτρικό μπάσο και επίσης έναν ντράμερ, ο οποίος να μπορεί να χειριστεί τη σύγχρονη ηλεκτρονική τεχνολογία των κρουστών, δηλαδή τα ψηφιακά εφέ, καθώς και τις λούπες. Ήδη στην πρώτη μας πρόβα ήταν σαν να βρέθηκα σε έναν νέο μουσικό κόσμο! Κάθισα στην καρέκλα μου και αισθάνθηκα ευλογημένος ακούγοντας αυτή την καινούργια και τόσο διαφορετική ηχητική έκρηξη και για το ότι είχα πλέον τη δυνατότητα να παίζω λιγότερο ή περισσότερο, όπως ακριβώς ήθελα. Ήταν μια ολότελα νέα εμπειρία για εμένα, καθώς στο τρίο σχεδόν υποχρεωτικά είχα όλη την ευθύνη, αλλά και το φορτίο της εκτέλεσης λόγω του «αραχνοΰφαντου» και εύθραυστου ήχου μας.

- Υπάρχει εκτενής και έντονη χρήση ηλεκτρονικών στον δίσκο. Τι σας ώθησε σε αυτό; Δεν φοβηθήκατε το ότι κάποιοι «πουριτανοί» ακροατές μπορεί να πουν ότι αυτό δεν είναι καν jazz αφού η jazz υποτίθεται ότι είναι μόνο ακουστικά όργανα και αυτοσχεδιασμός;

Όπως προανέφερα εδώ και πολύ καιρό επηρεάζομαι από αυτό το είδος της -ας πούμε- ηλεκτρονικής jazz έτσι ήταν λογική εξέλιξη κάποια στιγμή να το κάνω και ο ίδιος. Νομίζω ότι αυτός είναι ένας τρόπος να προσελκύσουμε νέα και μεγαλύτερα ακροατήρια στην jazz, είναι όχι μόνο σημαντικό, αλλά και απαραίτητο να κάνουμε τους νέους ανθρώπους να ενδιαφερθούν για την jazz. Και νομίζω ότι με τον συγκεκριμένο δίσκο συνεισφέρω λίγο σε αυτό...

Φυσικά και σκέφτηκα τους «πουριτανούς» που είπες, από την άλλη, όμως, θεωρώ ότι το υλικό του album είναι ένας συνδυασμός των ρυθμών της σημερινής ποπ με απαιτητική jazz αρκετά υψηλού επιπέδου. Δεν είναι μόνο η ικανότητά μου να παίζω bebop πάνω σε πολύπλοκες συγχορδίες και γρήγορους ρυθμούς που με κάνει καλό jazz μουσικό. Είναι το ίδιο και ίσως ακόμα πιο σύνθετο και δύσκολο να κάνεις μουσική χρησιμοποιώντας μόνο μια συγχορδία και με επίκεντρο τον ρυθμό. Χρειάζεται πολλή περισσότερη έμπνευση αλλά και να είσαι επινοητικός. Το ζητούμενο, όμως, τελικά, είναι να κάνεις μουσική, ανεξάρτητα από το πώς!

- Διαπιστώνετε ο ίδιος κάποιες συγκεκριμένες επιρροές σας σε αυτόν τον δίσκο; Προσωπικά μου θύμισε αρκετά την fusion, ίσως ακόμα και την καθαρά jazz funk σκηνή του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’70...

Οι κυριότερες επιρροές σε αυτό το album ήταν οι Bugge Wesseltoft, Medeski Martin & Wood, E.S.T., Nils Petter Molvaer και Miles Davis. Και αν θέλεις να το αποκαλέσεις fusion δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό! (γέλια)

- Και όσον αφορά στον δικό σας παίξιμο; Η βαθιά «διακριτική» μελωδικότητα του εντός ενός αρκούντως ηλεκτρονικού ηχητικού περιβάλλοντος μου έφερε στον νου την ύστερη και πιο ηλεκτρονική φάση του Miles Davis, την περίοδο του «Tutu» δηλαδή.

Φυσικά και ο Miles Davis ήταν η σημαντικότερη επιρροή μου. Η μουσική μεγαλοφυΐα του ήταν απίστευτη! Για εμένα έχει πάντα μεγάλη σημασία παίζοντας να δημιουργείς μελωδίες που αγγίζουν την ψυχή των ανθρώπων, μελωδίες που να πηγάζουν από τα βάθη της καρδιάς σου και να μεταφέρουν συναισθήματα. Η μουσική είναι κάτι πάρα πολύ προσωπικό, τόσο για τον δημιουργό όσο και για τον ακροατή και πάντα προσπαθώ να της δίνω το περισσότερο και καλύτερο που μπορώ. Γι’ αυτό και είχε για εμένα πρωταρχική σημασία να δημιουργήσω με τη νέα μου μπάντα έναν ήχο στον οποίο η ικανότητά μου να παίζω μελωδικά, ακόμα και στα σόλο μου, να ταιριάζει απόλυτα.

- Ανεξάρτητα από αυτόν τον δίσκο, ποιοι jazz τρομπετίστες έχουν ασκήσει επάνω σας μεγαλύτερη επίδραση;

Ο Miles, ο Miles και ξανά ι ο Miles αλλά και ο Chet Baker.

- Και αντίστοιχα, ποιες είναι οι σημαντικότερες επιρροές σας ως συνθέτη;

Πολύ καλή ερώτηση. Δεν το είχα σκεφτεί αυτό ποτέ ως τώρα! Ίσως η νορβηγική σκηνή με τις μεγάλες και ευρείες καμπύλες στον ήχο της, ίσως και πάλι ο Miles και ίσως όλη η μουσική που αγαπώ, έχω ακούσει και ακούω.

- Υπάρχουν κάποιοι jazz μουσικοί με τους οποίους δεν έχετε συνεργαστεί και θα θέλατε να συμβεί αυτό κάποια στιγμή;

Θα ήθελα πάρα πολύ να συνεργαστώ με τον Bugge Wesseltoft αλλά και με την... Bjork! Σε αμφότερες τις περιπτώσεις θα ήταν πολύ μεγάλη τιμή για εμένα.

- Τελικά θα λέγατε ότι η jazz είναι πριν και πάνω από όλα αστική μουσική ή μπορεί να παιχτεί και να ακουστεί παντού, ακόμα και στην ύπαιθρο;

Ναι, η jazz είναι ένα μοναδικό και πολύπλευρο ιδίωμα. Μπορείς να ακούσεις κάθε πλευρά της οπουδήποτε αισθάνεσαι καλά να το κάνεις. Είναι πολύπλοκο γιατί κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός από όλους τους υπόλοιπους και έχει τις καλές και τις κακές ημέρες του. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να το αναλύουμε υπερβολικά. Ας ακούμε την jazz όπου και όπως θέλουμε!

“Θέλω να ξαναπαίξω στην Ελλάδα”

- Υπάρχουν συζητήσεις να έρθετε και πάλι στην Ελλάδα για να παίξετε το φθινόπωρο. Θα το θέλατε αυτό;

Στο παρελθόν έχω πραγματοποιήσει μερικές πολύ καλές συναυλίες στην Ελλάδα, με μουσικούς από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και με το τρίο μου. Οι Έλληνες είστε πολύ φιλόξενοι. Αισθάνθηκα πάντα ευπρόσδεκτος και ότι ο κόσμος εκεί αληθινά αγαπά το είδος της μουσικής που κάνω. Πάντα ήταν μια πολύ ευχάριστη εμπειρία και θα ήταν υπέροχο, φανταστικό θα μπορούσα να πω να ερχόμουν και πάλι για να παρουσιάσω αυτή τη νέα φάση της μουσικής μου στο ελληνικό κοινό! Πρέπει να προσθέσω ότι και όλη η οικογένειά μου έχει πλέον μια ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα, καθώς τα τελευταία οκτώ χρόνια, αν δεν κάνω λάθος, περνάμε τις διακοπές μας εκεί και μας αρέσει πάρα πολύ!

- Και τα προσεχή σχέδιά σας, σχετικά με αυτόν τον δίσκο και ίσως και για τη συνέχεια;

Ήδη παίζουμε σε αρκετά φεστιβάλ της καλοκαιρινής σεζόν στη Γερμανία και θα ακολουθήσει η περιοδεία μας σε κλειστούς συναυλιακούς χώρους τον χειμώνα. Κάτι που με ενδιαφέρει πολύ και ελπίζω να πραγματοποιηθεί είναι η σύμπραξή μας με ένα κουαρτέτο εγχόρδων, ίσως σε έναν θεατρικό χώρο, ώστε να προσθέσουμε ακόμα περισσότερα ηχοχρώματα στη μουσική μας.

Η οποία όμως και τώρα μόνο... «μονόχρωμη» δεν είναι, αυτό αξίζει να το υπογραμμίσουμε...

Δείτε όλα τα σχόλια